Πευκί, δεκαετία του '90
Για να καταλάβεις τι σήμαινε για μένα αυτή η συναυλία, πρέπει να σε πάω πίσω. Στο Πευκί της Βόρειας Εύβοιας, εκεί που περνούσα τρεις μήνες κάθε καλοκαίρι από παιδί — και συνεχίζω να πηγαίνω μέχρι σήμερα, σχεδόν πενήντα χρόνια μετά. Εκεί υπήρχε μια παρέα. Υπάρχει ακόμα, είμαστε φίλοι μέχρι σήμερα. Και σε αυτή την παρέα υπήρχε ο Γιάννης.
Ο Γιάννης άκουγε Cure. Άκουγε Smiths, Clash, new wave — αλλά κυρίως Cure. Είχε και το ανάλογο μαλλί, οπότε το παρατσούκλι ήρθε μόνο του: τον φωνάζαμε "Κιουρά". Στην ταράτσα του σπιτιού τους, με τις άσπρες μεταλλικές καρέκλες και την κούνια που χωρούσε άνετα τρεις, παίζαμε τάβλι,αγωνια και ακούγαμε τις κασέτες του. Έτσι μπήκαν οι Cure στη ζωή μου. Όχι από το ραδιόφωνο, όχι από κάποιο αφιέρωμα — από έναν φίλο, σε μια ταράτσα, σε καλοκαιρινά μεσημέρια που ακόμα μυρίζουν αλάτι και πεύκο.
Από τότε δεν σταμάτησα ποτέ. Αγόρασα το «Seventeen Seconds», το «Three Imaginary Boys», το «Faith» σε βινύλιο,. Μπορεί να περνούσαν περίοδοι που δεν τους άκουγα καθόλου, αλλά μέσα στη χρονιά πάντα ερχόταν το δεκαπενθήμερο που γύριζα σε αυτούς. Και στα DJ sets μου, για πάνω από δεκαπέντε χρόνια, το «Lovesong», το «Fascination Street» , το «Friday I'm In Love» και άλλα κομμάτια τους ήταν σταθερή αξία στο ζέσταμα — ρομαντικά, φωτεινά τραγούδια που δεν χάλασαν ποτέ βραδιά.
Και όμως: δεν τους είχα δει ποτέ ζωντανά. Ούτε καν το 2019, όταν εμφανίστηκαν στο ίδιο φεστιβάλ μπροστά σε πάνω από 30.000 κόσμο. Φέτος παραλίγο να το χάσω ξανά — το είχα ξεχάσει εντελώς, μέχρι που μου το θύμισε συνάδελφος και έτρεξα να πάρω εισιτήριο τελευταία στιγμή. Ευτυχώς.
Η ζέστη, η άσφαλτος και ο καλύτερος ήχος της χρονιάς
Ας τα πούμε όλα. Η διοργάνωση του Ejekt ήταν άψογη: χορηγοί, παιχνίδια για την αναμονή ανάμεσα στα σχήματα, περίπτερα με merchandise, ταμεία για τα tokens — γιατί ναι, το 2026 ακόμα αγοράζεις την μπύρα σου με μάρκες. Το μεγάλο πρόβλημα ήταν ο χώρος. Το P5 είναι πάρκινγκ. Μαύρη άσφαλτος, καταμεσής του αθηναϊκού Ιούλη. Παρά το ελαφρύ αεράκι του απογεύματος, η ζέστη ήταν τιμωρία και είδα αρκετό κόσμο να καταρρέει — οι διασώστες είχαν συνεχώς δουλειά. Δεν είναι κατηγορία προς τη διοργάνωση· είναι διαπίστωση ότι η Αθήνα χρειάζεται επιτέλους έναν σοβαρό υπαίθριο συναυλιακό χώρο που να μην είναι τηγάνι.
Και τώρα το παράδοξο: αυτό το ίδιο πάρκινγκ χάρισε τον καλύτερο ήχο που άκουσα φέτος σε ελληνική συναυλία — και μιλάμε για μια χρονιά με Metallica και Iron Maiden. Χωρίς κερκίδες και τσιμεντένιους όγκους ολόγυρα, ο ήχος δεν είχε πουθενά να «χτυπήσει». Μηδενική αντήχηση, κρυστάλλινη καθαρότητα, λες και φορούσες ακουστικά. Τα PA συστήματα από συναυλία σε συναυλία είναι λίγο-πολύ αντίστοιχης κλάσης· η διαφορά εδώ ήταν καθαρά θέμα χώρου. Κρατήστε το αυτό.
Οι Cure επί σκηνής: 27 τραγούδια, καμία στιγμή κάτω από το τέλειο
Στις εννιά ακριβώς, «Plainsong». Και για τις επόμενες δύο ώρες και δέκα λεπτά, οι Cure έπαιξαν 27 τραγούδια χωρίς να πατήσουν φρένο. Ο Robert Smith, με το αιώνιο μαλλί, το eyeliner και τη μαύρη φορεσιά μέσα στον καύσωνα, έκανε κάτι που ακόμα δεν μπορώ να εξηγήσω: τραγούδησε ακριβώς όπως στους δίσκους. Έβαλα επίτηδες μετά το «A Forest» του Live στο σπίτι, να συγκρίνω. Ίδια φωνή. Ελάχιστα πιο μπάσα από τα χρόνια, αλλά ίδια. Ούτε μία φάλτσα νότα σε 130 λεπτά. Δεν ξέρω πώς το κάνει.
Και μετά ήταν τα μάτια. Όταν σήκωνε το βλέμμα και φαινόταν το ασπράδι κάτω από το μαύρο μακιγιάζ, μέσα στα φώτα, ήταν κάτι ανάμεσα σε ανατριχιαστικό και υπνωτιστικό. Δεν μίλησε σχεδόν καθόλου — κλασικός Robert. Μόνο πριν το φινάλε, πριν το «Boys Don't Cry», είπε κάτι σαν «it's too hard for me today, I don't know why» — και τον καταλαβαίνω απόλυτα, με μαύρη ζακέτα μέσα σε τέτοια ζέστη. Μετά, μόνο «thank you». Πολλά «thank you», και στο βίντεο που τράβηξα φαίνεται στα μάτια του ότι το εννοούσε. Στο τέλος διέσχισε τη σκηνή από άκρη σε άκρη, στάθηκε σε κάθε γωνία της, να δει και να χαιρετήσει όλο τον κόσμο. Ο Robert Smith παραμένει, στα 67 του, ένα μεγάλο παιδί με τεράστια καρδιά.
Ποιος έπαιζε μπάσο στους Cure στην Αθήνα;
Εδώ η βραδιά είχε και τη δική της συγκινητική ιστορία. Ο Simon Gallup, μπασίστας των Cure από το 1979, αρρώστησε λίγο πριν τις συναυλίες του Βερολίνου στις 10 Ιουλίου και δεν ήταν σε θέση να παίξει ούτε στην Αθήνα. Τη θέση του πήρε ο γιος του, ο Eden Gallup — και το «filling the bass breach», όπως το έγραψε ο ίδιος ο Smith στην ανακοίνωση της μπάντας, το τίμησε στο ακέραιο. Ξέρω αυτά τα κομμάτια απ' έξω κι ανακατωτά: ο μικρός ήταν αλάνθαστος. Και ο ήχος του μπάσου — Θεέ μου. Βαθύς, καθαρός σαν καμπάνα, σε χτυπούσε στο στομάχι λες και ερχόταν από τα σωθικά της γης. Στο «Fascination Street», όπου το μπάσο είναι ο πρωταγωνιστής, ακόμα και το κινητό μου κατάφερε να πιάσει στο βίντεο το μέγεθος αυτού του ήχου.
Το setlist ήταν μια βουτιά στα κλασικά: έξι κομμάτια από το «Disintegration», τέσσερα από το «Head on the Door», τέσσερα από το «Kiss Me Kiss Me Kiss Me», «A Forest» και «Play for Today» από το αγαπημένο μου «Seventeen Seconds». Αξίζει να σημειωθεί ότι, παρότι η προσμονή ήταν να ακούσουμε ζωντανά και υλικό από το «Songs of a Lost World», η μπάντα επέλεξε τελικά ένα σετ αποκλειστικά από το παλιό ρεπερτόριο. Κανένα παράπονο από μένα — αν και ομολογώ πως περίμενα το κοινό πιο εκρηκτικό. Ίσως φταίει που έχω συνηθίσει την ενέργεια των metal συναυλιών· εδώ η λατρεία ήταν πιο σιωπηλή, πιο εσωτερική. Δεν θα το κρίνω.
Τι έπαιξαν οι Cure στο Ejekt Festival 2026; (Πλήρες setlist)
- Plainsong
- Pictures of You
- High
- Lovesong
- Catch
- Burn
- Fascination Street
- alt.end
- Push
- In Between Days
- Just Like Heaven
- The Last Day of Summer
- A Night Like This
- Charlotte Sometimes (εσυ με τη παραγγελιά στο χαρτόνι....)
- Play for Today
- A Forest
- Shake Dog Shake
- From the Edge of the Deep Green Sea
- Disintegration
Encore:
- Lullaby
- Hot Hot Hot!!!
- The Walk
- The Lovecats
- Friday I'm in Love
- Close to Me
- Why Can't I Be You?
- Boys Don't Cry
Nothing But Thieves: το μέλλον είναι φωτεινό
Έφτασα στον χώρο πάνω στο σετ των Nothing But Thieves — τον Matt Berninger των National, που άνοιξε τη βραδιά στις 17:55, δυστυχώς δεν τον πρόλαβα. Οι Βρετανοί, που πριν δύο χρόνια είχαν κάνει διπλό sold out στο Αμαξοστάσιο, απέδειξαν γιατί το ελληνικό κοινό τους έχει αγκαλιάσει: νεανική ορμή, φωνάρα από τον Conor Mason και ένα «Welcome to the DCC» που σήκωσε τον κόσμο και μας ζέστανε — μεταφορικά αυτή τη φορά — για ό,τι ακολουθούσε. Τους εύχομαι ολόψυχα την καριέρα που τους αξίζει· έχουν όλα τα φόντα.
Παρεμπιπτόντως, αν μετά από τέτοιες βραδιές σε πιάνει η γνωστή φαγούρα να πιάσεις κι εσύ μπάσο στα χέρια σου, ρίξε μια ματιά στις επιλογές στο Thomann — ξέρεις ποιον ήχο θα κυνηγάς.
Ο επίλογος μιας οφειλής
Φεύγοντας από το ΟΑΚΑ σκεφτόμουν τον Γιάννη τον Κιουρά, την Κατερίνα και την ταράτσα στο Πευκί με όλη τη παρέα. Χωρίς εκείνον και εκείνη την παρέα, όλη αυτή η μουσική μπορεί να μου είχε περάσει δίπλα χωρίς να τη γνωρίσω ποτέ. Οπότε αυτό το κείμενο είναι και ένα ευχαριστώ — σε αυτούς, και στον Robert Smith που στα 67 του τραγουδάει ακόμα σαν να είναι 1989. Εύχομαι να τον ξαναδούμε. Και εύχομαι στον Simon Gallup περαστικά και γρήγορη επιστροφή εκεί που ανήκει.