Ανταπόκριση: Placebo @ Τεχνόπολη – Πέμπτη 21/07/2022

Φωτογράφος: Thanasis Maikousis

 

Στην πολυαναμενόμενη, εντέκατη αθηναϊκή συναυλία των αγαπημένων Placebo, βρεθήκαμε την Πέμπτη. Μια συναυλία, η οποία, υπό κανονικές συνθήκες, είχε ανακοινωθεί πως θα γινόταν προ διετίας στο Terra Vibe της Μαλακάσας, αλλά ακυρώθηκε, όπως όλες, της εποχής εκείνης, οι οποίες και έπεσαν θύματα της πανδημίας. Δυο χρόνια αργότερα και με τους Placebo, να έχουν κυκλοφορήσει και τον νέο, όγδοο δίσκο τους, επιτέλους (8,5 χρόνια μετά τον προηγούμενο) και με την πανδημία σε ύφεση, ήταν αναμενόμενο πως θα ξεκινούσαν νέα περιοδεία, με αφορμή την προώθησή του, κάτι που, καλώς εχόντων των πραγμάτων, ούτως ή άλλως, θα τους έφερνε κι από τα μέρη μας, πόσο μάλλον μετά την προπέρσινη ακύρωση. Πριν λίγους μήνες, ανακοινώθηκε πως θα έρχονταν για δύο συναυλίες, σε Θεσσαλονίκη και Αθήνα, αντίστοιχα. Όλοι οι fans, χαρήκαμε φοβερά, αλλά σχεδόν τίποτα, δεν πήγε, δυστυχώς, όπως το περιμέναμε… Πάμε, όμως, να δούμε αναλυτικά, τι συνέβη τις περασμένες μέρες, με την έλευση των Placebo στη χώρα μας.

 

 

Όλα ξεκίνησαν την προηγούμενη εβδομάδα, όταν η μπάντα ανακοίνωσε πως κάποιο μέλος του τουρ, κόλλησε covid και για αυτό, αναγκάζονται να αναβάλλουν τις συναυλίες τους σε Ρουμανία και Βόρεια Μακεδονία, τις οποίες και θα προσπαθήσουν να επαναπρογραμματίσουν. Σκεφτόμαστε εμείς ότι στο τσακ, μάλλον, γλιτώσαμε και πως μέχρι την επόμενη εβδομάδα, λογικά θα παίξουν κανονικά. Δευτέρα, 18 του μήνα, εμφανίζονται στην Τουρκία, όπου η εμφάνισή τους, είχε γίνει από νωρίς sold out. Άντε, λέμε, ωραία, όλα καλά. Τετάρτη, 20 του μήνα, θα έπαιζαν στη Μονή Λαζαριστών, στη Θεσσαλονίκη, όπου θα εμφανίζονταν για τρίτη φορά στην καριέρα τους και μάλιστα, 12 χρόνια μετά την τελευταία, αξέχαστη, επεισοδιακή φορά, όπου για λόγους που δε μαθεύτηκαν ποτέ, διέκοψαν το σετ τους στα 50 λεπτά και δίχως εξηγήσεις, αποχώρησαν από τη σκηνή, η οποία γέμισε από τα μπουκάλια αγανακτισμένων θεατών (τους οποίους δεν τους δικαιολογώ, μιας και οι τεχνικοί τα έφαγαν και τα άκουσαν, αλλά τους καταλαβαίνω), οπότε η τωρινή συναυλία, αποτελούσε κι ένα ενδιαφέρον πείραμα, για το αν και κατά πόσο οι φίλοι Θεσσαλονικείς, θα είχαν ‘ξεχάσει’ το περιστατικό ή/και για το αν η επιθυμία τους να ξαναδούν τους Placebo, θα παράγραφέ εντός τους, το προαναφερθέν περιστατικό, κάτι που μάλλον, δεν συνέβη. Με μια ανακοίνωση στη σελίδα τους στο Facebook, μόλις ελάχιστες ώρες πριν τη συναυλία, και πιο συγκεκριμένα, το απόγευμα της ίδιας μέρας, οι Placebo ανακοίνωσαν πως αν και λυπούνται, πρέπει να την ακυρώσουν, επικαλούμενοι λόγους υγείας και της συμβουλή γιατρού, η οποία τους προέτρεψε κιόλας, να ξεκουραστούν εκείνη τη μέρα, ώστε να μπορούν να φέρουν εις πέρας τη συναυλία της επόμενης ημέρας, στην Αθήνα. Τι να πρωτοσχολιάσει κανείς και τι να πιστέψει; Ο κόσμος, ποτέ δεν ξέχασε, τελικά, τι έγινε την προηγούμενη φορά κι άρχισε να επιρρίπτει ευθύνες στον εαυτό του, ακόμα και το μερίδιο αυτού, που τόλμησε να αγοράσει ξανά εισιτήριο, αφού θεώρησαν πως προφανώς, η μπάντα δεν τους σέβεται, αφού και η ανακοίνωσή τους, έμπαζε από παντού. Δηλαδή, δεν υπήρχε έστω και μια τυπική αναφορά για προσπάθεια επαναπρογραμματισμού της, όπως σε άλλες χώρες, ενώ πολλοί διερωτήθηκαν τι πρόβλημα υγείας είναι αυτό, που τη μια μέρα τους εμποδίζει να ανέβουν στη σκηνή, αλλά θα έχει ξεπεραστεί σε 24 ώρες, κατά τις οποίες, θα έχει πραγματοποιηθεί και ταξίδι μεταφοράς από Θεσσαλονίκη σε Αθήνα, οπότε η ξεκούραση θα ήταν δύσκολη. Για αυτό και πολλοί μίλησαν για χαμηλή προπώληση (την οποία, βέβαια, δε χρειάζεται να φτάσει τελευταία μέρα, για να τη διαπιστώσει κανείς, σε μια συναυλία) και πως οι Placebo, ασχέτως αυτής και του γεγονότος πως θα αμείβονταν όπως έπρεπε, αρνήθηκαν να πραγματοποιήσουν το live για να μη ‘χαλάσουν την εικόνα τους’ (ναι, λες και η Βόρεια Αμερική ξέρω γω, που θα παίξουν αργότερα, μέσα στη χρονιά, θα έψαχνε φωτογραφίες από τη Θεσσαλονίκη, θα έβλεπε λίγο κόσμο, θα απογοητευόταν και δε θα πήγαινε στις δικές της – γελάω). Οπότε, άλλο ένα μυστήριο προστέθηκε στη σχέση Placebo-Θεσσαλονίκης, μια, ακόμα, αλήθεια, που δε θα μάθουμε ποτέ.

 

 

Τέλος πάντων, παρά την ατυχία για τη συμπρωτεύουσα (η οποία, θεωρώ πως διέγραψε κάθε πιθανότητα μελλοντικής εμφάνισης των Placebo, εκεί, καλώς ή κακώς), περιμέναμε με αγωνία να δούμε τι θα συμβεί στην Αθήνα, αφού με την ανακοίνωσή τους, άφησαν ανοιχτό το ενδεχόμενο πως πιθανώς να μην ήταν καλά ούτε την επόμενη μέρα και να ακύρωναν και αυτή, πράγμα που δεν έγινε, τελικά (αν και ίσως, αν γινόταν και επαναπρογραμματίζονταν και οι δύο, αφενός να γίνονταν πιστευτοί για το θέμα υγείας, αφετέρου, να ήταν πολύ καλύτερα, για όλους, για λόγους που θα καταλάβετε παρακάτω), αφού με διαδικτυακή τους ανακοίνωση, το απόγευμα της Πέμπτης, στις 21 του μήνα, επιβεβαίωσαν πως το βραδινό live της Αθήνας, θα λάμβανε χώρο κανονικά στην Τεχνόπολη, κάτι που διαβάζοντάς το, μας ανακούφισε, εκ πρώτοις, αλλά, δε γνωρίζαμε τι μας περίμενε… Το καλοκαίρι του 2020, θα επέστρεφαν στην Αθήνα, οι Placebo, κάτι που δε έγινε, όπως και με καμιά άλλη μπάντα, ελέω Covid. Είχε προγραμματιστεί να εμφανιστούν στο Terra Vibe, στη Μαλακάσα, εδώ και πολλά χρόνια, ‘σπίτι’ του Rockwave Festival, εντός των πλαισίων του οποίου, έχουν κάνει και τις περισσότερες εμφανίσεις τους (δηλαδή, μεταξύ 1999 και 2017, όπου και έλαβαν χώρα οι δέκα πρώτες τους εμφανίσεις στην Αθήνα, μόνο οι τρεις ήταν εκτός του φεστιβάλ, δυο στο πάλαι ποτέ, Θέατρο Λυκαβηττού, το 2004 και το 2007, και στο Σ.Ε.Φ., το 2014). Τελικά, ήρθαν φέτος, που έβγαλαν και τον πολύ καλό, νέο τους δίσκο, οπότε και το Rockwave Festival, αποπειράθηκε να ξεκινήσει έναν νέο θεσμό, ο οποίος, όμως, δεν του πήγε και πολύ καλά: τα Rockwave Nights, συναυλίες εντός του Κέντρου των Αθηνών. Ήδη είχε ανακοινωθεί και μια άλλη, κάνα διήμερο πριν τους Placebo, αλλά ακυρώθηκε, αφήνοντας τους Placebo να τον εγκαινιάσουν, δυστυχώς, όμως, όχι με τον καλύτερο τρόπο. Ανυπομονούσαμε να δούμε τους Placebo, ούτως ή άλλως και χαρήκαμε που θα γινόταν στο κέντρο της Αθήνας, η συναυλία τους και δε θα τρέχαμε, πάλι, στη Μαλακάσα (όπου σημειωτέον, την επόμενη μέρα, έγινε κανονικά, το φετινό Rockwave, έστω και μονοήμερο, επιστρέφοντας, όμως, δυναμικά, μετά από τέσσερα ολόκληρα χρόνια απουσίας και τη θρυλική, αν και με πολλά παράπονα, συναυλία των Iron Maiden, στη Μαλακάσα, το 2018), αλλά τελικά, μακάρι να γινόταν στη Μαλακάσα…

 

 

11η εμφάνιση των Placebo στην Αθήνα, εντός 23 ετών και 4η ατομική, μη φεστιβαλική τους εμφάνιση, εδώ. Με χαρά φτάσαμε στο Γκάζι, για να δούμε τις ουρές του κόσμου, ακόμα και κατά τις 9 η ώρα το βράδυ, να έχουν γεμίσει την Ιάκχου, να κάνουν γωνία στην Περσεφόνης και να συνεχίζονται ως ψηλά, θέαμα μη αναμενόμενο, αλλά αν μη τι άλλο, αισιόδοξο. Αρκετές μέρες πριν τη συναυλία, είχε ανακοινωθεί πως θα την άνοιγε ο γνωστός – γενικά, αλλά και για τη σχέση του με τους Placebo, Γιώργος Φακίνος, αλλά τις επόμενες μέρες, καθώς πλησίαζε η μέρα, δεν υπήρξε καμία νεότερη ανακοίνωση. Όταν μετά από ώρα, μπήκαμε στον χώρο, κάποιος αχνοφαινόταν στη σκηνή και ακουγόταν μουσική, αλλά δε μπορούσες να διακρίνεις και να πεις με σιγουριά. Αυτό που είδαμε, πάντως, μας εξέπληξε και μάλιστα πολύ περισσότερο από το θέαμα της εισόδου: ολόκληρος ο χώρος της Τεχνόπολης, πλημμυρισμένος από κόσμο (ο οποίος, συνέχισε να αυξάνεται) σε κάθε άκρη και γωνιά. Η έκπληξη, είχε διττό χαρακτήρα: αφενός υπήρξε η χαρά που ο κόσμος, ακόμα αγαπάει και στηρίζει Placebo, μια τόσο αξιόλογη μπάντα, με σχεδόν 30ετή, πια, ιστορία, που φτάνει μέχρι τις μέρες μας (αν και ξεκίνησε, κάπως, να κηλιδώνεται, όπως θα δούμε και παρακάτω), αφετέρου, η χαρά επισκιάστηκε από το εξαρχής προφανές: την τρομερή ακαταλληλότητα του χώρου να φιλοξενήσει ξένες συναυλίες με αθρόα προσέλευση. Και λέω ξένες, γιατί άλλο να παίζει η Μποφίλιου κι ο Χαρούλης, να γεμίσει σε κανονικό βαθμό, να τη βγάλουν sold out και να προσθέσουν και δεύτερη και τρίτη μέρα πχ και άλλο μια ξένη συναυλία, όπου το πιθανότερο είναι πως είναι σχεδόν αδύνατο να προστεθεί μια επιπλέον μέρα και ως εκ τούτου, να έχουμε αυτό το άσχημο αποτέλεσμα, που εν μέσω καύσωνα, κάθε κομματάκι της Τεχνόπολης να γεμίζει ασφυκτικά και να συνεχίζουν, παρ’ όλα αυτά, να βάζουν κι άλλο κόσμο μέσα, ο περισσότερος εκ του οποίου, όχι απλώς δεν είχε οπτική πρόσβαση στη σκηνή, αλλά δεν είχε ούτε σημείο να σταθεί για να προσπαθήσει να παρακολουθήσει, έστω και όπως όπως τη συναυλία. Γύρω στις 21:30 και αφού είχαμε γυρίσει όλο τον χώρο, ανεβοκατεβαίνοντας πεζούλια και προσπαθώντας να αποφύγουμε τις καπνοδόχους του χώρου, βρήκαμε ένα μικροσκοπικό κομματάκι να σταθούμε, που φαινόταν η σκηνή (η οποία, άλλαξε χωροθέτηση και μετά από τρία χρόνια, επανήλθε στην προηγούμενη πλευρά της στον χώρο) σαν κουκίδα, στο βάθος. Διότι, εκτός από το γεγονός ότι ο χώρος ήταν τουλάχιστον τρεις φορές γεμάτος σε σχέση με τον ορθογώνιο χώρο κάτω από τη σκηνή, που είναι αυτός για τους θεατές, Τεχνόπολη είναι τελικά τόσο ακατάλληλη και ανίκανη, ως χώρος, να διαχειριστεί τόσο κόσμο, που δεν έχει, όπως επιβάλλεται σε χώρους τέτοιων μεγάλων, συναυλιών (για αυτό και αυτή, ξεκάθαρα δεν αποτελεί τέτοιον), οθόνες αριστερά και δεξιά στη σκηνή, όπου αναμεταδίδεται παράλληλα, μέσω καμερών, τα επί σκηνής, ζωντανά δρώμενα, όπως πχ στην Πλατεία Νερού ή στο Terra Vibe, ώστε να βλέπουν και οι πιο πίσω. Εδώ να προσθέσω, πως δε διαθέτει, όπως διαπιστώθηκε, ούτε τον κατάλληλο ηχητικό εξοπλισμό, αφού έχουν κάποια μικρά ηχεία, αριστερά και δεξιά της σκηνής (και κανένα πίσω ή / και στα πλάγια του χώρου), τα οποία δεν επαρκούν για να μεταφέρουν τον ήχο ως εκεί που είχε φτάσει ο κόσμος και που για να το καταφέρουν, έστω και τυπικά, αυτό, τα είχαν βάλει στο τέρμα, με αποτέλεσμα να παραμορφώνεται ο ήχος και η μουσική της μπάντας, αργότερα. Αν με ρωτάτε, ντροπιαστικές συνθήκες για τόσο μεγάλη μπάντα και τόσο μεγάλο και πιστό, συναυλιακό κοινό.

 

 

Εμφανίστηκε, τότε, ένα μήνυμα στη μικρή οθόνη που είχε τοποθετηθεί στο πίσω μέρος της σκηνής (η οποία, κατά τη διάρκεια της συναυλίας, ναι μεν μετέδιδε ζωντανά τα επί σκηνής, αλλά επίτηδες, χρωματικώς αλλοιωμένα, κάτι το οποίο δεν είχε κανέναν νόημα) από τους Placebo, οι οποίοι το έχουν εμφανίσει και σε άλλες χώρες, σε αυτή την περιοδεία και το οποίο, κάποια βγήκε στο μικρόφωνο και το μετέφρασε στα ελληνικά, το οποίο ζητούσε να μην τραβάμε βίντεο (ναι, λες και να θέλαμε, θα μπορούσαμε από εκεί που ήμασταν), ώστε να ζήσουμε τη στιγμή και να μην ενοχλούμε και τους άλλους. Λίγη ακόμα ώρα πέρασε και στις 21:42, η μπάντα έκανε την εμφάνισή της στη σκηνή, καταχειροκροτούμενη από το πλήθος που είχε κατακλύσει τον χώρο για να την απολαύσει, το οποίο ήταν αρκετά περισσότερο από τις προσδοκίες μας, οι οποίες βασίζονταν στις τωρινές συνθήκες, κατά τις οποίες, εδώ και τουλάχιστον μια δεκαετία, δεν βλέπεις Έλληνα να παραδέχεται πως ακούει και αγαπάει Placebo. Βέβαια, η πλειοψηφία του κόσμου ήταν μεταξύ 35 με 50 ετών, πράγμα που καταδεικνύει πως μάλλον οι προ εικοσαετίας fans, ήταν αυτοί που θέλησαν να θυμηθούν τα εφηβικά τους χρόνια και προσέτρεξαν στο Γκάζι την Πέμπτη (και καλά έκαναν), που ίσως είχαν να δουν και χρόνια τους Placebo, οπότε κάτι το νοσταλγικό κομμάτι, κάτι το ότι έπαιζαν μέσα στο κέντρο της πόλης και όχι στις ερημιές, κάτι ο νέος τους δίσκος, κάτι το ότι ίσως ήθελαν να δουν, πως στέκονται ακόμα, ως μπάντα αλλά και ατομικά, ο καθένας, και το αποτέλεσμα ήταν αυτό που είχαμε, μια τρομακτικά θετική ανταπόκριση από τον κόσμο, η οποία, δυστυχώς, δεν έλαβε την αντίστοιχη, από την άλλη πλευρά.  Με τον Brian να φοράει λευκά (όπως έμαθα, μια φοράει λευκά και μια μαύρα, εκ περιτροπής, σε αυτή την περιοδεία) και τον Stefan, εξαρχής ημίγυμνο (είχε και ζέστη), γύρω στις δέκα παρά τέταρτο, ξεκίνησε το live. Δυστυχώς, δε μπορούσα να διακρίνω περισσότερα πάνω στη σκηνή, εκτός από αυτούς τους δύο, που ήταν μπροστά, κι αυτούς με το ζόρι. Παρ’ όλα αυτά, σίγουρα υπήρχε ο Matt Lunn, ο ντράμερ (ο οποίος, δεν είναι μόνιμος – μετά την αποχώρηση του επί οκτώ χρόνια, προηγούμενου μόνιμού τους, προ επταετίας, δεν έχει γίνει επίσημη αντικατάσταση που να αποτελέσει παράλληλα και βασικό μέλος της μπάντας, αλλά τους συνοδεύει στις περιοδείες και στις ηχογραφήσεις – αν και στην ηχογράφηση του τελευταίου δίσκου, συμμετείχε ακόμα ένας session drummer, ο Pietro Garrone -, καθώς και οι εξής άλλοι, που βρίσκονται μαζί τους στις περιοδείες, η Angela Chan, στο βιολί και στις δεύτερες φωνές, η οποία αντικατέστησε προ πενταετίας, την υπέροχη Fiona Brice, καθώς και ο επί χρόνια, δεύτερος κιθαρίστας και πληκτράς, Nick Gabrilovic. Από τα πέντε πρώτα κομμάτια, τα τέσσερα ήταν από τον νέο δίσκο, πράγμα που σημαίνει πως παρά την προσπάθεια του κοινού να δείξει τον ενθουσιασμό του, αυτό ήταν δύσκολο, μιας και όπως συμβαίνει συνήθως, σε τέτοιες περιπτώσεις, δεν είχε ακούσει καν τον δίσκο, πόσο μάλλον να έχει ‘κάνει κτήμα’ του, τα νέα τραγούδια, παρά το γεγονός πως έχει κυκλοφορήσει εδώ κι ένα τετράμηνο. Καμία εντύπωση δεν προκαλεί αυτό, αφού ούτε των δύο προηγούμενων δίσκων, δεν είναι γνώστες οι περισσότεροι, μέχρι τον δίσκο ‘Meds’ φτάνει το ενδιαφέρον και οι γνώσεις τους (και μετά, παραπονιούνται και λένε ‘δεν έπαιξαν το ‘Meds’ και το ‘Every You, Every Me’), που ναι μεν είναι σπουδαίος δίσκος, αλλά ο καιρός προχωράει και κάθε επόμενη δουλειά μιας μπάντας που αγαπάμε, αξίζει την προσοχή μας.

 

 

Μετά το πέμπτο κομμάτι και πριν το έκτο, το ‘Bionic’, από τον μακρινό, ομώνυμο, πρώτο τους δίσκο, ακολούθησε ένα δυσάρεστο συμβάν από πλευράς του Brian, το οποίο δε συμβαίνει για πρώτη φορά, αλλά αντιθέτως, από ότι έγινε γνωστό, το έχει σύστημα να το κάνει σχεδόν σε κάθε πόλη που παίζουν, στη φετινή τους περιοδεία. Είπε πως έχει να ζητήσει από μας δυο χάρες: η πρώτη, είπε απευθυνόμενος σε κάποιον στις μπροστινές σειρές, ‘να σταματήσει να τσακώνεται με την ασφάλεια’, γιατί τον αποσπάει και δε μπορεί να κάνει του δουλεία του. Αναρωτηθήκαμε, εμείς, ευλόγως, ποιος και γιατί να τσακώνεται με τους σεκιουριτάδες; Όπως μάθαμε μετά, τίποτα τέτοιο δε συνέβη. Απλώς κάποιος, ζητούσε από κάποιον της ασφάλειας, να μεταφέρει σε όποιον κατάλληλο, αν και εφόσον μπορούσε, ότι εκεί που βρισκόταν μαζί με τους άλλους, μπροστά μπροστά, στα golden standing κιόλας, δεν άκουγαν τίποτα, μήπως και μπορούσε να διορθωθεί κάτι στον ήχο και ο Brian, το εξέλαβε ως τσακωμό, λες και δε μπορούσε να ρωτήσει, να μάθει τι γίνεται, όπως κάνουν τόσοι και τόσοι καλλιτέχνες, όταν παρατηρούν μια κάποια ανησυχία, ας πούμε, στο κοινό. Και δεν έμεινε εκεί. Το τράβηξε πολύ, κράζοντάς τον, του είπε να φύγει και να πάει αλλού να τσακωθεί, αν δε θέλει να τον παρακολουθήσει, του είπε να σκάσει και να πάει να γαμηθεί (τα μεταφέρω αυτολεξεί, χωρίς καμιά λογοκρισία, της οποίας δεν είμαστε φίλοι). Είπε πως έχει λαρυγγίτιδα και πως προσπαθεί πολύ για να κάνει τη δουλειά του και πως εκείνος δεν τον αφήνει κλπ. Πριν το αναλύσω παρακάτω, ένα έχω να προσθέσω: Ντροπή σου Brian, ντροπή σου, υποτιθέμενε, σοβαρέ επαγγελματία (καλά να τα λένε άλλοι, αλλά όχι κι εσύ, ξέρουμε το επί σκηνής ζωντανό παρελθόν σου, ανά τον κόσμο), κύριε Molko. ΑΙΣΧΟΣ. Η δεύτερη χάρη, ήταν να μαζέψουμε τα κινητά μας και να μην τους βιντεοσκοπούμε, ώστε να ‘απολαύσουμε τη στιγμή’, να ‘μην ενοχλούμε τους γύρω μας’ και ‘να μην τον αποσπούμε από την προσπάθειά του να κάνει σωστά τη δουλειά του’, ενώ ακριβώς λόγω του προβλήματος με τη λαρυγγίτιδα, δε θα ήθελε ‘να δει τον εαυτό του στο YouTube με αυτή τη φωνή’. Οι περισσότεροι υπάκουσαν και κατέβασαν τα κινητά τους, κυρίως φοβούμενοι τις αντιδράσεις του (σου λέει, είναι που είναι επιθετικός, μην σηκωθεί και φύγει κιόλας τώρα, ικανός είναι – ωραία εμπειρία τα live υπό καθεστώς τρόμου, ε). Η συναυλία συνεχίστηκε, με εμάς να είμαστε ξενερωμένοι από τη συμπεριφορά του Brian, καθώς και με τη φωνή του, η οποία όντως, όση έβγαινε, έβγαινε με ζόρι. Δε μπορούσε να φτάσει στα ψηλά σημεία των κομματιών και ο τρόπος που τραγουδούσε, θύμιζε unplugged συναυλία, κάτι που μάλλον, στις συγκεκριμένες συνθήκες, θα φάνταζε πολύ καλύτερο και θα μπορούσε κι ο ίδιος να ανταποκριθεί πιο αποδοτικά. Το σετ συνεχίστηκε με ακόμα ένα κομμάτι από τον νέο δίσκο (από τον οποίο, ακούστηκαν συνολικά τα επτά από τα δεκατρία κομμάτια του, μεταξύ των οποίων, όπως ήταν αναμενόμενο, και τα τέσσερα singles που είχαν κυκλοφορήσει μέσα στο προηγούμενο εξάμηνο προ της κυκλοφορίας του δίσκου – δυστυχώς, δεν έπαιξαν το αγαπημένο μου από τον δίσκο, το ‘Chemtrails’). Εκτός από τον τελευταίο δίσκο, στον οποίο, ήταν λογικό να πέσει το βάρος, τιμήθηκαν ενδεικτικά στο setlist, ο πρώτος, όπως είπαμε, με ένα τραγούδι και αντιστοίχως, ο τρίτος (‘Black Market Music’), o τέταρτος (‘Sleeping With Ghosts’) και o έκτος (‘Battle For The Sun’), ενώ o πέμπτος (‘Meds’) και ο έβδομος (‘Loud Like Love’), εκπροσωπήθηκαν από δυο κομμάτια έκαστος – κάτι που θα είχε γινεί και με τον τρίτο δίσκο, αν έπαιζαν και το ‘Special K’, το οποίο, ενώ βρισκόταν στο setlist αυτής τη περιοδείας (από την οποία, ούτως ή άλλως, έχουν αφαιρεθεί άλλα δυο κομμάτια, από όταν αυτή ξεκίνησε, το ‘Post Blue’ από τον πέμπτο δίσκο και το ‘Kitty Litter’ από τον έκτο), εδώ, σε εμάς, το παρέλειψαν (άλλη αδικαιολόγητη, απαράδεκτη και ανεξήγητη συνήθεια που έχουν κι άλλες ξένες μπάντες, αλλά κυρίως οι Placebo, επί ελληνικού εδάφους, καθώς πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι την προηγούμενη φορά που είχαν έρθει εδώ, το 2017, οπότε και περιόδευαν για τα 20 τους χρόνια, για αυτό και για πρώτη φορά, με τόσο μεγάλο setlist, το οποίο αποτελούσε σύνθεση όλης της ως τότε δισκογραφία τους και που μετρούσε 25 τραγούδια. Ε, και ήρθαν σε εμάς και έπαιξαν μόλις τα 19 (!), έκοψαν 6 τραγούδια, αν είναι δυνατόν! Και δυο μέρες μετά, έπαιξαν στην Βουλγαρία και τα είπαν μια χαρά και τα 25. Άντε βγάλε άκρη και συμπέρασμα, εσύ, τώρα…

 

 

Η ώρα πέρασε γρήγορα (γιατί μπορεί οι συνθήκες να μην ήταν ιδανικές από καμία άποψη, αλλά η μουσική των Placebo, εξακολουθεί να αγγίζει την καρδιά μας) και κατά τις έντεκα παρά, αποχώρησαν από της σκηνή, για να επανέλθουν σχεδόν αμέσως, για το καθιερωμένο encore με το ‘Running Up That Hill’ (το οποίο, μην κοιτάτε που ξανάρθε πρόσφατα στην επιφάνεια, οι Placebo το έχουν διασκευάσει και το παίζουν live από το 2003 – έτσι, έκαναν τικ και στο κουτάκι ακόμα ενός δίσκου, αυτού των διασκευών τους, με τίτλο ‘Covers’, αφήνοντας ανεκπροσώπητο, μόνο τον δεύτερο δίσκο τους, τον ‘Without You I’m Nothing’), με το οποίο μας αποχαιρέτησαν (θα έλεγα, αν όντως το είχαν κάνει, αλλά όχι, αυτοί εξαφανίστηκαν χωρίς ούτε μια κουβέντα, έναν χαιρετισμό, μια υπόκλιση ή έστω, ένα από τα σπαστά ευχαριστώ του Brian, που ειπώθηκε φέτος, μόνο στην αρχή (ενώ το 2014,μέχρι και ελληνική σημαία σήκωσαν στην υπόκλιση, αφού είχαν μιλήσει για χώρα της δημοκρατίας κλπ) και εξαφανίστηκαν στις 23:07, μία ώρα και είκοσι λεπτά μετά την έναρξη και έχοντας παίξει δεκαεπτά κομμάτια. Mια βραδιά που περιμέναμε καιρό, έφτασε στο τέλος της και τα συναισθήματα που επικρατούσαν, ήταν κυρίως αρνητικά. Πολλά έπαιξαν ρόλο σε αυτό και σίγουρα, δεν ήταν το setlist που έφταιγε – ας καταλάβουμε, κάποια στιγμή, επιτέλους, ότι σχεδόν πάντα (εξαιρούνται επετειακές περιοδείες η περιοδείες χωρίς νέο δίσκο), κάθε μπάντα, όταν βγαίνει στον δρόμο για περιοδεία, το κάνει και για να αναθερμάνει τη σχέση της με τους θαυμαστές της, και για να επιζήσει οικονομικά. Και για να το καταφέρει αυτό, προωθεί τον νέο της δίσκο, εφόσον έχει, με τα περισσότερα τραγούδια της συναυλίας, να είναι από αυτόν, όσο κι αν αυτά μας ξενίζουν, όσο κι αν δεν τα ξέρουμε ή όσο κι αν τα βρίσκουμε καλά, αλλά προτιμούμε τα παλιότερα, τα οποία υπάρχουν κι αυτά στο σετ, αλλά όταν μιλάμε για μπάντες με πολυετείς καριέρες, η δισκογραφία, συνήθως είναι μεγάλη, οπότε ποιο παλιό να πρωτοχωρέσει μέσα; Εδώ δεν υπάρχουν τέτοιες προσδοκίες, ούτε όταν έρχεται για πρώτη φορά, μια μπάντα στα μέρη μας, ακόμα κι αν έχει ήδη μια εικοσαετία πίσω της και πολύ ελπίζουν πως για αυτόν τον λόγο, θα διαφοροποιήσουν το σε τους και θα μας παίξουν και παλιότερα κομμάτια τους, κάτι που δεν συμβαίνει, συνήθως. Οπότε, έχουμε καταλήξει, στο ότι δε γίνεται ποτέ το σύνολο του κοινού να είναι ευχαριστημένο από την επιλογή του συνόλου των κομματιών, αλλά τουλάχιστον, αν η συναυλία είναι καλή, μένει αυτό που μετράει: πως το κοινό χαίρεται που (ξανά)βλέπει μια αγαπημένη του μπάντα, σε μια πολύ καλή, τουλάχιστον, εμφάνισή της, στη χώρα μας (ας μην ξεχνάμε πως για πολλές μπάντες, είτε είμαστε μακρινή επιλογή στους σχεδιασμούς της περιοδείας τους, είτε δεν υπάρχουμε καν, ούτε ως υποψία στο μυαλό τους. Καταλαβαίνω πως πολλοί, διαχρονικοί αλλά και σύγχρονοι φασαίοι, πάνε σε μια μπάντα για να ακούσουν τα δυο-τρία πασίγνωστα κομμάτια μιας μπάντας, να βγάλουν ένα βίντεο και να πουν ότι πήγαν, αλλά δεν είναι αυτός, ο μέσος θεατής ή θαυμαστής, για τον οποίο διοργανώνεται μια συναυλία ή στον οποίο απευθύνεται μια μπάντα ή τα κομμάτια τους, τουλάχιστον στο ουσιαστικό επίπεδο της δημιουργίας και ύπαρξης των περισσότερων από αυτών των κομματιών.

 

 

Πάμε λοιπόν, να δούμε, τι πραγματικά έφταιξε και το πράγμα δεν πήγε καλά, καθιστώντας την παρούσα συναυλία, αν όχι ένα φιάσκο, αλλά σίγουρα, μία από τις χειρότερες του καλοκαιριού κι ένα μελανό σημείο στη συναυλιακή σειρά επισκέψεων των Placebo στη χώρα μας (και δε λέω απλώς στην Αθήνα, γιατί η πρώτη αστοχία, ήταν η ακύρωση της Θεσσαλονίκης. Πέραν αυτού, όμως, υπάρχουν και τα εν Αθήναις σφάλματα…). Αρχικά, ήταν τρομακτικά λανθασμένη η επιλογή της Τεχνόπολης. Ενώ ήταν θετική η ιδέα των Rockwave Nights, για να μην τρέχουμε στη Μαλακάσα για μια μπάντα, που αν δεν έμπαινε με άλλες, δε θα μάζευε τόσο κόσμο για να αξίζει να γίνε στο Terra Vibe και ενώ αυτό βόλεψε πολύ κόσμο για να έρθει τώρα, ο χώρος της Τεχνόπολης αποδείχτηκε πέρα από ανεπαρκής, ως προς τη χωρητικότητα, για τόσο πολύ κόσμο, ανεπαρκής και ως προς τις τεχνικές υποδομές που απαιτούνται για τέτοιες μεγάλες και σοβαρές μπάντες, σε ήχο και εικόνα. Ακόμα δηλαδή κι αν ήμασταν πεντακόσια άτομα στον χώρο, έτσι χαλαρά, ο εξοπλισμός είναι κάτι άλλο και είναι ‘λίγος’ για τέτοιες συναυλίες. Επειδή τα τελευταία χρόνια, δε θυμάμαι ξένες συναυλίες εκεί, τουλάχιστον τέτοιου μεγέθους (δε μετράω το περυσινό Plissken πχ, γιατί λόγω πανδημίας, ήταν με καθίσματα κλπ, ενώ κάτι Tom Odell και Steven Wilson, προ τετραετίας, είχαν ακυρωθεί), οπότε η διοργανώτρια εταιρία συγχωρείται για αυτό. H XLALALA, ως μία από τις δύο εταιρίες – διαδόχους της ιστορικής DIDI, είμαι σίγουρος πως δε θα δεχόταν τέτοιες οικτρές συνθήκες για μια ιστορική μπάντα που η ίδια πρωτοέφερε εδώ και συνεχίζει να τη φέρνει για δυο δεκαετίες, αλλά ούτε και για το κοινό της. Έκανε το πείραμά της φέτος – και καλά έκανε, την ευχαριστούμε και για αυτό, και που συνεχίζει να φέρνει τους Placebo, αλλά και πόσες ακόμα αξιόλογες μπάντες, αλλά πιστεύω πως κατέστη κατανοητό πως το πείραμα στην Τεχνόπολη, δεν παίρνει επανάληψης και κάτι τέτοιο, του χρόνου, δε θα θεωρείται λάθος άγνοιας, ούτε θα είναι συγχωρητέο. Καλύτερα στο ταρατσάκι του ΣΕΦ, όπως το ΄14, αν είναι να ξανάρθουν για μη φεστιβαλική συναυλία, παρά αυτό το αίσχος που βιώσαμε. Προβληματικός χώρος, κακός ήχος, αδυναμία απρόσκοπτης θέασης, ήταν το πρώτο θέμα, με το δεύτερο, να συνδέεται με τα παραπάνω: τραγική η ύπαρξη golden standing εισιτηρίων. Μου φάνηκε γελοίο εξαρχής, αλλά μετά έμαθα πως αποτελεί μεταφορά των εισιτηρίων που είχαν κλειστεί από το 2020 για το Terra Vibe. Όχι πως εκεί δικαιολογείται, βέβαια, αλλά από την Τεχνόπολη, πιο κατανοητό. Κάποια στιγμή, πρέπει να εκλείψουν αυτά τα ταξικά φαινόμενα διαχωρισμού, στα οποία πρωτοστατούν ελιτίστικοι χώροι, όπως το Ηρώδειο, που για να βγάλουν τα υψηλά έξοδα του ενοικίου, οι εταιρίες χωρίζουν τις θέσεις σε ζώνες, παραδεχόμενες ουσιαστικά πως ‘όποιος έχει λεφτά, αξίζει καλύτερη θέαση΄. Δεν πάει έτσι, όμως. Σε αυτά, όλα είναι και πρέπει να είναι, θέμα προτεραιότητας και όχι πορτοφολιού, το οποίο ενίοτε, σπρώχνει και όσους δεν το έχουν γεμάτο, να το αδειάσουν για να ‘αποδείξουν’ πως είναι από τους μεγαλύτερους fans. Ας σταματήσει αυτή η ντροπή πια. 50 ευρώ, είχε το γενικό εισιτήριο στην πόρτα, για τη συγκεκριμένη συναυλία (γιατί έτσι; τη νοικιάζει ακριβά την Τεχνόπολη, ο Μπακογιάννης; Στην προηγούμενη μεμονωμένη συναυλία τους, το 2014, στην πόρτα είχε 39 ευρώ, τώρα γιατί αυξήθηκε; Πάντως όχι λόγω της δημοφιλίας των Placebo, γιατί αυτή, έπεσε…) και 90 το golden standing. 20 χρόνια πριν, να καταλάβαινα την ύπαρξη του – και πάλι, όχι εντελώς. Τώρα, όμως, καθόλου, όταν ο κόσμος, γύρω μας, πεινάει. Αλλά, αφού υπάρχει κόσμος και πάει και τα δίνει, αντί να απέχουν όλοι, ώστε να εκλείψουν τέτοια φαινόμενα, καλά του κάνουν. Το αξίζει το κερατιάτικο το πέταμα των χρημάτων, τι να πω.

 

 

Κορύφωση τραγικότητας της βραδιάς, η απαράδεκτη, αντιεπαγγελματική, αγενής, απάνθρωπη, ενοχλητική, θλιβερή συμπεριφορά του frontman των Placebo, απέναντι στο επί σχεδόν 30ετίας, φανατικό κοινό τους. Δεν ξέρω τι έχει πάθει ο Brian. Βασικά ξέρω, μεγάλωσε. Πενηντάρισε. Ενοχλείται από όλα, από όλους και πρωτίστως, από τον εαυτό του τον ίδιο – πράγμα που μαρτύρησε και η πρόσφατη μεταμόρφωση του προσώπου του (που καλά έκανε, αν γούσταρε, αλλά λέμε). Όπως και να έχει, ό,τι κι αν τους συμβαίνει, η συμπεριφορά του, δε δικαιολογείται με τίποτα. Δε θα σχολιάσω κάτι παραπάνω για το απαράδεκτο της ακύρωσης της Θεσσαλονίκης, δυο ώρες πριν τη συναυλία – όποιος κι αν ήταν ο πραγματικός λόγος, δεν τον μαθαίνεις δυο ώρες πριν, διότι αν είναι κάτι τόσο σοβαρό που όντως έγινε τότε, είναι τόσο, που σε αποτρέπει να παίξεις την επόμενη μέρα. Πάμε παρακάτω. Δεν είμαστε δεκαπέντε χρόνια πριν. Ο κόσμος κοιτάει το κινητό του, πια, περισσότερο από το πρόσωπό του, το πρόσωπο των αγαπημένων του, τον ήλιο. Καλώς ή κακώς, έτσι είναι. Δε θα το αφήσει κάτω. Κυρίως, όταν το χρησιμοποιεί για να τραβήξει εσένα. Επειδή σε γουστάρει ως καλλιτέχνη και θέλει να σε ξαναδεί μετά. Επειδή σε αγαπάει. Κι αν δεν υπήρχε αυτός ο κόσμος, αγαπητέ Brian, αφενός, δε θα κάνατε, στη σημερινή εποχή, πια, συναυλίες, διότι κανείς δε θα πατούσε το πόδι του, αφετέρου, δε θα είχατε, ως μπάντα, τόσο πλούσιο αρχειακό υλικό, το οποίο αποκτήσατε προ επταετίας, αφού ζητήσατε να σας στείλει, όποιος είχε, τέτοιο υλικό, από παλιότερες συναυλίες σας, κι έτσι τροφοδοτούσατε τον λογαριασμό σας στο Youtube με παλιά, live βίντεο, για μια διετία. Οπότε, άσε τον κόσμο να τραβήξει κάνα βίντεο και να γουστάρει αυτό που κάνεις, και κοίτα να πάρεις παράδειγμα.  Αυτό το λέω, διότι ο Brian, μας ήρθε με ξυνίλες, με ακεφιές. Να κάνει ένα διεκπεραιωτικό show, να πάρει το χαρτί και αν την κάνει. Χωρίς ψυχή, όρεξη, συναίσθημα. Ήρθε να κάνει ‘τη δουλίτσα του’. Όμως, ούτε αυτή δε γίνεται καλά, όταν την κάνεις σαν να σε έβαλαν με το ζόρι να την κάνεις. Πού είναι η εποχές που έβγαινε στη σκηνή και καύλωνε όλο το κοινό από κάτω, επειδή ο ίδιος φαινόταν σαν σε έκσταση, που ήταν εκεί πάνω και όλοι παραληρούσαν; (επειδή γούσταραν τρελά, όχι αυτό το χαζό που χειροκροτούν ακόμα κι αν τους βρίσεις τη μάνα – το έκαναν κι εδώ, αντί να τον κράξουν για αυτά που τους έλεγε, σαν νήπια που τα μαλώνουν κι αυτά γελούν γιατί δεν καταλαβαίνουν τι τους λένε). Θα πει κανείς, ήταν άρρωστος. Δε θα πω τα περί του καλλιτέχνη, που και με σαράντα πυρετό, πρέπει να ανεβαίνει στη σκηνή και να μην καταλαβαίνει κανείς το παραμικρό. Θα πω πως αν αδυνατούσε να ανταποκριθεί (που αδυνατούσε), ας προέβαιναν σε ακύρωση / επαναπρογραμματισμό, όπως είπα και στην αρχή. Το θέμα είναι, όχι απλώς ότι δε μπορούσε να τραγουδήσει καλά, αυτό είναι δεκτό, αλλά η συνοδή συμπεριφορά του, που επίσης δεν ήταν καλή – σαν τη φωνή του.

 

 

Όποιος και να είσαι, κι ο θεός ο ίδιος, δε μπορείς και δε δικαιούσαι να προσβάλλεις κανέναν (πόσο μάλλον, χωρίς να ξέρεις καν τι έχει γίνει, αφού οι άλλοι, από κάτω, που πλήρωσαν και εισιτήριο σχεδόν διπλής τιμής, δεν άκουγαν Χριστό και απλώς παραπονιούνταν για αυτό). Ειδικά κάποιον, που ήρθε και πλήρωσε τέτοιο εισιτήριο για να σε δει (και όποιας αξίας εισιτήριο, βασικά). Κι αν έχεις θέμα με κάποιον στο κοινό, τού απευθύνεσαι ευγενικά, όχι έτσι. Κι αν δεν καταλαβαίνει αναλαμβάνουν οι αρμόδιοι. Κι αν οι άλλοι, θέλουν να τραβήξουν βίντεο, θα το κάνουν. Κι αν εσύ έχεις ψυχολογικά και κόμπλεξ, για το πώς φαίνεσαι και ακούγεσαι, είτε λύσ’ τα, μόνος ή με βοήθεια ειδικού, είτε παράτα τα live και τη δημόσια έκθεση και κρύψου σπίτι σου, δεν είσαι ερασιτέχνης, δεν ξεκινάς τώρα, δεν είσαι είκοσι χρονών, δε μπορείς να κάνεις και να λες τέτοια πράγματα, Brian. Τι ντιβισμοί είναι αυτοί ρε παιδιά; Ποιοι νομίζουν ότι είναι όλοι; Ή τι έπαθαν, μάλλον; Οκ, πολλοί καλλιτέχνες ήταν ανέκαθεν δύστροποι, αλλά τώρα που μεγάλωσαν, έχουν ξεφύγει εντελώς. Έχεις τον Murphy, να πετάει τα μικρόφωνα και να φεύγει, γράφοντας το κοινό που πλήρωσε για να τον δει σε αυτή τη σπάνια εμφάνιση, επειδή τον ‘πείραξε ο ήχος και ο ηχολήπτης’. Κάλεσε πάνω τους κατάλληλους, να σου διορθώσουν το πρόβλημα. Έχεις τον Dickinson να βρίζει επίσης αισχρά, άτομο για το καπνογόνο και μάλιστα, με ρατσιστικό χαρακτηρισμό μίσους. Α και μετά ανεβάζεις στο ίντερνετ φωτογραφίες με καπνογόνα, για να δείξεις τι ωραία ήταν. Ζήτα του να το σβήσει ή κάλεσε την ασφάλεια να του το πάρει ή/και να τον απομακρύνει. Τώρα έχεις τον Brian, να κάνει κηρυγματάκι με υφάκι, βρίζοντας και απειλώντας εμμέσως. Έχουν ξεφύγει όλοι τους. Δε σας έφερε κανείς με το ζόρι εδώ, ούτε χάρη μας κάνετε. Το κοινό έχει πληρώσει (και μάλιστα αδρά) κι εσείς το καθυβρίζετε και το υποτιμάτε. Θεωρούν πως οι Έλληνες fans είναι fans, πολίτες και άνθρωποι τρίτης κατηγορίας, ας πούμε; Αν είναι έτσι, μη σώσετε και πατήσετε ξανά, κανείς σας. Αν έρχεστε όμως, είτε επειδή θέλετε, είτε μόνο για τα λεφτά, θα είστε κύριοι και θα πουλήσετε στον κόσμο και το παραμύθι που θέλει να ακούσει, ότι τον γουστάρετε, ότι τον αγαπάτε, ότι χαίρεστε που είστε εδώ και θα δείχνετε πως το ευχαριστιέστε, δε θα έχετε τα μούτρα μέχρι το πάτωμα (εξαίρεση, ο Stefan, που σήκωσε ένα σχεδόν νεκρό live στους ώμους του και κατάφερε, κάπως, να το αναστήσει, αλλιώς θα μιλούσαμε για παταγώδη αποτυχία), ακόμα κι αν από μέσα σας, βρίζετε θεούς και δαίμονες. Έρχεστε, πληρώνεστε και αποθεώνεστε από τον κόσμο, επειδή υποτίθεται πως θα τον ψυχαγωγήσετε, όχι πως θα του κάνετε λεκτικό bullying, να βάζουμε τα πράγματα στη θέση τους, γιατί θα ξεχάσουμε κι αυτά που ξέραμε. Τι άλλο να πω; Θα μπορούσα να πω κι άλλα, αλλά δε χρειάζεται, καταλάβατε και τι έγινε και τι ήθελα να πω. Και σε αυτό το σημείο, να ξεκαθαρίσω το εξής: Αυτά θα τα έλεγα για οποιαδήποτε μπάντα που θα τύχαινε να βρεθώ σε συναυλία της, είτε δεν την ήξερα και βρέθηκα τυχαία, είτε την ψιλοήξερα, είτε την άκουγα και μου άρεσε. Πόσο μάλλον στην προκειμένη περίπτωση, που οι Placebo είναι πραγματικά, μία από τις πιο αγαπημένες μου μπάντες και για αυτό στεναχωρήθηκα, απογοητεύτηκα και εκνευρίστηκα πολύ με αυτά που ζήσαμε. Τους Placebo τους ανακάλυψα αρχές καλοκαιριού του 2010 με το κομμάτι ‘The Crawl’. Ήμουν 14 χρονών και με θυμάμαι να καπνίζω τα πρώτα μου τσιγάρα, κάτι κόκκινα Prince και σχεδόν να κάνω κεφάλι, ακούγοντας το ‘My Sweet Prince’. Αργότερα, να γράφω ποιήματα εμπνευσμένα από το ‘Leni’ και το ‘Centrefolds’. Να κλαίω τον χαμένο έρωτα με το ‘Sleeping With Ghosts’ και το ‘Blind’, να παίρνω ψυχική δύναμη με το ‘Battle For The Sun’, το ‘Bitter End’, το ‘Song To Say Goodbye’, το ‘Drag’, να νοσταλγώ με το ‘Pierrot The Clown’ και το ‘Follow The Cops Back Home’ και να ερωτεύομαι ξανά με το ‘Loud Like Love’, το ‘Bright Lights’ και το ‘Meds’. Ειδικά μεταξύ 14 και 18 ετών, ήταν οι Placebo, μαζί με τους Evanesence, τους Archive και τους Anathema, ήταν οι μπάντες που πραγματικά μου έσωσαν τη ζωή, μου διαμόρφωσαν τις μουσικές προτιμήσεις και άνοιξαν τον δρόμο για να ανακαλύψω, αργότερα, αμέτρητες άλλες μπάντες, μουσικές και δρόμους, τέχνης και ζωής, ενώ η συναυλία τους, το 2014, ήταν η πρώτη που πήγα στη ζωή μου. Για αυτό και είμαι σκληρός σε αυτό το κείμενο. Διότι, μια μπάντα με τέτοια ιστορία, δισκογραφία και αξέχαστες εμφανίσεις, που συνεχίζει να γράφει πραγματικά καλά τραγούδια, σαν να μην πέρασε μια μέρα, δε δικαιολογείται να συμπεριφέρεται έτσι και μάλιστα, ειδικά μετά από αρκετά μεγάλο διάλειμμα που έκαναν, και στη δισκογραφία και στις περιοδείες, δεν είναι αν πεις ότι κουράστηκαν, ότι μπούχτισαν λίγο και ξεσπούν – ούτε παλιά δεν τα έκαναν αυτά, που ήταν και στα πάνω τους, έτρεχαν, τραγουδούσαν, έγραφαν συνέχεια. Και μετά, έχουμε και τους απ’ έξω να κράζουν ότι είμαστε γραφικοί και είκοσι χρόνια πίσω, που τους ακούμε ακόμα και πάμε να τους δούμε. Κι εμείς, να υποστηρίζουμε την προτίμηση και την επιλογή μας και να τους οικτίρουμε. Μετά από αυτή τη συναυλία, μόνο για εμάς, τους fans, ένιωσα οίκτο. Όμως, όλοι δικαιούνται μια κακή μέρα. Για αυτό, εγώ προσωπικά, ελπίζοντας για το καλύτερο για τους ίδιους και τη συνέχεια της μπάντας, θεωρώ το φετινό, ως ένα ατυχές συμβάν και θα προσπαθήσω να το ξεχάσω, σαν να μη συνέβη ποτέ, μιας και όλοι κάνουμε τα λάθη μας. Ελπίζω και οι άλλοι fans. Και θα είμαστε εδώ, να περιμένουμε την επόμενη φορά, αν τους δώσουμε μια δεύτερη (τελευταία) ευκαιρία, ελπίζοντας στην αναβίωση του ένδοξου παρελθόντος, όχι από παρελθοντολάγνα έννοια, αλλά με εκείνη που θεωρεί πως το παλιό, μπορεί να έρθει στη σημερινή μορφή και ίσως και όντας ακόμα καλύτερο. Μέχρι την επόμενη φορά, υπομονή και λήθη. Σε καλύτερο χώρο, με καλύτερες συνθήκες. Ελπίζω. Ελπίζουμε όλοι μας. Όπως ελπίζουμε, να μη χρειαστεί να τους γκρεμίσουμε. Όχι τυπικά, ως προς την υποστήρικη (του γνωστού τύπου που ισχύει, ότι εμείς ανεβάζουμε τους καλλιτέχνες ή και τον οποιονδήποτε κι εμείς τους γκρεμίζουμε), αλλά ουσιαστικά, μέσα μας. Θα ήταν κρίμα να γκρεμιστούν μέσα μας. Αυτή τη φορά, έβαλαν το σφυρί στα χέρια μας. Την επόμενη φορά, ελπίζουμε να το πάρουν πίσω και όχι να μας αναγκάσουν να το χρησιμοποιήσουμε, μέχρι να διαλύσουμε και τα θεμέλια, μέχρι να πέσει και το τελευταίο τούβλο αγάπης και νοσταλγίας. Θα είναι κρίμα. Έχουν λίγο χρόνο να καταλάβουν και να μετανοήσουν.

 

φώτο: Πάνος Σταυρουλάκης

 

SETLIST:

1) Forever Chemicals

2) Beautiful James

3) Scene of the Crime

4) Hugz

5) Happy Birthday in the Sky

6) Bionic

7) Surrounded by Spies

8) One of a Kind

9) Sad White Reggae

10) Try Better Next Time

11) Too Many Friends

12) Went Missing

13) For What It’s Worth

14) Slave to the Wage

15) The Bitter End

16) Infra-red

Encore:

17) Running Up That Hill (A Deal With God) [Kate Bush cover]

_____

 

Κείμενο: Πάνος Σταυρουλάκης

Φωτογραφίες: Θανάσης Μαϊκούσης

 

*

 

More from Πάνος Σταυρουλάκης
Ανταπόκριση: Myrkur & Labri Giotto @ Fuzz Music Club – Κυριακή 11/11/2018
Κυριακή βράδυ, κι εμείς κατηφορίζουμε την Πειραιώς, προς το ύψος του Fuzz,...
Read More
0 replies on “Ανταπόκριση: Placebo @ Τεχνόπολη – Πέμπτη 21/07/2022”