Κείμενο: Βασίλης Δουβίτσας
Η βραδιά ξεκίνησε με αναποδιές, καθυστερήσεις και κλειστούς δρόμους ελέω μαραθωνίου και έτσι δεν προλάβαμε παρά ελάχιστα από τους Yeah, οι οποίοι κάνουν μια νέα, δεύτερη (;) επανεκκίνηση, με τους Γιάννη Ντρενογιάννη (κιθάρα, electronics) και Τάκη Γιαννούτσο (τύμπανα) από την αρχική σύνθεση, πλαισιωμένους από φρέσκα πρόσωπα (πλήκτρα και γυναικεία φωνή) αλλά και τον Ηλία Ασλάνογλου, στη φωνή κι αυτός. Το σχήμα μοιάζει τώρα να παίρνει μορφή, ο Ντρεν είναι πάντα ακαταπόνητος και νομίζω πως θα είχε ενδιαφέρον να έκαναν και μια βουτιά στο ένδοξο δικό τους μουσικό παρελθόν, τώρα που κάμποσοι νεότεροι επιστρέφουν με ζέση στα ελληνικά 80s.
Ακολούθησε ο εδώ κι ένα τέταρτο του αιώνα νατουραλιζέ μας, Blaine L. Reininger. Είναι σπάνιες οι ζωντανές εμφανίσεις του πλέον, καθώς γράφει ή/και παίζει μουσική κυρίως για σκηνικές παραστάσεις, υποθέτω για λόγους βιοπορισμού. Όμως, στη σκηνή του Fuzz, φρόντισε να μας θυμίσει πόσο μεγάλος τραγουδοποιός έχει υπάρξει στα 80s. Παρότι εξακολουθεί να δισκογραφεί, για τη συναυλία αυτή επέλεξε να διασκευάσει ορισμένα από τα αγαπημένα μας κομμάτια του (“Night Air”, “Un café au lait for Mr. Mxyzptlk”, “Broken Fingers” από τη «βέλγικη» περίοδό του στα mid-80s, “Jinx”, “Incubus [Blue Suit]” από το
Desire των Tuxedomoon) με τον ίδιο στη φωνή, την κιθάρα και τα electronics (αν και στο “No Tears” γύρισε και στο βιολί) και πλάι του τον επίσης παροικούντα ελληνοαμερικάνο Georgio Valentino στην ηλεκτρική κιθάρα, τον οποίο επρόκειτο να δούμε στη συνέχεια και με τους Crime. Υπό αυτές τις περιορισμένες ενορχηστρωτικά συνθήκες, είναι βέβαιο ότι αδικούνται τα κομμάτια αυτά και ο Blaine, παρά το σωστό μείγμα συνθέσεων και τη συνεπή απόδοσή τους από δύο κιθάρες, δεν κατάφερε να μας αφήσει μια «αξέχαστη» εμφάνιση.

Τη χάραξη αυτή έμελλε –και εντελώς απρόσμενα για μένα– να κάνουν οι Crime & The City Solution. Απρόσμενα, γιατί θεωρούσα δύσκολο για ένα σχήμα με 45 χρόνια παρουσίας, αλλά και τεράστιες περιόδους απουσίας, άπειρες αλλαγές μελών και κατευθύνσεων, να μπορεί ακόμα να καθηλώνει. Όμως, ο Simon Bonney και η παρέα του το κατάφεραν, διατρέχοντας όλες αυτές τις περιόδους. Πλάι στον Bonney ήταν η αεικίνητη Bronwyn Adams στο βιολί (μόνη σταθερά από τα μέσα της δεκαετίας του ’80 έως σήμερα), που έπαιζε με πάθος ακόμα κι όταν το δοξάρι έδειχνε αρκούντως ξεμαλλιασμένο, και μια τετράδα πολύ καλών μουσικών, ανάμεσά τους ο Valentino στην κιθάρα, αλλά και ο εξαιρετικός ντράμερ Chris Hughes ο οποίος ήξερε να συντονίζει μαεστρικά τις δυναμικές των μοναδικών συνθέσεων του γκρουπ.
Ο Bonney βέβαια δεν είχε καμία σχέση με τη γοτθική φιγούρα που κατέγραψε το πάλαι ποτέ στο Βερολίνο ο Wenders. Εξακολουθεί να αποπνέει κάτι απόκοσμο, κάπως σαν μια βιβλική μορφή ή, μάλλον, σαν τον Ahab πάνω στη γέφυρα του φαλαινοθηρικού του. Κι από τη στιγμή που το πλοίο C&TCS Mk VI ξεκίνησε το ταξίδι του (με το “All Must Be Love” από το
Shine) ο καπετάνιος έκανε σαφές ότι θα μας έμενε αξέχαστο. Όσο περνούσε η ώρα οι ίδιες οι επιλογές των τραγουδιών το επιβεβαίωναν: “The Bride Ship”, “Steal to the Sea” και φινάλε με μια τριάδα κομματιών από το
Paradise Discotheque του 1990, με το “The Dolphins and the Sharks” για encore. Πολλές θάλασσες ψυχικής ευφορίας διανύσαμε. Πλήρωμα και καπετάνιος δεν άφησαν τίποτε απέξω: “Keepsake” και “The Free World” επίσης από το αγαπημένο
The Bride Ship, “Six Bells Chime” από το κολασμένο ντεμπούτο
Room of Lights, “Goddess” από το αδικημένο
American Twilight. Από το λιγοστό δυστυχώς κοινό της συναυλίας, μου έμεινε μια φράση που άκουσα από μια φίλη: «Αυτός είναι ο Κέιβ που αγαπήσαμε».