Insomnium

Του Βασίλη Μπατίλα

Πρώτη φορά των Insomnium, όσο και των Tribulation στην Ελλάδα και ήμουν αρκετά περίεργος να δω κατά πόσο ο κόσμος θα ανταποκρινόταν σε αυτό το event. Το πακέτο πάντως ήταν σίγουρα ιδανικό αν και είχα κάποιες αμφιβολίες κατά πόσο ένας γενικά μεγάλης χωρητικότητας χώρος σαν το Piraeus Academy, θα βοηθούσε στο να φαίνεται, τουλάχιστον στο μάτι, επαρκής η προσέλευση.

 

Φτάνοντας σχετικά καθυστερημένα στο venue, οι Αθηναίοι Caelestia ήδη έπαιζαν το συμφωνικό death metal τους μπροστά σε τουλάχιστον 90-100 άτομα που είχαν μαζευτεί μπροστά στη σκηνή. Στα δυο μόλις κομμάτια που πρόλαβα και σε συνδυασμό με τον ομολογουμένως κακό ήχο, δε μπόρεσα να σχηματίσω σαφή άποψη για την εμφάνιση τους. Επιπλέον, το γεγονός ότι το σετ τους διακόπηκε μάλλον απότομα, δε βοήθησε. Όπως ανέφεραν αργότερα στη σελίδα τους στο Facebook, αντιμετώπισαν πολλά τεχνικά προβλήματα στο sound check, πράγμα που σχεδόν τους οδήγησε στο να ακυρώσουν την εμφάνιση τους. Προς τιμήν τους, τα παιδιά βγήκαν και έκαναν ότι καλύτερο μπόρεσαν, δεδομένων των συνθηκών. Δυστυχώς αυτά τυχαίνουν, αλλά επειδή όπως λένε κάθε εμπόδιο για καλό, ελπίζω την επόμενη φορά να αποδείξουν τι πραγματικά αξίζουν.

 

Το πανό με το λογότυπο των Tribulation εμφανίστηκε στο πίσω μέρος της σκηνής, δυο κεριά άναψαν αριστερά και δεξιά και η τετράδα έκανε την είσοδο της , με image βγαλμένο από retro occult horror ταινία. Σε αυτό το σημείο, πριν αναλύσω το τι ακολούθησε, να αναφέρω ότι , κακώς, μέχρι εκείνο το βράδυ, η επαφή μου με τη μπάντα, ήταν ελάχιστη. Ξεκινώντας με το Lady Death από το νέο τους άλμπουμ Down Below, για τα επόμενα σχεδόν 55 λεπτά, οι Σουηδοί μας έστειλαν αδιάβαστους παίζοντας το ιδιαίτερο κράμα τους από rock/gothic/heavy/black. Με σύμμαχο τους τον πολύ καλό και μεστό ήχο, κατάφεραν να κερδίσουν τις εντυπώσεις, αν όχι όλων, σίγουρα της πλειοψηφίας του κόσμου, που άλλοτε παρακολουθούσε μαγεμένος, άλλοτε απορημένος, άλλοτε εκστασιασμένος. Συνέχεια με Melancholia και Dreams Of The Dead από το The Children of The Night του 2015, ενώ το δεύτερο άλμπουμ, The Formulas Of Death, εκπροσωπήθηκε  από τα Rånda και το instrumental Ultra Silvam. Επιστροφή στο Down Below, με Nightbound και The Lament και ο γραφών έχει μείνει με το στόμα ανοιχτό. Κανονικά το set θα έκλεινε με το Strange Gateways Beckon, αλλά ακούσαμε επιπλέον και το The Motherhood Of God, κατόπιν θερμού χειροκροτήματος του κόσμου.

Θέλω να σταθώ στην εμφάνιση της μπάντας, καθώς θεωρώ ότι , πέραν του ιδανικού ήχου που είχαν, ήταν το δυνατό τους σημείο. Λακωνικοί όσο χρειαζόταν. (Ο Johannes Anderson, απευθύνθηκε στο κοινό μόνο για να πει “καλησπέρα”,” καληνύχτα” και” ευχαριστώ”.) Το όλο στήσιμο τους έβγαζε κάτι το όμορφα απόκοσμο, όπως άλλωστε επιβάλλει και η μουσική τους. O Adam Zaars στη μια κιθάρα (πρώην Enforcer) έδινε το πιο metal στοιχείο με το ντύσιμο και τον ήχο του και φτάνουμε στην αποκάλυψη της βραδιάς ο οποίος δεν ήταν άλλος από τον έτερο κιθαρίστα, Jonathan Hulten. Πραγματικά δεν έχω λόγια για τον τύπο.  Έκανε δική του τη σκηνή σε όλη τη διάρκεια του σετ τους, με το ιδιαίτερο στυλ του, που θα το παρομοίαζε κάποιος με τελετουργικό χορό, και μάλιστα χωρίς να χάσει νότα.  Από τις πιο ιδιαίτερες σκηνικές παρουσίες που έχω δει σίγουρα και θα θυμάμαι για πάντα. Θεωρώ ότι οι Tribulation εκείνο το βράδυ σίγουρα κέρδισαν πολύ κόσμο και προσωπικά ανυπομονώ να τους ξαναδώ ζωντανά το συντομότερο.

 

Είχε φτάσει όμως η ώρα των Insomnium και κοιτάζοντας γύρω μου, παρατήρησα πως το Academy είχε γεμίσει σχεδόν ικανοποιητικά αλλά όχι αποπνικτικά , πράγμα ιδιαίτερα θετικό. Στις 22:25, βάσει προγράμματος, το intro του Winter’s Gate ακούστηκε από τα ηχεία και οι Φιλανδοί πήραν τις θέσεις τους στη σκηνή υπό τις επευφημίες του κόσμου.  Ο αρχικά πολύ μέτριος ήχος, δεν εμπόδισε το κοινό να παραδοθεί στο σαραντάλεπτο έπος.  Ο πολύ όμορφος φωτισμός, έκρυβε σχεδόν σε όλη τη διάρκεια του κομματιού τα πρόσωπα της μπάντας και άλλαζε συχνά ανάλογα τις στιγμές της ιστορίας που αυτό αφηγείται.  Από το Part IIΙ και μετά ο ήχος έφτιαξε αισθητά, με αποτέλεσμα μπάντα και κοινό να πάρουν πραγματικά τα πάνω τους. Ο Niilo Sevanen στο κέντρο της σκηνής, με την επιβλητική φιγούρα του, ήταν καθηλωτικός, είτε με τα φοβερά growls του, είτε όταν προσηλώνονταν στο μπάσο του, είτε όταν ξεσήκωνε τον κόσμο. Στη θέση του Ville Friman (κιθάρα), ο οποίος λόγω της φύσης της δουλειάς του, δε μπορεί να ακολουθεί σε όλα τα μέρη της περιοδείας, ήταν ο θεούλης Janni Liimatainen (Cain’s Offering, The Dark Element, πρώην Sonata Arctica), που ανέλαβε και τα καθαρά φωνητικά, με ομολογουμένως μεγάλη επιτυχία. Η παράτολμη μεν, λογική δε, επιλογή των Insomnium να παίξουν ολόκληρο το Winter’s Gate κρίνεται άκρως επιτυχημένη, καθώς όπως φάνηκε και οι ίδιοι πιστεύουν σε αυτό, αλλά και το κοινό, που ζούσε κάθε λεπτό με τον δικό του τρόπο και τους χειροκροτούσε σε κάθε ευκαιρία.

Κάπου εκεί η πύλη του χειμώνα έκλεισε, και με ένα μικρό διάλλειμα, η τετράδα επιστρέφει στη σκηνή (όλοι με ασορτί μπλουζάκια “This Is Sparta”), o Markus Hirvonen στα τύμπανα, μετράει  τέσσερα και ακολουθεί ένας σχετικός χαμούλης με τα “The Primeval Dark” και “While We Sleep”. Βουτιά στο, μακρινό πλέον, 2006 με το τίγκα-Gothenurg , “Mortal Share”, όπου Markus Vanhala και Janni Liimatainen, πειράζονται συνεχώς μεταξύ τους. Οι αυξομειώσεις στις εντάσεις από τις κιθάρες, παραμένουν και ίσως είναι το μόνο αρνητικό που εντόπισα τελικά στην όλη βράδια. Συνέχεια με ” Down With The Sun” και ο Niilo Sevanen ευχαριστεί συνεχώς τον κόσμο. Το “Ephemeral” που ακολούθησε, ως χιτάκι που είναι, προκάλεσε και  το αναμενόμενο headbanging, συνοδευόμενο από sing-along του κοινού. To κορυφαίο, “The Promethean Song”, έριξε για λίγο τους τόνους και έμελλε να είναι και το τελευταίο κομμάτι της κανονικής διάρκειας του σετ τους. Μετά το κλασσικό μικρό διάλλειμα, επιστρέφουν στη σκηνή για το encore με το “Only One Who Waits”, από το αγαπημένο μου “One For Sorrow”. Η αλήθεια είναι πως θα ήθελα πολύ να ακούσω και άλλα κομμάτια από αυτό το άλμπουμ, μιας και ήταν αυτό που με σύστησε στη μπάντα, άλλα δε μπορούσα να έχω παράπονο, όταν έχω ήδη δει μιας από τις κορυφαίες σύγχρονες  melo-death μπάντες.  “Thank you Greece” φωνάζει ο Sevanen στο μικρόφωνο και σιγά σιγά, λίγο πριν τα μεσάνυχτα, ο κόσμος εγκαταλείπει το μαγαζί, με αρκετά χαμόγελα και την ευχή ότι θα τους ξαναδούμε, λογικά σύντομα.  Ήρθαν, έπαιξαν δίχως αύριο, άκρως επαγγελματικά, και απήλθαν. Τι άλλο μπορεί να θελήσει  κάποιος; Until next time λοιπον..

Tags from the story
,
More from Pelagia Vouidaski

Kovacs @ Piraeus Academy 117

Τρίτη φορά που η Kovacs επισκέπτεται τη χώρα μας και μάλιστα με...
Read More