Στον χώρο του ιστορικού Ηρωδείου, στα πλαίσια του φετινού Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου, βρεθήκαμε την περασμένη Παρασκευή, για να απολαύσουμε τον λαοφιλή, όπως διαπιστώθηκε, Γερμανό μουσικό και πολυοργανίστα, Nils Frahm, σε ένα εξαιρετικό και ασύγκριτο, one man show, κατά την τρίτη του επίσκεψη στην Αθήνα (τη δεύτερη του, που διοργανώνει, με τεράστια επιτυχία, το Plissken), για την οποία, γέμισε, σχεδόν ασφυκτικά, το αρχαίο θέατρο.
Ήδη από την ανακοίνωση της, προ καιρού, η συγκεκριμένη συναυλία ξεσήκωσε το ενδιαφέρον του κοινού που ήθελε να δει (ή να ξαναδεί) τον Nils Frahm, έναν εξαιρετικό μουσικό, παραγωγό και συνθέτη της νέας γενιάς του ambient και νεοκλασικού ήχου, του οποίου, η δημοφιλία, έχει αυξηθεί τα τελευταία χρόνια διεθνώς, κάτι το οποίο ναι μεν έχε βάση, αλλά δεν παύει να προκαλεί εντύπωση πως αυτό συνέβη και στη χώρα μας. Σίγουρα το γενικότερο, εναλλακτικό, μουσικό ρεύμα που επίσης έχει αναπτυχθεί τα τελευταία χρόνια προς τις κατευθύνσεις τέτοιων ειδών, έχει συμβάλλει σε αυτό, οπότε, όπως είναι αναμενόμενο, μεγάλο ποσοστό στην Ελλάδα, ακούει, ακολουθεί και παρακολουθεί τους σχετικούς καλλιτέχνες, κυκλοφορίες και εκδηλώσεις, λόγω υπαγόρευσης, μόδας κλπ, πράγμα το οποίο, δυστυχώς, συμβαίνει σε πολλά είδη μουσικής, αλλά και τέχνης, γενικότερα. Αναμφισβήτητα, όμως, μεγάλο μέρος του κοινού και σε τέτοιες περιπτώσεις, αλλά και στη συγκεκριμένη, για την οποία μιλάμε, είναι πραγματικοί θαυμαστές και φίλοι της καλής μουσικής, της τέχνης και κυρίως, του εκάστοτε άξιου καλλιτέχνη και ο Frahm έχει αποδείξει πως είναι ένας σπουδαίος καλλιτέχνης, ένας ευφυής συνθέτης και μια καλλιτεχνική προσωπικότητα που δεν εφησυχάζει και δεν σταματάει ποτέ να πειραματίζεται και να δημιουργεί. Με τη φήμη του εξαιρετικού live performer, ανυπομονούσαμε να τον δούμε και από κοντά (μιας και την προηγούμενη φορά, 3,5 χρόνια πριν, στην sold out εμφάνισή του στο Μέγαρο Μουσικής, δεν το καταφέραμε, ενώ την πρώτη φορά, πριν 11 χρόνια, στο Six Dogs, δεν τον γνωρίζαμε ακόμα), κάτι που συνέβη και επιβεβαίωσε και με το παραπάνω τη φήμη του. Προσωπικά, ανακάλυψα τον Frahm προ επταετίας, όταν τον Μάρτιο του 2016, κυκλοφόρησε στους κινηματογράφους, μία από τις καλύτερες ταινίες της τότε χρονιάς, η ‘Victoria’, της οποίας, την εκπληκτική μουσική, έγραψε ο Frahm και μέχρι σήμερα, αποτελεί τη μοναδική ταινία μεγάλου μήκους για την οποία συνέθεσε το soundtrack. Η ταινία αποτελεί πραγματικά, ένα μάθημα σκηνοθεσίας, βραβεύτηκε διεθνώς, αλλά εδώ, μετά από μία, μόλις, εβδομάδα, εξαφανίστηκε από τους κινηματογράφους, καθώς δεν έκανε εισιτήρια. Η ανάμνησή της, όμως, έμεινε μέσα μου, μαζί της και το πρωτάκουστο, για μένα, όνομα Nils Frahm, που έντυσε τόσο ωραία, μουσικά, την ταινία (την οποία, προτείνω μετ’ επιτάσεως, να αναζητήσετε και να παρακολουθήσετε, αλλά και ασχέτως αυτού, να απολαύσετε και τον σχετικό δίσκο του Frahm, ‘Music For The Motion Picture Victoria’. Έκτοτε, τον παρακολουθώ, αν και η αλήθεια είναι πως όχι στενά. Δηλαδή, ούτε πλήρη γνώση του έργου του έχω, ούτε κοιμάμαι και ξυπνάω ακούγοντας τον, αλλά σίγουρα, χαίρει της εκτίμησής μου και κατά καιρούς, όλο και κάτι δικό του θα κάτσω να ψάξω, να ακούσω, να ανακαλύψω. Φυσικά, παρέμενε και η επιθυμία να τον δω από κοντά, αν και όποτε θα είχα αυτή τη ευκαιρία και τελικά, η ώρα αυτή, έφτασε.
Φτάνοντας στο Ηρώδειο, ένα τέταρτο πριν τις εννιά, έμεινα έκπληκτος βλέποντας τον κόσμο που είχε κατακλύσει τις κερκίδες του. Φυσικά, αμέσως κατάλαβα αυτό για το οποίο μίλησα, ότι δηλαδή, πολύς από αυτόν τον κόσμο, δεν είχε έρθει καθαρά για καλλιτεχνικούς λόγους, αλλά στην τελική, δε λέει και τίποτα αυτό, ούτε για τον καλλιτέχνη, που βλέπει τόσο κόσμο από κάτω για τον ίδιο, ούτε φυσικά, για το ταμείο της εκδήλωσης – που όσο πεζό κι αν ακούγεται αυτό, μετράει σε κάθε συναυλία και ειδικά σε αυτές, για τις οποίες, εξασφαλίζεται το Ηρώδειο, του οποίου η τιμή ενοικίασης, είναι στα ύψη. Επομένως, ναι, ήδη διαφαινόταν πως η συναυλία θα αποτελούσε εμπορική επιτυχία, αλλά μέχρι το τέλος της βραδιάς, θα είχε αποδειχτεί πως θα αποτελούσε και αξέχαστη, καλλιτεχνική επιτυχία! Η ροή του κόσμου συνεχιζόταν απρόσκοπτα, μέχρις ότου άρχισαν να γίνονται οι πρώτες ανακοινώσεις δια μεγαφώνων περί της επικείμενης έναρξης, Οι τελευταίοι τακτοποιήθηκαν στις θέσεις τους, ο χώρος, σχεδόν γέμισε (ελάχιστα, μικρά κενά σημεία παρέμειναν), τα φώτα χαμήλωσαν και στις 21:23, ο Frahm έκανε την είσοδό του στη σκηνή. Καταχειροκροτούμενος, ντυμένος με ρούχα απλά και καθημερινά, χαιρέτησε τον κόσμο με ένα μεγάλο χαμόγελο και κατευθύνθηκε προς τον μουσικό εξοπλισμό του, ο οποίος είχε παραταχθεί στη μέση της σκηνής τοποθετημένος σε σχήμα δύο κολλημένων κεφαλαίων ‘Π’, κάτι που τον έκανε, στη συνέχεια, να πηγαίνει από την εσοχή του ενός ‘Π’ στην άλλη, αναλόγως με το τι και πώς ήθελε να παίξει. Είναι γνωστό πως ο Frahm διαθέτει μεγάλο, ιδιαίτερο, vintage και πολύπλοκο μουσικό εξοπλισμό, με τον οποίο παράγει την επίσης τόσο ιδιαίτερη μουσική του. Επομένως, δεν έχω πλήρη γνώση αυτού, ενώ από το πάνω διάζωμα, δε φαίνονταν όλα καθαρά σε αυτόν (αλλά και από το κάτω, δεν είμαι σίγουρος για το αν και κατά πόσο καλύτερα θα φαίνονταν, μα ακόμα κι αν συνέβαινε αυτό και πάλι δε σημαίνει πως θα μπορούσα να ξεχωρίσω / καταλάβω τι ακριβώς βλέπω), ενώ ούτως ή άλλως, την περισσότερη ώρα, ήταν γυρισμένος σε αυτό, με εμάς να τον βλέπουμε πλάτη ή στο πλάι.
Εντύπωση, βέβαια, προκαλούσε ένα ‘όργανο’, αποτελούμενο από ποτήρια, με το οποίο και παραγόταν μουσική και αντίστοιχό του, έχω δει μόνο προ ετών, σε ταινίες. Μάλιστα, αυτό, από ότι διάβασα, πρωτοδημιουργήθηκε ως μέσο παραγωγής ήχου, τρεις αιώνες πριν, το 1761, ενώ κάπου πήρε το μάτι μου, να αναφέρονται σε αυτό ως ‘υδροκρυσταλλόφωνο’, στου οποίου, των ποτηριών τις άκρες, αγγίζει, σχεδόν τρίβει ο καλλιτέχνης, με βρεγμένα δάχτυλα κι έτσι παράγεται η ΄μουσική’. Ακόμα, αρκετά πληκτροφόρα όργανα (όπως πχ, ηλεκτρικό πιάνο), κονσόλες, πετάλια και ατελείωτες καλωδιώσεις, συνέθεταν το εντυπωσιακό σκηνικό του στησίματος του εξοπλισμού του, μεταξύ άλλων. Καθώς η ώρα περνούσε, μαζί κι εκείνος περνούσε από το ένα κομμάτι στο άλλο (τα περισσότερα ήταν μεγάλης διάρκειας), που σίγουρα, πέρα από κάνα δυο, δε μπορώ να πω πως τα αναγνωρίζω ως τίτλους της δισκογραφίας του, αλλά είχε κάνει μια επιλογή για τη setlist, η οποία αποτελούταν από διαφορετικά, μεταξύ τους, κομμάτια, πιθανώς και διαφορετικών εποχών της εργογραφίας του. Έτσι, ακούστηκαν και πιο ‘χαμηλά’ κομμάτια, αλλά και πιο γρήγορα, μπιτάτα, ηλεκτρονικά, άλλα με πλήκτρα, άλλα νοσταλγικά, άλλα ρυθμικά, ενώ σίγουρα, δε φαινόταν να έχει στραφεί σε πιο ‘ασφαλείς’ και γνωστές επιλογές, πράγμα που φάνηκε και από ημιαυτοσχεδιαστικό κομμάτι που έπαιξε, για το οποίο, απευθύνθηκε και στο κοινό, ζητώντας τη βοήθειά του: έπαιζε κάποιες νότες και έδωσε ως παράδειγμα, ο ίδιος, τον ήχο που ήθελε ο κόσμος να παράξει. Μετά από κάνα δυο δοκιμές, ζήτησε να το κάνει μόνο το γυναικείο κοινό, λέγοντας πως θα το ηχογραφήσει εκείνη την ώρα και θα το χρησιμοποιήσει στο κομμάτι του, ευθύς αμέσως (ενώ δεν έπαψε να αστειεύεται και να λέει, ας πούμε, πως αν βγει καλό, θα το βάλει στον επόμενο δίσκο του). Οι γυναίκες ανταποκρίθηκαν και μετά από δυο – τρεις προσπάθειες, το επιθυμητό αποτέλεσμα επιτεύχθηκε, για αυτό και τις ευχαρίστησε θερμά, συγχαίροντάς τις, λέγοντας πως το τελικό αποτέλεσμα ακουγόταν σαν ‘χίλιες’ Μαρίες Κάλλας μαζί – με εμένα να σκέφτομαι πως δεν ξέρω αν γνώριζε κιόλας πως η ίδια η Κάλλας, είχε τραγουδήσει στην ίδια σκηνή, στην οποία, επάνω, βρισκόταν εκείνος, τώρα . Το έπαιξε κατευθείαν και το ακούσαμε, ενώ είπε πως στη συνέχεια θα επεξεργαζόταν την ηχογράφηση, πράγμα που έκανε, μειώνοντας, μάλλον, την ταχύτητά της και βάζοντάς την επεξεργασμένη εκδοχή, να παίζει σε ασταμάτητη επανάληψη κατά τη διάρκεια του μεγάλου κομματιού του.
Χαμογελαστός, επικοινωνιακός, μαυροντυμένος και φορώντας το καπελάκι του, χαμογελούσε και ευχαριστούσε ταπεινά και διαρκώς (όποτε υπήρξε κενό, ανάμεσα στα κομμάτια του) τον κόσμο, ενώ φαινόταν εντυπωσιασμένος και ευγνώμων από τη μεγάλη προσέλευση κοινού στη συναυλία του, αλλά και από τη θερμή ανταπόκριση αυτού, κατά τη διάρκειά της. Δε δίστασε να έρθει σε επαφή με τον κόσμο, να αστειευτεί, να επικοινωνήσει μαζί του. Είπε πως όταν είχε πρωτοέρθει ως τουρίστας στην Ελλάδα, πριν από περισσότερο από μια δεκαετία και είχε ανέβει στην Ακρόπολη, είχε δει το θέατρο και είχε εντυπωσιαστεί, αλλά δε θα μπορούσε να φανταστεί ότι θα έπαιζε ποτέ σε αυτό. Μάλιστα, μίλησε και για τις ‘δυσκολίες’ του καυτού αττικού ήλιου, αφού όλη μέρα που έστηναν τον εξοπλισμό, ήταν αναγκασμένοι να τοποθετήσουν τέντες άνωθέν του, για να μην τον ‘κάψει’ ο ήλιος. Αργότερα, πρόσθεσε πως το επόμενο κομμάτι θα ήταν το τελευταίο του, πριν αποχωρήσει από τη σκηνή, ξανάρθει και συνεχίσει για λίγο ακόμα, αστειευόμενος περί της συνήθειας του encore. Πράγματι, έτσι έγινε. Αποχώρησε, ο κόσμος χειροκροτούσε καλώντας τον πίσω κι εκείνος επανήλθε για λίγα, ακόμα, κομμάτια, με πρώτο το πασίγνωστο ‘Says’, το οποίο, ο κόσμος, αναγνώρισε και τρελάθηκε, ακούγοντάς το, με την ενέργειά του, να διαπερνάει το ημικύκλιο του θεάτρου και τα φώτα να γίνονται λίγο πιο θεαματικά (μιας και μέχρι εκείνη την ώρα, βλέπαμε μόνο τα λίγα και συγκεκριμένα, μονόχρωμα, που είχαν τοποθετηθεί επί σκηνής, σε στρατηγικά σημεία, φωτίζοντας χαμηλά, θα λέγαμε, τον ίδιο και τον εξοπλισμό του), ενώ μετά, προστέθηκαν και κάποια άλλα (και διαφορετικών χρωμάτων) που έπεφταν στη σκηνή από απέναντι, δημιουργώντας και ένα ωραίο θέαμα, όπως ‘χόρευαν’ πάνω στα αρχαία τοιχώματα. Ο ήχος, ευτυχώς ήταν και παρέμεινε εξαρχής, σε εξαιρετικά επίπεδα – και δε λέμε μόνο για την ποιότητά του, πράγμα πολύ σημαντικό, αλλά και για την έντασή του, πράγμα εξίσου σημαντικό, η οποία, ήταν η ιδανική, μιας και είναι σύνηθες σε πολλές συναυλίες, διαφόρων ειδών και σε διάφορους χώρους, η έντασή του να είναι από υψηλή ως ενοχλητική, τώρα, όμως, εδώ, ήταν η ιδανική.
Έτσι, μετά τα δύο – τρία κομμάτια του encore, έφτασε το τέλος, δίχως να το καταλάβουμε, γύρω στις 23:10, ένα δεκάλεπτο, περίπου, πριν κλείσει δίωρο (και πάνω στην ώρα, που είχαμε αρχίσει να πιανόμαστε, όντας καθήμενοι στα μάρμαρα και παρά το μαξιλαράκι, το οποίο ναι μεν βοηθάει, αλλά όχι και πολύ) που έπαιζε ολομόναχος στη σκηνή, προσφέροντάς μας ένα μεθυστικό και μαγικό μπουκέτο ήχων και συναισθημάτων με το σετ του, ενώ το απαλό, βραδινό αεράκι και το χαμηλό φως του φεγγαριού, έπεφταν πάνω μας, σαν να ήθελαν κι αυτά να συμμετάσχουν σε αυτή τη μυσταγωγία. Τα φώτα του χώρου άναψαν, όλος ο κόσμος πετάχτηκε επάνω και άρχισε να χειροκροτεί συγκινημένος και ανίκανος, ακόμα, να μιλήσει και η ενέργειά του, μετατράπηκε σε έναν χείμαρρο κατευθυνόμενο προς τη σκηνή, πάνω στην οποία, ο Frahm υποκλινόταν ξανά και ξανά, μέσα στην τρελή χαρά, πριν σηκώσει το χέρι και μας αποχαιρετήσει. Ενθουσιασμένοι, όλοι, αρχίσαμε να αποχωρούμε και τότε ήταν που κατέστη σαφές πως όλοι οι παρευρισκόμενοι, ασχέτως της μέχρι τότε επαφής τους με τον καλλιτέχνη, απόλαυσαν στο έπακρο τη βραδιά, κάτι, βέβαια, που είχε φανεί και κατά τη διάρκεια αυτής, από τον σεβασμό που κράτησαν στην πλειοψηφία τους, μένοντας σιωπηλοί και χωρίς να προκαλούν θόρυβο και κάθε είδους όχληση. Μια πραγματικά υπέροχη βραδιά και για εμάς, αλλά και για τον Frahm, όπως φάνηκε και αυτό είναι που την καθιστά ακόμα σημαντικότερη. Ευγνώμονες, όλοι, φυσικά, στη διοργάνωση του Plissken Festival, η οποία δεν παύει ποτέ να μας εκπλήσσει ευχάριστα, αποδεικνύοντας πως τα καταφέρνει εξαιρετικά με κάθε είδους, βεληνεκούς και διαμετρήματος καλλιτέχνη και με κάθε μεγέθους, ιστορίας και απαιτήσεων, συναυλιακό χώρο. Οπότε, ανανεώνουμε το ραντεβού μας για τις επόμενες, εξαιρετικές συναυλίες (ας μου επιτραπεί και μια σχετική πρόταση, στο αγαπητό Plissken: οι υπέροχοι Two Lanes, από Βερολίνο κι εκείνοι, θαπαίζουν στην Ευρώπη τον Σεπτέμβριο, απλώς λέω...) και ελπίζουμε, μέσα σε αυτές, να περιλαμβάνεται σύντομα και η επιστροφή του Frahm! Μέχρι τότε, προσωπικά, σίγουρα θα τον έχω ψάξει και ακούσει ακόμα περισσότερο και είμαι σίγουρος πως το ίδιο θα κάνει και πολύς κόσμος ακόμα, που μπορεί να βρέθηκε στο Ηρώδειο, το βράδυ αυτό, είτε από σπόντα, είτε χωρίς πλήρη γνώση. Το βράδυ αυτό, που δεν πρόκειται να το ξεχάσουμε.
Κείμενο: Πάνος Σταυρουλάκης
Φωτογραφίες: Θανάσης Μαϊκούσης
*





