Αν κάτι έκανε τη συναυλία των Iron Maiden στο ΟΑΚΑ να μοιάζει ιστορική, δεν ήταν μόνο το μέγεθος της παραγωγής ή ο κόσμος. Ήταν κυρίως το setlist. Από τη στιγμή που ξεκίνησε η περιοδεία “Run For Your Lives”, όλοι περιμέναμε ότι οι Maiden θα έσκαβαν βαθιά στο παρελθόν τους. Αυτό που έγινε όμως στην Αθήνα ξεπέρασε - σχεδόν - κάθε προσδοκία. Η εμφάνιση των Iron Maiden δεν ήταν απλώς άλλη μία μεγάλη metal συναυλία. Από τις πρώτες ώρες του απογεύματος υπήρχε η αίσθηση ότι θα ζούσαμε ένα ιστορικό βράδυ. Από νωρίς, οι δρόμοι γύρω από το στάδιο είχαν γεμίσει με παρέες που κουβαλούσαν μπύρες, ξεθωριασμένα t-shirts τριακονταετίας, σημαίες και εκείνο το βλέμμα ανθρώπων που ξέρουν ότι πάνε να ζήσουν κάτι μεγαλύτερο από μια απλή έξοδο. Πατεράδες με παιδιά στους ώμους, πενηντάρηδες που είχαν δει τους Maiden στη Φιλαδέλφεια, πιτσιρικάδες που γνώριζαν κάθε στίχο και τραγουδούσαν σαν να γεννήθηκαν άλλη δεκαετία! Όλοι περπατούσαν προς το ίδιο σημείο σαν ποτάμι. Σχεδόν 50.000 άνθρωποι, πλημμύρισαν το Ολυμπιακό Στάδιο για να δουν ένα συγκρότημα που εδώ και μισό αιώνα παραμένει σημείο αναφοράς για το heavy metal.
Και όταν άνοιξαν τη συναυλία οι Anthrax, φάνηκε ξεκάθαρα ότι δεν θα λειτουργούσαν με όρους “support act”. Οι Anthrax δεν προσπάθησαν να κλέψουν τη βραδιά. Έκαναν κάτι δυσκολότερο: υπενθύμισαν σε όλους από πού ξεκίνησε αυτή η μουσική. Ωμή, ιδρωμένη, θορυβώδης. Χωρίς φανφάρες, χωρίς μεγάλες εισαγωγές, έσκασαν στη σκηνή σαν έκρηξη από άλλη δεκαετία. Από το πρώτο “Among the Living”, ήταν ξεκάθαρο ότι το κοινό τους περίμενε με ενθουσιασμό. Ο Joey Belladonna ήταν σε εξαιρετική κατάσταση φωνητικά και με στενοχωρεί που βρίσκεται μέσα στους πιο υποτιμημένους frontmen του thrash, ο Scott Ian παρέμεινε η γνωστή thrash metal μηχανή πάνω στη σκηνή, ο Darby Todd (αντικαταστάτης του Charlie Benante) χτυπούσε τα τύμπανα λες και προσπαθούσε να γκρεμίσει το στάδιο! Το “Caught in a Mosh” μεταμόρφωσε την αρένα σε ένα τεράστιο mosh pit, ενώ στο “Indians” χιλιάδες γροθιές σηκώθηκαν στον αέρα σχεδόν αντανακλαστικά. “Metal Thrashing Mad”, “I Am the Law”, “Antisocial” λειτούργησαν σαν το τέλειο πέρασμα από την αμερικανική thrash σκηνή στην βρετανική metal των Maiden.


Κι ύστερα έπεσε το σκοτάδι. Το “Doctor Doctor” ακούστηκε από τα ηχεία και μέσα σε δευτερόλεπτα το ΟΑΚΑ μετατράπηκε σε ένα τεράστιο ουρλιαχτό. Και μετά ήρθε η έκρηξη: “Murders in the Rue Morgue”, “Wrathchild”, “Killers”, “Phantom of the Opera” (εγώ προσωπικά πρώτη φορά το ακούω live μετά από 6 φορές που τους έχω δει και μου σηκώθηκε η τρίχα!). Δηλαδή τέσσερα κομμάτια από την πρώιμη εποχή του συγχωρεμενου Paul Di’Anno. Γύρω μου έβλεπες ανθρώπους να κοιτάζονται μεταξύ τους σχεδόν αποσβολωμένοι, σαν να μην πίστευαν ότι αυτά τα τραγούδια ακούγονταν ξανά. Δεν υπήρχε κινητό αρκετά γρήγορο να καταγράψει την αίσθηση εκείνης της στιγμής.
Και καπάκι “Number of the Beast” που αυτή τη φορά το ακούσαμε ολόκληρο ανεξάρτητα καπνογόνων, που κάνανε την εμφάνιση τους ανά τακτά διαστήματα!
Η μεγαλύτερη όμως έκπληξη ήρθε λίγο αργότερα Ο Bruce Dickinson στάθηκε στη μέση της σκηνής, χαμογέλασε πονηρά και ξεκίνησαν οι πρώτες νότες του “Infinite Dreams”, κομμάτι που είχε να παιχτεί live από το 1988 και θεωρούνταν σχεδόν «χαμένο» από τα setlists της μπάντας. Για λίγα δευτερόλεπτα επικράτησε κάτι παράξενο: όχι φωνές, αλλά σοκ. Εκείνο το συλλογικό πάγωμα όταν δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι συνειδητοποιούν ταυτόχρονα ότι ζουν κάτι που περίμεναν μια ζωή και είχαν σχεδόν αποδεχτεί ότι δεν θα συμβεί ποτέ. Και όταν μπήκαν οι στίχοι, το στάδιο εκτοξεύθηκε! Όχι απλώς από ενθουσιασμό αλλά και από συγκίνηση.
Ο Dickinson ήταν ασταμάτητος όλο το βράδυ. Έτρεχε, άλλαζε ρόλους, χειρονομούσε σαν θεατρικός ηθοποιός και τραγουδούσε με μια ένταση που αψηφά λογική και ηλικία. Δίπλα του, ο Steve Harris παραμένει το απόλυτο κέντρο βάρους της μπάντας. Κάθε νότα του μπάσου του έμοιαζε να κινεί ολόκληρο το show μπροστά ενώ οι τρεις κιθάρες των Dave Murray, Janick Gers και Adrian Smith δημιουργούσαν αυτόν τον τεράστιο, επικό Maiden ήχο που γεμίζει στάδια, ενώ ο Simon Dawson έκανε ό,τι καλύτερο μπορούσε για να σταθεί επάξια στο κενό που άφησε ο ιστορικός drummer Nicko McBrain που αποσύρθηκε από τις live περιοδείες.
Και εκεί φαίνεται η μεγάλη διαφορά αυτής της περιοδείας: οι Maiden δεν βασίστηκαν απλώς σε… “greatest hits”. Έφτιαξαν ένα αφηγηματικό ταξίδι στις πιο αγαπημένες εποχές τους. Το “Powerslave” και το “Rime of the Ancient Mariner” έδωσαν την επική διάσταση της βραδιάς - ειδικά το δεύτερο - , που μετατρέπει πάντα τη συναυλία σε θεατρική εμπειρία. Τα visuals με τον Eddie, οι αλλαγές φωτισμού και η σχεδόν κινηματογραφική σκηνοθεσία έκαναν το ΟΑΚΑ να μοιάζει περισσότερο με τεράστια αρένα φαντασίας παρά με στάδιο. Μεταξύ των 2 κομματιών το αγαπημένο “2 minutes to Midnight” μας άφησε χωρίς φωνή από τη μέση της συναυλίας!
Στο “Run to the Ηills” που ξεκίνησε με το γνωστό του intro (όλοι το έχουμε «κάνει» τον ήχο πιστεύω!) μας έκανε πραγματικά να ψάχνουμε λόφο για να ανέβουμε!
Το “Seventh Son of a Seventh Son” ήταν άλλο ένα σημείο αναφοράς της βραδιάς. Πρόκειται για κομμάτι που απαιτεί τεράστια ακρίβεια και ατμόσφαιρα για να λειτουργήσει ζωντανά, όμως η μπάντα το απέδωσε με τέτοια άνεση ώστε πολλοί μίλησαν για μία από τις καλύτερες εκτελέσεις των τελευταίων χρόνων. Και φυσικά, όταν ήρθαν τα “The Trooper”, “Hallowed Be Thy Name” και “Iron Maiden”, το στάδιο μετατράπηκε σε ένα τεράστιο κύμα φωνών, καπνού, φωτοβολίδων και κραυγών! Υπήρχαν στιγμές που ο ήχος του κοινού σκέπαζε τη μπάντα.
Το encore ήταν σχεδόν αλάνθαστο. Το “Aces High” μετά το speech του Churchill, το “Fear of the Dark” — που στην Ελλάδα πάντα ακούγεται σαν εθνικός ύμνος — και το “Wasted Years”, που έκλεισε τη βραδιά με έναν περίεργο συνδυασμό ευφορίας και νοσταλγίας. Εκεί ήταν που πολλοί συνειδητοποίησαν ότι είχαν δει ένα από τα πιο ιδιαίτερα Maiden setlists των τελευταίων δεκαετιών. Στο “Fear of the Dark” αυτό δεν ήταν συναυλία πια. Ήταν χορωδία 50.000 ανθρώπων. Ο Dickinson σχεδόν σταμάτησε να τραγουδά σε σημεία και απλώς άφηνε τον κόσμο να συνεχίσει. Από τις εξέδρες μέχρι τα πίσω μέρη της αρένας , όλοι τραγουδούσαν ρυθμικά το μακράν από το δεύτερο καλύτερο συνολικό τραγούδι!
Αυτό που θα μας μείνει από τη συναυλία δεν είναι μόνο τα τραγούδια ή τα εντυπωσιακά visuals του Eddie πάνω στη σκηνή. Είναι η αίσθηση ότι για δύο ώρες το ΟΑΚΑ μετατράπηκε σε μια κοινότητα ανθρώπων διαφορετικών ηλικιών που μοιράζονταν το ίδιο πάθος. Παλιοί metalheads που βλέπουν τους Maiden από τη δεκαετία του ’80 στάθηκαν δίπλα σε παιδιά που τους έβλεπαν πρώτη φορά. Και όλοι έφυγαν με εκείνο το χαμόγελο που αφήνει μόνο μια πραγματικά μεγάλη συναυλία, απόδειξη ότι οι Iron Maiden εξακολουθούν να λειτουργούν σαν ζωντανή δύναμη. Όχι σαν θρύλος του παρελθόντος, αλλά σαν μπάντα που ακόμα μπορεί να κάνει ένα ολόκληρο στάδιο να ουρλιάζει από την αρχή μέχρι το τέλος.
UP THE IRONS!




