Φωτογραφίες: Χρήστος Λεμονής
Το groove, η άμμος και ο ιδρώτας στο Γκάζι
Δεν ξέρω τι μπορεί να περιμένει κανείς όταν ακούει «Brant Bjork στο Gazarte», αλλά σίγουρα αυτό που ζήσαμε εκείνο το βράδυ της 19ης Ιουνίου δεν έμοιαζε με τίποτα από τα συνηθισμένα. Ούτε lounge, ούτε θεατρικότητα, ούτε ψευδο-εναλλακτικά cool vibes. Ήταν desert rock στην πιο καθαρή του μορφή: αυθόρμητο, βαρυφορτωμένο groove, χαμηλό φωτισμό, μπύρες που ίδρωναν πιο πολύ κι απ’ τους μουσικούς και κόσμο που ήξερε γιατί ήταν εκεί.
Το έδαφος έστρωσαν οι Halfpace
Η βραδιά ξεκίνησε με τους Halfpace, μια μπάντα που φαίνεται να έχει χτιστεί με μεράκι και πείσμα. Δεν κάνουν κάτι καινούριο, αλλά αυτό που κάνουν, το κάνουν τίμια και με ψυχή. Σφιχτό rhythm section, κιθάρες που ξύνουν τα σωθικά σου, και φωνητικά που ακουμπούν το grunge χωρίς να το αντιγράφουν. Καθόλου κακή επιλογή για να ανοίξουν τη σκηνή πριν μπει ο αρχηγός της ερήμου.

Brant Bjork Trio: Καμία διάθεση να αποδείξουν τίποτα – κι αυτό τα λέει όλα

Ο Brant δεν μπήκε στη σκηνή για να εντυπωσιάσει. Μπήκε λες και απλώς γύρισε το κλειδί στη μηχανή του βαν και άρχισε να ρολάρει. Είναι απλά μορφή – η επιτομή του coolness. Mario Lalli (μπάσο) και Mike Amster (τύμπανα) δίπλα του – το desert power trio σε πλήρη ισχύ. Ήταν σαν να βλέπεις ένα αμάξι χωρίς φρένα να κυλάει αβίαστα πάνω στην καυτή άσφαλτο. Τίποτα θεατρινίστικο, τίποτα παραπανίσιο.
Ξεκίνησαν με υλικό απ’ το Once Upon a Time in the Desert, και από εκεί και πέρα όλα κύλησαν σε μια αργόσυρτη, αισθησιακή κατηφόρα. Ξέρεις πώς είναι όταν οι μουσικοί δεν παίζουν για να "παίξουν καλά", αλλά για να αισθανθούν; Ε, αυτό. Ο Brant στα φωνητικά και στην κιθάρα σαν να μην τον αφορά το "performance" – περισσότερο έμοιαζε με κάποιον που αφήνει απλώς τον εαυτό του να ξεχυθεί μέσα από τα πετάλια του.
Τα riffs χτυπούσαν χαμηλά, στα σωθικά
Δεν υπήρξε ούτε μια στιγμή επίδειξης. Όλα ήταν βγαλμένα από τη λογική «ένα riff, ένα groove, μια διαδρομή». Απλότητα, επανάληψη, και εκείνη η μαγική αίσθηση ότι το κάθε κομμάτι σε τραβάει σιγά-σιγά σε μια πύρινη δίνη. Ο κόσμος – «τόσο, όσο» σε σχέση με το τι αξίζει αυτό το σχήμα – ήταν απόλυτα παρών: κεφάλια που κουνούσαν στον ρυθμό, σφιγμένες γροθιές στον αέρα, μάτια κλειστά. Ήμασταν όλοι εκεί, όχι για να δούμε κάποιον σταρ, αλλά για να βυθιστούμε. Ομολογώ είχα ψιλό απογοητευτεί από την τελευταία φορά που τον είχα δει και από κανά- δυο τελευταίες δουλείες του, αλλά αυτή τη φορά ήταν το κάτι άλλο. Σαν να ήταν ξαναγεννημένος καλλιτεχνικά ο Bjork, σαν να είχε ξαναβρεί τον παλιό καλό εαυτό του. Ήταν τόσο καλά που δεν χρειάστηκε καν να ασχοληθώ με το να τρέχω για μπύρα - δεν με ένοιαζε καθόλου, απλά ήθελα να ακολουθώ τη μουσική και να απολαμβάνω όλο αυτό το «τζαμαριστό» ταξίδι.
Ο ήχος ήταν καθαρός, σχεδόν απρόσμενα
Να πω και του στραβού το δίκιο: ο ήχος στο Ground Stage του Gazarte ήταν αναπάντεχα σωστός. Τίποτα δεν έμπαζε, τίποτα δεν χάλαγε το vibe. Τα τύμπανα είχαν punch, το μπάσο έτριζε χωρίς να θολώνει, και η κιθάρα του Brant ακουγόταν λες και έβγαινε από κάποιο ξεχασμένο βενζινάδικο στην έρημο της Καλιφόρνια.
Είχε encore, αλλά δεν είχε ψευτοσυναισθηματισμούς
Αυτό που αγαπάς σ’ αυτόν τον τύπο είναι ότι όταν νιώθει την ανάγκη να «δώσει κάτι παραπάνω» θα το κάνει όσο χρειάζεται για να κλείσει τη βραδιά και χωρίς πολλές φαμφαρες. Όταν ήρθε η ώρα, απλά άφησαν τα όργανα, μας κοίταξαν με ένα «αυτό ήταν», και έφυγαν. Και κάπου εκεί καταλαβαίνεις ότι είδες κάτι πραγματικό. Ένα live χωρίς φίλτρα, χωρίς εφέ, χωρίς ντεμέκ εναλλακτικά cool. Ένα live που έσταζε αλήθεια και ιδρώτα.
Κρατάω αυτή τη βραδιά σαν μυστικό, σαν μια απόδειξη ότι υπάρχουν ακόμα συναυλίες που δεν χρειάζεται να κραυγάζουν για να σου χαραχτούν μέσα σου.
Ήμασταν αυτοί που ήμασταν – αλλά όσοι ήμασταν, το ζήσαμε. Μία uplifting εμπειρία.