Όταν ανέβηκαν στη σκηνή ο Γιώργης Ξυλούρης και ο Jim White, δεν χρειάστηκαν ούτε φώτα, ούτε θεάματα, ούτε στόμφο. Ο White, ξυπόλυτος, με τις μαύρες μπότες του ακουμπισμένες δίπλα, έδινε ρυθμό με κάθε χτύπημα, ενώ το δέσιμό τους, η εκφραστικότητα και ο αυτοσχεδιασμός τους απογείωναν τη βραδιά. Έπαιξαν τα Second Sister, Red Wine, Black Sea, Δάφνη (Daphne), Tails of Time και άλλα, ταξιδεύοντας το κοινό με κάθε βλέμμα και κάθε παύση. Τόσο συντονισμένοι, που ένιωθες σαν να τους κρυφακούς — σαν να εισβάλλεις σε μια μυστική πρόβα, εκεί όπου η μουσική γεννιέται ανεπιτήδευτα, αγνά.
Ανάμεσα σε αυτά, και το αγαπημένο μας “Daphne”από το "Mother", μια σύνθεση που συνοψίζει το δέσιμο των δύο κόσμων τους: της Κρήτης και της Αυστραλίας, της παράδοσης και του πειραματισμού. Ένα δέσιμο που αποτυπώνεται μοναδικά και στο , όπου οι μητέρες των δύο καλλιτεχνών χορεύουν – ανεξάρτητα η μία από την άλλη – η μία στα βουνά της Κρήτης, η άλλη στο τοπίο της Αυστραλίας. Ένα οπτικό ποίημα, γεμάτο συγκίνηση, που γειώνει τη μουσική τους στον τόπο, τη μνήμη και το σώμα.
Σε αντίθεση με τις χειμερινές τους εμφανίσεις, αυτή τη φορά δεν υπήρξε επανεμφάνιση μετά τη λήξη. Η διάρκεια ήταν μιάμιση ώρα, ένα μουσικό ταξίδι χωρίς υπερβολές, χωρίς φανταχτερά εφέ. Μόνο με ήχο, βλέμματα και παύσεις. Και παρά τη μη επιστροφή στη σκηνή, ο κόσμος περιτρύγυρισε τον Ξυλούρη στο τέλος, τον πλησίασε, τον συνεχάρη — με τρόπο σεμνό αλλά θερμό. Όπως ταιριάζει σε έναν μουσικό που κουβαλά την παράδοση και την ελευθερία με την ίδια φυσικότητα.
Οι Xylouris White καταφέρνουν να μας κρατούν μετέωρους – ανάμεσα σε βουνό και πόλη, ανάμεσα στο τότε και το τώρα. Χωρίς πολλά-πολλά· με ένα λαούτο, μερικά τύμπανα και έναν ολόκληρο κόσμο που πάλλεται ανάμεσά τους.
