Το βράδυ του Σαββάτου 13 Δεκεμβρίου 2025, ο Rod Stewart εμφανίστηκε στο κλειστό του ΟΑΚΑ και παρέδωσε αυτό που περιμένεις από ένα μεγάλο arena live όταν γίνεται σωστά: ροή, συναίσθημα, ρυθμό και μια αίσθηση ότι ο χρόνος «σβήνει». Δύο ώρες πέρασαν χωρίς να το καταλάβει κανείς. Αυτό δεν είναι σχήμα λόγου· είναι το πιο καθαρό αποτύπωμα μιας βραδιάς που δούλεψε.
Η Angelika Dusk άνοιξε τη βραδιά με ένα σετ που στάθηκε στα πόδια του
Η Angelika Dusk ανέλαβε το opening και δεν το αντιμετώπισε ως “τυπική υποχρέωση”. Το σετ της είχε συνοχή, κλιμάκωση και ξεκάθαρο ύφος: αγγλόφωνο pop/rock με ατμόσφαιρα και ευδιάκριτη 80s νοσταλγία, χωρίς να γίνεται καρικατούρα. Από νωρίς φάνηκε ότι είχε στο μυαλό της ένα μικρό “live αφήγημα” και όχι μια λίστα τραγουδιών.
Setlist (Angelika Dusk):
- When we’re dancing
- Miracle
- Leave a light on
- Dancing in the dark
- Cry
- Starstorm
- Maniac
- Deeper Love
- Breaking my heart
- Beautiful Love
Η ίδια παρουσιάζεται ως singer-songwriter (Angelika Daskalopoulou) με βάση την Αθήνα και συχνές διαδρομές προς Λονδίνο. Δουλεύει σε σταθερή συνεργασία με τον βραβευμένο παραγωγό Rupert Christie και τον songwriter Jonny Lattimer, κάτι που εξηγεί και τη “διεθνή” αίσθηση του ήχου της. Δισκογραφικά, στο επίσημο βιογραφικό της αναφέρονται τα άλμπουμ Marionette (πιο pop αφήγηση για σχέσεις/νεανικές εμμονές) και Beautiful Mess (πιο «ροκ» και σκοτεινό σε ύφος και θεματολογία), ενώ το “Beautiful Love” έχει ξεχωρίσει και ως συνεργασία με τους Playmen, με έντονη ραδιοφωνική παρουσία στην Ελλάδα. Το αποτέλεσμα στο ΟΑΚΑ ήταν ένα άνοιγμα που ζέστανε σωστά το γήπεδο, κρατώντας μέτρο και αφήνοντας χώρο για το main event.
Ο Rod Stewart κράτησε την αρένα όρθια χωρίς να βασιστεί σε έτοιμες συνταγές
Με την εμφάνισή του, το κλίμα έγινε αμέσως γιορτινό. Ο Rod Stewart έχει την εμπειρία να “διαβάζει” ένα μεγάλο χώρο και να τον οδηγεί: πότε με ρυθμό, πότε με μπαλάντα, πότε με διασκευή που κουμπώνει στο ύφος του σαν να γράφτηκε γι’ αυτόν. Το σημαντικό ήταν ότι το set δεν έμοιαζε διεκπεραιωτικό. Είχε ανάσες, είχε αλλαγές τόνου και είχε στιγμές που έκαναν το κοινό να συμμετέχει, όχι απλώς να παρακολουθεί.
Από όσα ακούστηκαν στη ροή της βραδιάς, ξεχώρισαν κομμάτια όπως τα “Maggie May”, “Forever Young”, “Young Turks”, “Baby Jane”, “It Takes Two” και “Some Guys Have All the Luck”, ενώ χώρεσαν και διασκευές που ο Stewart ξέρει να απογειώνει: “Addicted to Love” και “The First Cut Is the Deepest”, αλλά και ένα καθαρόαιμο blues σημείο που “κούμπωσε” στο συναυλιακό αφήγημα σαν ανάσα ανάμεσα στα μεγάλα singalongs.
Τα μεγάλα singalongs ήρθαν ακριβώς όταν έπρεπε
Υπήρξαν οι κλασικές στιγμές όπου η αρένα γίνεται μια φωνή. Το “I Don’t Want to Talk About It” λειτούργησε σαν συλλογικό ρεφρέν, με τον κόσμο να το παίρνει πάνω του, ενώ στο “Have I Told You Lately” η διάθεση γύρισε σε πιο τρυφερό, “αναπτήρας-με-κινητό” συναίσθημα, χωρίς υπερβολές. Στα πιο ρυθμικά, το “Young Turks” σήκωσε κόσμο με το “Young hearts be free tonight”, και το “Maggie May” ήρθε με εκείνη τη γνώριμη αίσθηση ότι το τραγούδι υπάρχει ήδη στη μνήμη σου πριν ακουστεί η επόμενη νότα.
Το κοινό ήταν εμφανώς “ώριμο” ηλικιακά, αλλά απολύτως παρόν. Η εικόνα ήταν χαρακτηριστική: ενθουσιασμός, τραγούδι, κίνηση, και ταυτόχρονα οι μικρές καθημερινές ατάκες που κάνουν μια συναυλία ανθρώπινη—τύπου «σήκω να χορέψουμε» και «άσε, πονάνε τα γόνατα, έχουμε και περπάτημα μετά». Δεν έκοψε ποτέ τον ρυθμό· απλώς πρόσθεσε χιούμορ και αλήθεια στην εμπειρία.
Οι backing vocalists έδωσαν δικές τους κορυφώσεις μέσα στο show
Σε αρκετά σημεία, οι backing vocalists δεν έμειναν στον ρόλο της “υποστήριξης”. Το “I’m Every Woman” ήρθε σαν καθαρό crowd-pleaser, με σκηνική αυτοπεποίθηση και ωραία ενέργεια, ενώ το “Proud Mary” πέρασε ουσιαστικά στα δικά τους χέρια και λειτούργησε σαν μικρό show μέσα στο show. Αυτές οι στιγμές έσπασαν ιδανικά τη μονογραμμία που μπορεί να έχει ένα set γεμάτο τεράστιες επιτυχίες και έδωσαν ποικιλία στο live.
Το “People Get Ready” έφερε βάρος και εικόνα, χωρίς να γίνει αυστηρώς “διδακτικό”
Το “People Get Ready” ήταν η στιγμή που το live «χαμήλωσε» ένταση και ανέβασε νόημα. Ο Rod ζήτησε προσοχή στο video wall, όπου έπαιξαν αρχειακές εικόνες από την εποχή του civil rights movement στις ΗΠΑ. Η επιλογή δεν λειτούργησε σαν φτηνό εφέ· λειτούργησε σαν πλαίσιο, σαν υπενθύμιση, σαν ένωση τραγουδιού και ιστορίας για λίγα λεπτά. Και επειδή ακριβώς δεν κράτησε παραπάνω από όσο χρειαζόταν, έμεινε δυνατή.
Ένα άτυχες λεπτό δεν άφησε τον ρυθμό να εκτροχιαστεί
Στο “Da Ya Think I’m Sexy?” το show ήταν σε φάση απόλυτης απογείωσης. Ο Rod και τα κορίτσια έριξαν μπάλες ποδοσφαίρου στο κοινό, με μία από τις backing vocalists να τις στέλνει με ένα εντυπωσιακό βολέ. Η πρακτική πλευρά, βέβαια, επικράτησε: οι περισσότερες μπάλες μαζεύτηκαν, λίγες μόνο επέστρεψαν πραγματικά “στον αέρα”.
Εκεί, όμως, συνέβη και το μοναδικό στραβό της βραδιάς. Ένας θεατής δημιουργούσε ένταση εξ αιτίας μια μπάλας, ώρα οδήγησε σε διακοπή του τραγουδιού. Ο Rod το έκοψε άμεσα, λέγοντας μεταξύ άλλων “You ruin it for everyone”, και έκανε αυτό που κρατάει ένα arena live όρθιο: “Let’s take it from the top” και το κομμάτι ξεκίνησε από την αρχή. Το περιστατικό έμεινε ως ένα μικρό κουτσομπολιό, μια ατυχής στιγμή που δεν κέρδισε χώρο, ακριβώς επειδή ο Stewart δεν την άφησε να τον κερδίσει. Έτσι Μπρους?
Το κλείσιμο ήρθε με “Sailing”, και το encore ήρθε με “Love Train”
Προς το τέλος, μετά το “καληνύχτα”, ήρθε το “Sailing” σαν μεγάλο, συναισθηματικό κλείσιμο. Ακολούθησε η αυλαία που έπεσε για λίγο, όπως επιβάλλει η τελετουργία του encore, και ύστερα η επιστροφή στη σκηνή με το “Love Train”. Την ώρα που μπαλόνια έπεφταν στο κοινό, το φινάλε βγήκε φωτεινό και ενωτικό—ακριβώς το είδος της εικόνας που θες να πάρεις μαζί σου φεύγοντας.
Το τελικό συμπέρασμα είναι απλό και καθαρό: ήταν ένα υπέροχο σόου. Όχι επειδή δεν υπήρξε ούτε δευτερόλεπτο «θόρυβος», αλλά επειδή—ακόμα κι όταν υπήρξε—δεν κατάφερε να ακουμπήσει την ουσία. Και η ουσία ήταν αυτή: μια αρένα γεμάτη τραγούδια που έχουν μεγαλώσει μαζί μας, ειπωμένα από έναν performer που ξέρει να τα κρατά ζωντανά.

