Οι αγαπημένοι (του ελληνικού, αλλά και όχι μόνο) κοινού, Βέλγοι post metallers Amenra, επιστρέφουν στην Αθήνα, για ακόμα μία, συγκλονιστική και πολυαναμενόμενη συναυλία, αυτή την Παρασκευή, 24 Φεβρουαρίου 2023, στο Gagarin. Αυτό είναι το ευχάριστο νέο για τους fans και το ξέρουμε εδώ και καιρό. Το πρόσφατο και δυσάρεστο για όσους δεν πρόλαβαν να αγοράσουν εισιτήριο, είναι πως η συναυλία, εδώ και μέρες, έχει χτυπήσει πανηγυρικό sold out. Το παρόν κείμενο, θα ήταν, κανονικά, ένα κείμενο – αφιέρωμα στην υπέροχη, αυτή, μπάντα, με σκοπό να μιλήσουμε για αυτήν και τον ερχομό της και να το διαβάσουν παλιοί, αλλά και γιατί όχι, και νέοι fans που τώρα τους μαθαίνουν ή επρόκειτο να τους μάθουν, με αυτή τη συναυλία, όπως συνέβη και με εμένα, μια εξαετία νωρίτερα. Όπως, όμως, καταλαβαίνουμε όλοι, στην παρούσα συνθήκη, δεν υπάρχει κάποιος προφανής λόγος για αυτό το κείμενο, αφού δεν ‘χρειάζεται’ να ενημερωθούν κι άλλοι λεπτομερώς, για την επικείμενη συναυλία, αφού δεν υπάρχουν διαθέσιμα εισιτήρια. Όμως, υπάρχουν άλλοι, βαθύτεροι και σημαντικότεροι λόγοι που με οδηγούν στο να γράψω αυτό το κείμενο και έχουν να κάνουν, εκ πρώτοις, με ο γεγονός καθ’ αυτό πως η συναυλία έγινε sold out. Τα αίτια, είναι βαθύτερα και πρέπει να μιλήσουμε διεξοδικά για αυτά. Θα το κάναμε ούτως ή άλλως, αλλά τώρα υπάρχει ανάγκη, μετά από ανακρίβειες που κυκλοφόρησαν από μερίδα ατόμων στο διαδίκτυο, τις τελευταίες ημέρες. Για αυτό και δεν κάθομαι τώρα να παραθέσω δελτία τύπου και video links, ξέρετε για τι πράγμα, ποια μπάντα και ποια συναυλία μιλάμε και αυτή τη στιγμή, μου βγαίνει ένας κάπως θυμωμένος, καταγγελτικός λόγος, για αυτό πάμε να πούμε μερικά σοβαρά πράγματα.
Αρχικά, ξεκινώ με τα ίσως γνωστά, αλλά βασικά. Οι Amenra, είναι μια Βέλγικη μπάντα που του χρόνου θα γιορτάσει τα 25 χρόνια ύπαρξής της. Ένα τέταρτο του αιώνα, δεν το λες και λίγο, για μια μπάντα, η οποία παρά το γεγονός πως είχε και αλλαγές σε μέλη της, μέσα στα χρόνια, δεν σταμάτησε ποτέ την πορεία της, μια πορεία συνεχώς αυξανόμενη σε κάθε τομέα και δικαίως, μάλιστα. Από το 1999 ως σήμερα, έχουν κυκλοφορήσει 5 ολοκληρωμένους δίσκους, 5 EPs, 5 live δίσκους, 5 DVDs, 2 συλλογές, 13 splits, σε συνεργασία με άλλους καλλιτέχνες, 12 μουσικά βίντεο και 1 βιβλίο. Παραγωγικότατοι, με πολυπληθή και πολυποίκιλη δισκογραφία, προσεγμένη σε κάθε της στάδιο, με λόγους ύπαρξης. Ποτέ δεν έκαναν ή δεν έβγαλαν κάτι, απλώς για να παραμείνουν relevant (θα έγραφα σχετικοί, αλλά δεν βγάζει και πολύ νόημα), για να ακούγεται το όνομά τους ή για να το παίξουν ιστορία, γενικότερα. Προτιμούν να περιοδεύουν μια πενταετία πχ και να παίζουν τα ίδια, έχοντας λόγο που το κάνουν, ‘χωνεύοντας’ ακόμα την τελευταία δημιουργία τους (και όχι για να κάνουν συναυλίες αρπαχτές / ξεπέτες για να μαζέψουν το χαρτί, που άνετα θα μπορούσαν, αν ήταν σαν άλλες κι άλλες μπάντες). Για αυτό κι όταν παίζουν ζωντανά, τα δίνουν πάντα όλα, δεν υπάρχουν ημίμετρα, δεν υπάρχει χαλαρότητα, δεν άμε στις συναυλίες τους για να περάσουμε ένα χαλαρό βράδυ με μουσικούλα, να πιούμε τη μπύρα μας και να πούμε τα νέα μας, από κάτω. Πάμε για να συγκλονιστούμε συθέμελα, να ταραχτεί το είναι μας, να κουνηθούμε από τη θέση μας – μεταφορικά και κυριολεκτικά και να αναθεωρήσουμε, ακόμα, και πράγματα της ζωής και της σκέψης μας. Προσωπικά, ούτε έχω ακουστά από τρίτους, ούτε έχω βιώσει ο ίδιος, κάτι αντίστοιχο (τουλάχιστον στον μέγιστο βαθμό, όπως με τους Amenra) με άλλη μπάντα, σε άλλη συναυλία (άντε, να πω πως έχει γίνει με τους Godspeed You! Black Emperor, τώρα που το σκέφτομαι, αλλά σε τελείως διαφορετικό επίπεδο, πιο συγκινησιακό και φορτισμένο, σε αντίθεση με το ισοπεδωτικό και σαρωτικό των Amenra).
Δεν είναι τυχαία η διεθνής αποδοχή της μπάντας (τουλάχιστον, σίγουρα η ευρωπαϊκή, αφού η μπάντα εκφράζει αμφιβολίες για τη δημοφιλία της στις ΗΠΑ) και από κάθε είδους μεταλλά (κάθε είδους, με την έννοια ότι τους παραδέχονται όχι μόνο οι ποστάδες, οι ντουμάδες κλπ, αλλά και οι χεβυμεταλλάδες και οι στονεράδες κλπ – τουλάχιστον, αν έχουν ανοιχτό μυαλό, όπως οφείλουμε να έχουμε όλοι, φανς της μέταλ και μη, σε καλλιτεχνικά και μη, θέματα). Υπάρχουν, άλλωστε και καταγεγραμμένες οι μαρτυρίες, από όσους παρευρέθηκαν στην προηγούμενη εμφάνισή τους στη χώρα μας, το καλοκαίρι, στο Rockwave, όπου δεν ήταν headliners (αν και θα άξιζαν εννοείται), βγήκαν νωρίτερα, μπροστά σε ένα κοινό, το μεγαλύτερο μέρος του οποίου, δεν ήταν ακριβώς το κοινό των Amenra, στην αρχή, τους αντιμετώπισε με δισταγμό, περιέργεια, αρνητισμό, αδιαφορία κλπ και μέχρι το τέλος του σετ, μέχρι κι αυτό το κοινό, είχε μείνει μαλάκας (από τη μια είδε Amenra, από την άλλη είδε Allochiria – λατρεμένες, φοβερές μπάντες και οι δύο, με κοινό παρανομαστή, πέραν του μουσικού είδους, τα σαρωτικά φωνητικά που εκτοξεύονται σαν απελπισμένες κραυγές στο μικρόφωνο, με τον υπεύθυνο άνθρωπο για αυτά, να έχει γυρισμένη την πλάτη στο κοινό, λόγω του τεράστιου συναισθηματικού βάρους, που όλη αυτή διεργασία ενέχει)!
Ακόμα και άνθρωποι που δεν έχουν την παραμικρή σχέση με μέταλ, αλλά και γενικότερα, σκληρό ήχο, τους παραδέχονται και τους βγάζουν το καπέλο. Γιατί; Γιατί οι τύποι, είναι πιο true πεθαίνεις (είναι και τρελοί, με την καλή έννοια – μπήκαν στο rooster της Relapse Records, μίας από τις μεγαλύτερές και σημαντικότερες μέταλ δισκογραφικές εταιρίες και τι έκαναν οι άνθρωποι; Έβγαλαν τον τελευταίο τους δίσκο από αυτήν, με αυτόν, να είναι ο πρώτος τους στη γλώσσα τους, τα Φλαμανδικά, μία εκ των επίσημων γλωσσών του Βελγίου). Καμία δηθενιά, καμία χιπστεριά, καμία εκμετάλλευση μουσικών μοδών και ρευμάτων προς όφελός τους, καμία προχειροδουλειά, απλώς για να έχουν νέες κυκλοφορίες σε ροή. Από την αρχή τους αυτό, όχι τώρα. Που τώρα, βρωμάει ο τόπος από χιπστρομπάντες που δεν κάνουν όχι για συναυλία, όχι για ακρόαση, ούτε για background όσο βάζεις ηλεκτρική. Ξέρουμε πολλές τέτοιες, σε κάθε μουσικό είδος, μην αρχίσω να αναφέρω τώρα, γιατί δεν θα τελειώσω ούτε αύριο και θα στεναχωρήσω και κανέναν. Και τόλμησαν να βγουν κάτι τελευταίοι των τελευταίων από τις τρύπες τους και να κατηγορήσουν τους φανς των Amenra ως φασαίους. Μαλάκα, γελάω, ΓΕΛΑΩ, ΟΥΡΛΙΑΖΩ! Αχαχαχαχαχα μην παραθέσω λινκς συναυλιών που τα σολντάρουν από το πρώτο διήμερο για να ακούσουν ό,τι πιο τελευταίο υπάρχει, επειδή μερικά νούμερα πουλάνε μούρη με τα τρία τέταρτα της μουσικής προηχογραφημένα και σε λούπα, τα φωνητικά παραλλαγμένα όλα, που στα λάιβ δεν ακούγονται καν πάνω από τη μουσική και με όλα αυτά, η μύτη τους είναι εκεί πάνω κι έχεις όλα τα ψώνια εδώ πέρα, να τσιμπούν και να σκάνε πενηντάρια ξέρω ‘γω για να δουν ‘μπάντες’ που διοχετεύεται από αλλού (μην το ανοίξω και τώρα) πως πρέπει να τις δουν, αλλά κυρίως, να τους αρέσουν και να τις βρίσκουν και τέλειες! Και λες, εντάξει, τους βάρεσε η… στο κεφάλι, με γεια τους, με χαρά τους, κουβέντα δεν τους λέμε, καθόλου δεν ασχολούμαστε, καλώς υπάρχουν κι αυτές οι συναυλίες, να υπάρχει θέαμα για όλους, όπως κι αν το βλέπει κανείς το κάθε ένα ή ο κοινό του, αδιάφορο. Αυτοί, όμως, γιατί έρχονται να απευθυνθούν σε εμάς και να μας υποτιμήσουν; Τους ρωτήσαμε γνώμη για τη μπάντα, για τη συναυλία, για τα γούστα μας; Όχι. Όπως δεν μας ρώτησαν κι αυτοί, για αυτό δεν τους το λέμε, αλλά μην έρχονται εδώ να μας τα κάνουν τσουρέκια, γιατί αν αρχίσουμε, δεν θα ξέρουν πού να κρυφτούν! Τέλος πάντων, παραφέρθηκα και πήρα πολύ προσωπικό ύφος, αλλά δεν μπορώ με κάτι τέτοια, μου γυρίζει το μάτι – και το κεφάλι μη σου πω, 360 μοίρες, πλήρης περιστροφή απόγνωσης.
Πάμε πάλι στα δικά μας. Έγινε, λοιπόν, ξεκάθαρο πως η δημοφιλία της μπάντας και η προτίμηση του κοινού, διεθνούς και εγχώριου, εδράζονται αμφότερες στην αναμφισβήτητη καλλιτεχνική αξία και παρουσία της - διότι, δεν είναι μόνο οι κορυφαίοι δίσκοι που έχουν βγάλει τόσα χρόνια, είναι και το τι προσφέρουν ζωντανά: ένα σπάνιο υπερθέαμα, μια καταβύθιση στα μύχια της ψυχής, μια σωματική δόνηση ασταμάτητη και όλα αυτά, χωρίς να κοροϊδεύουν τον κόσμο, με μικρής διάρκειας εμφανίσεις ή ακραίο ύψος εισιτηρίου. Δεν είναι, άλλωστε και τυχαίο, πως το κοινό, πέρα από το να τους ακούει, θέλει και να τους βλέπει. Σχετικά συχνοί επισκέπτες στη χώρα μας (για την ώρα, μόνο στην Αθήνα), από το 2009 που ήρθαν πρώτη φορά, στα 10 τους χρόνια, έχουν επιστρέψει άλλες 4 φορές – πάμε για την 6η τώρα! Οι χώροι που τους υποδέχονται, διαρκώς μεγαλώνουν για να χωρέσουν τον κόσμο. Ξεκίνησαν από το πάλαι ποτέ, μικρό Texas (και όσα άλλα ονόματα είχε αλλάξει, εκείνος ο χώρος, τότε), στα Εξάρχεια, το 2009, για να ανέβουν λίγο πιο πάνω, στην ίδια περιοχή, στο ιστορικό An, των περίπου 600 ατόμων χωρητικότητας, το 2012 και να επιστρέψουν μια πενταετία αργότερα, στο Gagarin, των περίπου 1200 ατόμων, μαζί με τους Oathbreaker τότε, της ίδιας κολλεκτίβας, των Church of Ra, στην οποία ανήκουν και σχεδόν να το γεμίσουν! Για αυτό και 1,5 χρόνο μετά, στα τέλη του 2018, ήταν επιτατική η εύρεση μεγαλύτερου χώρου, οπότε μαζί με τον Treha Sektori, που ήρθαν τότε, φιλοξενήθηκαν στο πρώην Piraeus 117 Academy, των περίπου 2500 ατόμων, όπου γέμισε κατά τα τέσσερα πέμπτα, τουλάχιστον. Ακολούθησε η περυσινή εμφάνισή τους, στο αχανές Terra Vibe της Μαλακάσας (κάτι που ευθύνεται για το γεγονός πως η τωρινή συναυλία, δεν βγήκε sold out εξαρχής, είναι κάτι που θα είχε γίνει αμέσως, αν κάμποσος κόσμος, δεν τους είχε δει τόσο κοντά χρονικά, αλλά ήμασταν και πολλοί που δεν τρέξαμε ως τη Μαλακάσα και περιμέναμε να τους δούμε ξανά σε κλειστό χώρο, όπως τους πρέπει και τους ταιριάζει, μια επιθυμία που σύντομα ικανοποιήθηκε, χάρη στη Smoke The Fuzz, υπεύθυνη και για τις δυο, ΠΡΟ ΤΟΥ Rockwave, εμφανίσεις τους εδώ). Θα είχε ήδη επιλεγεί ξανά το Piraeus Academy, αλλά δυστυχώς, έκλεισε προ καιρού, αφού η διοργανώτρια εταιρία που το νοίκιαζε και το είχε αναλάβει, δεν άντεξε το κόστος ενοικίου, τις περιόδους της καραντίνας (ευτυχώς, το φθινόπωρο θα ανοίξει ξανά, υπό νέα διεύθυνση και άλλο όνομα και θα υπάρχει διαθέσιμος ο χώρος, κάτι τόσο αναγκαίο για τέτοιες συναυλίες), επομένως, το Gagarin και η επιστροφή τους σε αυτό, φάνταζε μονόδρομος, κάτι που τελικά λειτούργησε ευτυχώς, με τα εισιτήρια να τελειώνουν τώρα και όχι προ μηνών, όπως φοβόμασταν, με την γρήγορη προπώληση πολλών, από όταν αυτή άνοιξε, στα τέλη του περασμένου Οκτώβρη.
Μη νομίζετε, κάτι πολύ καλό (΄΄όπως στην προκειμένη) ή πολύ κακό, πηγαίνει γρήγορα από στόμα σε στόμα, οπότε λογικό να διαδοθεί η φήμη των μοναδικών εμφανίσεών τους και να αυξάνονται και όσοι θέλουν να τους δουν από κοντά και δεν λέμε μόνο για άσχετο με το είδος, κόσμο, αλλά και σχετικότατο, γιατί είναι γνωστό, πως πολλές φορές ακούμε κάποια είδη ή κάποιες συγκεκριμένες μπάντες, μας αρέσουν, αλλά όταν έρχονται, λέμε ‘ντάξει, πού να τρέχουμε τώρα… όταν όμως μάθει τι χάνει, λογικό είναι να τρέξει την επόμενη φορά. Και οι Amenra, είναι από τις σπάνιες περιπτώσεις που πλήρως δικαιολογημένα κάποιος θα τρέξει, θα πληρώσει, θα σταθεί και θα περιμένει για αν τους απολαύσει – κι αν όταν βγει από το λάιβ τους, μας πει ότι έχει ξαναζήσει κάτι παρόμοιο, εμείς να κάτσουμε να μας… Δεν θα ξεχάσω την πρώτη φορά που τους είδα, το ’17. Σχεδόν τυχαία. Ένας καλός φίλος μου, τρελός γνώστης μουσικής, μου είπε ότι θα πήγαινε και πρότεινε να μην το χάσω. Δεν είχα ιδέα, άκουσα λίγο, αφού ήταν στα είδη μου, πήγα και βγήκα άλλος άνθρωπος από εκεί μέσα, αν κι εκείνη τη φορά, το μέσα μου δεν μπόρεσε να συγκλονιστεί τόσο από τους Amenra, γιατί είχε ήδη σαρωθεί από τους Οathbreaker που βγήκαν πρώτοι και μετά ήμουν ήδη κομμάτια, αλλά η εμφάνισή τους, σίγουρα λειτούργησε εγκεφαλικά. Για αυτό, όταν πήγα πάλι, το ’18, μόνο που δε με μάζευαν με τα κουταλάκια, μοναδική (με την πλήρη έννοια της λέξης, εμπειρία, κι αν δεν με πιστεύετε, διαβάστε ΕΔΩ , τι είχα γράψει τότε, μετά από εκείνη τη συναυλία (η πρώτη από τα δύο φορές που μια ανταπόκριση, μου πήρε 5000+ λέξεις για να μιλήσω για τα όσα απίστευτα θετικά, έζησα – η δεύτερη, ήταν πέρυσι, μετά από μια άλλη συναυλία, για να μιλήσω για τα όσα απίστευτα αρνητικά, έζησα εκεί…).
Επίσης, ναι, χρειαζόμαστε ποικιλία συναυλιών στην πόλη, ακόμα κι αν είμαστε από τις πόλεις χωρών με το μικρότερο συναυλιακό κοινό, πράγμα που είναι αλήθεια, καλώς ή κακώς. Στη χώρα των μπουζουκιών (κάτι που ισχύει ως γεγονός, δεν το χαρακτηρίζω), γιορτάζουμε τα σπάνια sold out με 1000 και 2000 άτομα, ενώ σε άλλες χώρες της Ευρώπης, τα μίνιμουμ ξεκινούν από πενταψήφιους αριθμούς. Επομένως, είναι ακόμα μεγαλύτερη η αξία ενός sold out σε αυτήν εδώ την πόλη, τη μη συναυλιακά εκπαιδευμένη σε μεγάλη κλίμακα, την πόλη που η μουσική ψυχή της Ανατολής, δεν φεύγει εύκολα από μέσα της. Τη θέλουμε την ποικιλία, αλλά έχει αναρωτηθεί κανείς, πόσες από αυτές τις συναυλίες που γίνονται, αποτελούν άσβεστο πόθο του κοινού; Μην κοιτάτε που κάθε μια, μαζεύει τον κόσμο της, λογικό είναι αυτό, η ποσότητα του κόσμο, όμως, ποια είναι; Οι μισές και παραπάνω συναυλίες, είναι ‘φορετές’ και ξέρουμε όλοι τι σημαίνει αυτό, ας μην το αναλύσω περισσότερο και πόση διαφήμιση πέφτει για να ‘καταστούν αναγκαίες’… Κι όμως, ο κόσμος θέλει και νέα πράγματα, να μάθει μουσική, να διαμορφώσει νέα γούστα, ασχέτως ηλικίας, να δει νέα πράγματα. Εγώ, τόσα χρόνια, δεν έχω δει κανένα εγχώριο σπρώξιμο για τους Amenra πχ. Η καύλα του κόσμου, είναι αυτή που τους έκανε δημοφιλείς και που μια εταιρία που επίσης τους γουστάρει, κάλυψε την ανάγκη του κόσμου να τους ξαναφέρει, μετά από πολλά χρόνια και να καταφέρει να χτίσει μια σπάνια, πολύ γερή σχέση μεταξύ της μπάντας και του ελληνικού κοινού. Και λέω σπάνιο, γιατί οι Amenra, δεν είναι Madrugada (πολύ ωραίοι, δεν αντιλέγω), να παίζονται 20 χρόνια στην τηλεόραση και να πήγαινε να τους δει ο κάθε ένας που άκουσε το ‘Strange Color Blue’ και δικαίως του άρεσε. Είναι μια μπάντα που θέλει ψυχή και μυαλό να την ακούσεις, να την ανακαλύψεις μόνος σου ή από πρόταση άλλου, να την αφήσεις να σκάψει μέσα σου, να παραδοθείς στη μαυρίλα της, τη μη επιφανειακή όμως, αλλά αυτή που πηγάζει από την καρδιά και οδηγεί στη ζωή, όσο κουλό κι αν αυτό ακούγεται.
Κι αν θέλετε να εστιάσουμε και στους μεταλλάδες, όχι παιδιά, η μέταλ δεν είναι (μόνο) Iron Maiden και Judas Priest και δεν ξέρω κι εγώ τι άλλο. Είναι πολλά περισσότερα. Είναι και μπάντες σαν τους Amenra και τους Deafheaven, για παράδειγμα που τόσο σας αρέσει να χλευάζετε. Μπάντες που αν κάτσει κανείς αν τις ψάξει και να τις ακούσει, έχουν τέτοιους στίχους και μουσική που θα ζήλευαν άλλοι κι άλλοι, που από τα ‘90w περιοδεύουν ε ίδιες setlists. Ξαναλέω, δεν θα επεκταθώ. Επίσης, μέταλ δε σημαίνει μόνο ξύλο, μαλλί στη μέση, ντύσιμο late ‘70s και μπάφο μέχρι λιποθυμίας στο venue. Ξεκολλήστε από τα στερεότυπα και την αρχαιότητα. Ναι, ο καθένας ακούει, νιώθει και πράττει με τον δικό του τρόπο και για αυτό καλό θα ήταν να δεχτείτε και κάτι διαφορετικό, χωρίς αυτό να κάνει εμάς φασαίους, για τους λόγους που προανέφερα. Γιατί ξέρετε, όσο κάποιοι μεγάλοι διοργανωτές, φέρνουν συνέχεια πέντε μεγάλες μπάντες και όλοι κάνετε μην πω πώς από κάτω και όσο κάποιοι άλλοι, τσιμπούν ενίοτε και καμία διαφορετική, πιο σύγχρονη και αξιόλογη, μόνο και μόνο για να πουν πως τους έφεραν, χωρίς να τους νοιάζει τίποτα, ούτε σε ποιους απευθύνεται, ούτε ποιες θα είναι οι συναυλιακές συνθήκες, ούτε να το μάθει ο σχετικός κόσμος, μόνο και μόνο για να βάλουν το όνομα της μπάντας στο ‘βιογραφικό’ τους ως διοργανωτές, υπάρχουν κάποιες σπάνιες περιπτώσεις διοργανωτών, που φέρνουν μπάντες που γουστάρουν οι ίδιοι, δείχνουν στο κοινό πως υπάρχουν κι άλλοι μουσικοί δρόμοι, ενώ ακούνε και το κοινό, μαθαίνουν από αυτό, τι του αρέσει, τι θέλει, το φέρνουν, εντυπωσιάζονται κι εκείνοι από αυτό, επιζητούν αυτές τις αμφίδρομες ψυχοδιεργασίες. Αν υποθέσουμε πως υπάρχουν πολλοί (λέμε τώρα) τέτοιοι διοργανωτές, η Smoke The Fuzz, θα ήταν ο πρώτος αυτών.
Θα μου πεις, μας νοιάζει ποιος διοργανώνει μια συναυλία; Βεβαίως και μας νοιάζει, γιατί χωρίς αυτόν, η όποια μπάντα δεν έρχεται και με τη συνδρομή του ή ελλείψει αυτής, θα εξαρτηθεί το πώς θα γίνει η συναυλία, σε τι συνθήκες για τη μπάντα και το κοινό, αλλά και το πόσο και τι κοινό θα έρθει. H Smoke The Fuzz, γιορτάζει φέτος τα δέκα της χρόνια και έχει αγαπηθεί απόλυτα από κοινό, ξένες και ελληνικές μπάντες, agents και bookers, venues και λοιπό προσωπικό. Νομίζετε ότι είναι τυχαίο; Για ρωτήστε κανέναν που να ξέρει τι εστί Smoke The Fuzz και ακούστε τι έχει να σας πει και μετά, ρωτήστε τον και για διοργανωτές με 20, 30 και βάλε χρόνια ιστορίας και βγάλτε τα συμπεράσματά σας. Οπότε ναι, ακόμα και ο διοργανωτής, στην προκειμένη, έχει βάλει το χεράκι του στο sold out των Amenra. Αν το έκανε άλλος, πιστέψτε με, η ανταπόκριση δεν θα ήταν η ίδια (καταρχάς, δεν θα είχαν έρθει η Amenra, η Smoke The Fuzz τους επανέφερε στην Αθήνα, πράγμα που σιγά μη γινόταν αλλιώς (αχ το ράβω πάλι), την εμπιστεύτηκε η μπάντα και δικαιώθηκε, μαζί και το κοινό) και όχι επειδή δεν θα άξιζε η μπάντα ή η συναυλία, αλλά ακόμα και οι σκληροπυρηνικοί θαυμαστές μιας μπάντας, αν έχουν φάει τις συναυλίες με το κουτάλι, ξέρουν τι σημαίνει να καίγεσαι ποικιλοτρόπως… από διάφορες διοργανώσεις και μετά, φυσάς και το γιαούρτι. Το κοινό, δεν είναι χαζό, αυτό παραβλέπουν πολλοί. Και ξέρει, καταλαβαίνει και θυμάται και αργά ή γρήγορα, ανταποδίδει τα ίσα στον καθένα. Πέρα από την αξία των Amenra και όποιων άλλων μπαντών, το κοινό δεν συσπειρώνεται στις εμφανίσεις τους, μόνο για τις μπάντες καθ’ αυτές, αλλά και για τις εξαιρετικές υπηρεσίες που ξέρει πως θα λάβει τις συναυλίες, όπου όλα θα κυλήσουν ομαλά καη η ποιότητα στα πάντα, θα βρίσκεται στο ανώτατο επίπεδο, εξαιτίας της Smoke The Fuzz, μία από τις ελάχιστες (αν όχι και η μοναδική), για τις οποίες δεν έχει ακουστεί ποτέ, μισή κακή κουβέντα από τον κόσμο. Η Smoke The Fuzz, μέσα σε μια δεκαετία, έφερε ή ξανάφερε μετά από πολλά χρόνια, μπάντες που είτε δεν θα έρχονταν, είτε δεν θα ξανάρχονταν ποτέ στη χώρα μας και όλοι, της είμαστε βαθιά ευγνώμονες για αυτό (και της ευχόμαστε να τα εκατοστήσει και να συνεχίζει να μας χαροποιεί). Πολλοί προσπάθησαν, αλλά όχι αρκετά και δεόντως, όπως η Smoke The Fuzz και αυτό είναι κάτι που φάνηκε και πριν τη δημιουργία της (και το τι φόβο και αμφιβολία αντιμετώπισε σε κλεισίματα καλλιτεχνών, μετά από προηγούμενες εμπειρίες που αυτοί είχαν στη χώρα μας), αλλά και μετά, όταν κάποιες άλλες, αποπειράθηκαν να φέρουν μπάντες που είχε φέρει η Smoke The Fuzz (εγώ το έχω ραμμένο τώρα και άλλη λέξη δεν θα ακούσετε). Η Smoke The Fuzz, που την τρέχει η απίστευτη Ελίνα Κεμανίδη (πρωτίστως φαν η ίδια, δεν ξέρετε πόσο βασικό είναι αυτό, όταν έχουμε πόσους διοργανωτές που κλείνουν συναυλίες λες και πάει ο μανάβης να κουρέψει ξέρω ‘γω…), που είχε να ρίξει τις άμυνες agents και μπαντών, να κερδίσει την εμπιστοσύνη τους, αλλά και του πολλάκις απογοητευμένου κοινού, μα και να σταθεί σε έναν ανδροκρατούμενο χώρο, που ακόμα και τώρα, την αντιμετωπίζουν (όπως και τόσες γυναίκες, στους χώρους εργασίας τους), υποτιμητικά και σεξιστικά. Και παρά τις δυσκολίες, να καταφέρνει να ξεπερνάει κάθε εμπόδιο, να διοργανώνει κάποιες εκ των καλύτερων συναυλιών στην Αθήνα, να χαίρει τις εκτίμησης των πάντων και να απολαμβάνει τη δημοφιλία και την εμπιστοσύνη που με το σπαθί της και την άοκνη δουλειά της για την προσπάθεια ικανοποίησης των επιθυμιών του πραγματικά στερημένου και διψασμένου, ποιοτικά, αθηναϊκού συναυλιακού κοινού, σεβόμενη απόλυτα το ίδιο, τα χρήματα και τον χρόνο του, μα και κάθε καλλιτέχνη και εργαζόμενο στις συναυλίες της. Τέτοιοι άνθρωποι και προσπάθειες, αξίζουν βαθιάς υπόκλισης.
Αυτοί είναι κάποιοι από τους λόγους που μου ήρθαν στο μυαλό, που οδήγησαν τη συναυλία στο θριαμβευτικό ξεπούλημα των εισιτηρίων της (και που θα το καταφέρουν και την επόμενη φορά, με το καλό και σ μεγαλύτερο χώρο). Δεν είναι απλή υπόθεση το sold out μιας τέτοιας μπάντας, ούτε αστεία, ούτε εύκολη (πόσες μπάντες, ασχέτως είδους, αλλά πραγματικά ποιοτικές, που έρχονται σε τακτική βάση στη χώρα μας - και όχι για πρώτη φορά στην ιστορία τους ή πρώτη φορά μετά από καμιά δεκαπενταετία - καταφέρνουν να γίνουν οι συναυλίες τους sold out, και μάλιστα σε έναν χώρο σαν αυτόν του Gagarin, όχι σε μιρκά venues 300-400 ατόμων;). Ο περισσότερος κόσμος το γνωρίζει, ο υπόλοιπος, ελπίζω να το κατάλαβε, έστω και λίγο, από το παρόν κείμενο (το οποίο, όφειλα πρωτίστως στον εαυτό μου να γράψω, ως πραγματικός φαν, προς αποκατάσταση της αδικίας των όσων αναιτίως λέγονται, αλλά και για να μείνει στα διαδικτυακά κιτάπια της συναυλιακής ιστορίας. Κι όταν, κάποιος, επιστρέψει σε αυτό, μια δεκαετία αργότερα, όπως κάνω κι εγώ, με κείμενα άλλων, παλιότερων συναυλιών, που ήμουν μικρός τότε, τις είχα χάσει, δεν ήξερα τους καλλιτέχνες κλπ, αλλά θέλω να μάθω για το σχετικό παρελθόν, να καταλάβει ίσως και κάτι περισσότερο, από όσα θα πιάσουν όσοι το διαβάσουν σήμερα. Για τους λόγους τους ιστορικούς αυτούς, παραθέτω και το επίσημο δελτίο τύπου της συναυλίας, παρά το γεγονός πως δεν υπάρχουν πια εισιτήρια και να ευχηθώ να είμαστε όλοι καλά, να απολαμβάνουμε τις μουσικάρες μας και σε μια δεκαετία να είμαστε όλοι εδώ, να πάμε πάλι στους Amenra, που θα έχουν βγάλει τότε το Mass XX ξέρω ‘γω (χαχα) – εννοείται και πιο σύντομα, μην περιμένουμε μια δεκαετία να τους ξαναδούμε, απλώς έθεσα, έτσι, ένα μακρινό χρονικό σημείο στον ορίζοντα, για χάρη της κουβέντας.
Κείμενο: Πάνος Σταυρουλάκης
*

