Ανταπόκριση: While Heaven Wept, Enemy Of Reality & Upon Revival @ Temple – Κυριακή 18/11/2018

Σε ζωηρό κλίμα, έλαβε χώρα την Κυριακή, στον ‘ναό’, η δεύτερη επίσκεψη των Αμερικανών doom metallers ‘While Heaven Wept’, στην Αθήνα, 7 χρόνια μετά την πρώτη. Αυτή τη φορά, όμως, το κλίμα ήταν επίσης και αυτό της συγκίνησης, μιας και η επίσκεψη αυτή, θα είναι και η τελευταία τους, αφού πραγματοποιήθηκε  στα πλαίσια της παγκόσμιας, αποχαιρετιστήριας περιοδεία τους, με την οποία΄, παίζουν ένα best-off setlist, ευχαριστούν τον κόσμο που τους στήριξε για τρεις δεκαετίες (μέσα στο 2019, οπότε και θα ολοκληρωθεί το tour, θα κλείσουν τα 30 τους χρόνια στη σκηνή) και θα αποχωρήσουν από τα μουσικά δρώμενα για πάντα. Ή τουλάχιστον, έτσι ξέραμε μέχρι πρόσφατα. Ας δούμε, όμως, αναλυτικά, τι συνέβη τη συναισθηματικά φορτισμένη, αυτή, βραδιά:

 

Στο πρόγραμμα, αναφερόταν πως οι πόρτες θα άνοιγαν στις 19:30 – νωρίς, αλλά λογικό, ένεκα της ημέρας και των τριών μπαντών. Διάφορες αναποδιές, δε μου επέτρεψαν να φτάσω νωρίτερα από τις 20:30, οπότε και η άφιξή μου, σημειώθηκε μετά περισσής ανησυχίας σχετικά με μια μεγάλη πιθανότητα, ότι θα έχω χάσει το πρώτο support, αφού, σύμφωνα πάντα με το πρόγραμμα, αυτό θα ξεκινούσε στις 20:00. Τελικά, όμως, φτάνοντας, έμαθα πως οι πόρτες καθυστέρησαν να ανοίξουν και αυτό, έγινε λίγο πριν. Οπότε, οι Upon Revival, ανέβηκαν εσπευσμένα στη σκηνή, στις 20:35 και έτσι, ευτυχώς, τους πρόλαβα κι εγώ!

 

Oι Upon Revival, χαρακτηρίζουν τη μουσική τους ως alternative Metal / modern Rock, ένας χαρακτηρισμός με τον οποίον θα συμφωνήσω, παρόλο που πιστεύω πως σίγουρα, διαθέτουν στοιχεία και άλλων συγγενών ειδών και υποειδών, από gothic έως hard ή melodic metal κ.ά. Τους έχω ξαναδεί άλλες τρεις φορές, και κάθε επόμενη, χαίρομαι, καθώς σημειώνουν μια συνεχή πρόοδο! Με την τραγουδίστριά τους, να διαθέτει μία μαγική φωνή (προσωπικά, μου θυμίζει και λίγο εκείνη της αγαπημένης Amy Lee – εξάλλου, και τα κομμάτια τους, φαίνεται σαν να έχουν επιρροές και από Evanescence), της οποίας οι εναλλαγές, είναι αξιοθαύμαστες, δύο καλοδουλεμένους κιθαρίστες, οι οποίοι έχουν δουλέψει εξαιρετικά μελωδικές συνθέσεις, δυναμική η παρουσία του μπασίστα, αξιοθαύμαστη κι εκείνη του ντράμερ.

 

Όλη η μπάντα φαίνεται πως έχε δουλέψει πολύ, καθώς, ότι είναι και πολύ δεμένη. Παρ’ όλα αυτά, νομίζω ότι ακόμα είναι λίγο ‘μαγκωμένοι’ επί σκηνής, χρειάζεται να του πάρουν λίγο τον αέρα, ακόμα, του όλου πράγματος, αλλά νομίζω πως αυτό, είναι κάτι που θα επιτευχθεί με τον καιρό, αφού ήδη διαθέτουν τα υπόλοιπα απαραίτητα. Έπαιξαν έξι κομμάτια – και από το ep τους, αλλά και από τον δίσκο τους, τον οποίον γράφουν αυτόν τον καιρό και ύστερα από μισή ώρα, μας αποχαιρέτησαν, αφού προλόγισαν τους Enemy Of Reality, ‘τη μπάντα με την καλύτερη σοπράνο της Ελλάδας’, ζήτησαν χειροκρότημα και για αυτούς, αλλά και για τους Heaven While Wept και αποχώρησαν εν μέσω ενός outro, ακριβώς μισή ώρα μετά την έναρξη τους σετ τους.

 

Μόλις δέκα λεπτά αργότερα, όλα ήταν έτοιμα για το δεύτερο και τελευταίο support, τους symphonic metallers Enemy Of Reality. Τα τρία από τα τέσσερα μέλη της μπάντας, είχαν πάρει τις θέσεις τους, σε κιθάρα, μπάσο και ντραμς, αντίστοιχα, όταν ένα intro άρχισε να ακούγεται, το οποίο σήμανε και τη θεαματική είσοδο της μοναδικής Ηλιάνας Τσακιράκη, του ανθρώπου που είναι υπεύθυνη για την απίστευτη φωνή που διαθέτει η μπάντα και η οποία, είναι αυτή που η Αναστασία, τη χαρακτήρισε ως την καλύτερη σοπράνο της Ελλάδας, και μόνο δίκιο έχει επ’ αυτού, καθώς η Ηλιάνα, είναι όχι μόνο μία από τις καλύτερες σοπράνο της χώρας μας, αλλά γενικώς από τις καλύτερες και συγκλονιστικότερες φωνές που υπάρχουν σε εγχώριο αλλά και διεθνές επίπεδο – και δε μιλάω μόνο για το είδος με το οποίο ασχολείται η μπάντα, αλλά γενικότερα.

 

Έχοντας παρακολουθήσει τη μπάντα, ζωντανά, άλλες πέντε φορές, ήξερα τι να περιμένω (σε αντίθεση με την πλειοψηφία του μικρού κοινού που υπήρχε εκείνη την ώρα στον χώρο). Παρ’ όλα αυτά, όμως, επειδή όπως ξέρουμε, τίποτα δεν είναι δεδομένο, είναι τρομερά θετικό να βλέπεις μια πολύ αγαπημένη σου μπάντα, να διατηρείται στα ίδια, τρομερά εξαιρετικά υψηλά επίπεδα, μαζί και οι εμφανίσεις της και όλα τα επί μέρους στοιχεία αυτών. Με τη μπάντα να έχει κλείσει, πλέον, πέντε χρόνια δυναμικής παρουσίας, να έχει κυκλοφορήσει δύο αριστουργηματικούς δίσκους, να έχει εμφανιστεί στα μεγαλύτερα μέταλ φεστιβάλ του εξωτερικού, δίπλα σε τεράστια ονόματα του χώρου, να έχει περιοδεύσει κιόλας, με κάποια από αυτά, και να έχει γνωρίσει παγκόσμια αναγνώριση, μου φαίνεται λίγο περιττό να πω πολλά πράγματα για αυτή.  Πρέπει, όμως, να τα λέμε αυτά, γιατί όταν στη χώρα της, δεν αναγνωρίζεται όσο θα έπρεπε, σε αντίθεση με άλλες, άνευ λόγου και ουσίας, ταλέντου και περιεχομένου, είναι αφενός ντροπή, αφετέρου, κρίμα.

 

Ξεκινώντας με τα ‘In Hiding’ και ‘Time Immemorial’, από τον δεύτερο δίσκο τους, ‘Arakhne’ φάνηκαν αμέσως όσα έπρεπε να φανούν: ο εξαιρετικός ήχος, ο οποίος είναι απαραίτητος, ειδικά σε περιπτώσεις σαν αυτή, της κρυστάλλινης φωνής της frontwoman, η οποία για να αναδειχθεί σε όλο της το μεγαλείο, χρειάζεται σύμμαχο, τον καλό ήχο, η κλασική δυναμική της υπόλοιπης μπάντας, με τον Στυλιανό, τον φοβερό κιθαρίστα να δίνει πόνο, τον Θάνο, στο μπάσο, ο οποίος έδινε και τα βαριά φωνητικά του, όπου χρειαζόταν και τον Philip, να βαράει να κάνει τα ντραμς να ακούγονται σαν να βγήκαν από την κόλαση, η ομάδα παραμένει δεμένη και αήττητη. Με τους κυρίους της παρέας να φορούν τις ιδιαίτερες ενδυμασίες τους, που παραπέμπουν σε στολές προηγούμενων αιώνων (;), τον Στυλιανό με τη σήμα – κατατεθέν, μαύρη μπαντάνα του, και την κυρία, με την κλασική της, επίσης μαύρη, αμφίεση, προσαρμοσμένη στο concept του album (για το οποίο, μίλησε περιληπτικά, ο Στυλιανός, προσαρμοσμένος στο κομμάτι ‘Nouthetisis’, όταν και το προλόγισε – όλος ο δίσκος, έχει story του την Aράχνη, στη μυθολογία, ψάξτε τον και διαβάστε για αυτόν – και ακούστε τον κιόλας προφανώς). Highlight της βραδιάς, νομίζω πως ήταν η μέταλ διασκευή του ‘Bad Romance’, της Lady Gaga, η οποία, έπιασε απροετοίμαστο το κοινό που δεν γνώριζε τη μπάντα, και το εξέπληξε ευχάριστα (εμείς, οι fans, είχαμε ξαναδεί εκτέλεση αυτού, προ εννιαμήνου, στον ίδιο χώρο, στην εμφάνισή τους ως headliners – κάτι που έπρεπε να γίνεται κατά κόρον, αφού μόνο αυτό τους αξίζει, να παίζουν, πια, ως headliners, και μάλιστα, σε venues χωρητικότητας Academy, όχι Temple. Τέτοιος όγκος ταλέντου, ποιότητας, και τέχνης, θέλει αφενός, χώρο έκτασης, αλλά θέλει και το σωστό κοινό, που θα ανοίξει τα αυτιά του, θα γουστάρει, θα εκτιμήσει, θα σεβαστεί και θα κολλήσει. Τι να λέμε τώρα, οι Enemy Of Reality, είναι για εμένα, μαζί με μερικές ακόμα μπάντες, το TOP 5 της Ελλάδας, ξεκάθαρα και αναμφισβήτητα). Μετά από 40 λεπτά και οχτώ κομμάτια, έφτασε η ώρα, δυστυχώς, να τελειώσει η τρομερή τους performance, και αφού μας ευχαρίστησαν, έβγαλαν και την καθιερωμένη selfie τους με το κοινό, μας άφησαν συγκλονισμένους, όπως άλλωστε, συνηθίζουν.

 

Κι ενώ η ώρα έφτανε δέκα, αρκετός κόσμος έφτασε στο venue – οι κλασικές, ελληνικές συνήθειες υποτίμησης των opening acts από το κοινό, με την άφιξή του, λίγο πριν βγει το main act. Ντροπή. Η ώρα πάει 22:20, οπότε, τα μέλη των While Heaven Wept, πήραν τις θέσεις τους επί σκηνής και με μια μακρά μουσική εισαγωγή, υποδέχτηκαν τον frontman τους. Σύνολο, έξι τώρα, τα μέλη της μπάντας, φουλάρουν τη σκηνή του Temple. Δύο κιθάρες, πάσο, πλήκτρα, ντραμς και ο frontman.

 

 

Ξεκινάει να γίνεται ένας πανικός, όταν ο τραγουδιστής παίρνει το μικρόφωνο. Η μελωδική εισαγωγή μετατρέπεται στο ‘Introspectus’ και ο κόσμος, ενθουσιάζεται. Αυτή είναι, όμως, μόνο η αρχή, καθώς οι While Heaven Wept, έχουν φροντίσει να φτιάξουν ένα πολύ αξιόλογο setlist, μέσω του οποίου προσπαθούν να σταθούν σε κάθε δισκογραφική στιγμή της καριέρας τους – πράγμα το οποίο, δεν είναι εύκολο, όπως είναι λογικό, άρα, σίγουρα θα υπήρχαν μικροαπογοητεύσεις από τους fans, σχετικά με αγαπημένα τους κομμάτια, που δεν ακούστηκαν, τελικά, αλλά έτσι πάνε αυτά, πάντα. Όμως, η μπάντα, στη μία ώρα και σαράντα πέντε λεπτά, στη διάρκεια της οποίας (όπως και των δεκατριών κομματιών της) που έδωσε την ψυχή της, μόνο να απογοητεύσει κανέναν, δεν ήθελε και για αυτό και δεν το έκανε, άλλωστε.

 

Με μία συνεχή ροή κομματιών, από τα καλύτερα, της πολυπληθούς μουσικής καριέρας τους, έκαναν τους φανατικούς (οι οποίοι και ήταν αυτοί, που στο μεγαλύτερο ποσοστό τους, συνέρρευσαν στο Temple, την Κυριακή), να παραληρούν. Βλέπετε, οι Αμερικανοί αυτοί, μπορεί να είναι τριάντα χρόνια στον δρόμο, αλλά ποτέ δεν είχαν το τόσο τεράστιο κοινό. Όχι μόνο στη χώρα μας, αλλά διεθνώς. Και αυτό, είναι κάτι περίεργο, γιατί ενώ χαρακτηρίζονται ως doom metal band, σίγουρα, δεν είναι μόνο αυτό. Κινούνται με μεγάλη άνεση ανάμεσα σε διάφορα υποείδη της μέταλ, όπως doom, hard, power κλπ, συγκέντρωσαν, δηλαδή, μια ευρεία γκάμα στοιχείων στη μουσική τους, με το πέρασμα των ετών και το έκαναν και πολύ καλά μάλιστα, οπότε, προκαλεί εντύπωση το γεγονός ότι δεν έφτασαν τόσο ψηλά όσο άλλες, συγγενείς τους, μουσικά, μπάντες. Πέραν τούτου, όμως, δημιούργησαν ένα μικρό άλλα πολύ πιστό κοινό, που ειδικά στη χώρα μας, αποτελείται κυρίως από old school μεταλλάδες, οι οποίοι, την Κυριακή, πέρα από την παρουσία τους, έφεραν στο λάιβ την αγάπη τους για τη μπάντα, πράγμα που φάνηκε και από το πόσο το απολάμβαναν, και από το ότι ήξεραν όλα τα κομμάτια, τους στίχους τους, την ιστορία του καθενός κλπ, απ’ έξω και ανακατωτά!

 

Δεν ήταν, όμως, μόνο αυτοί, που το απόλαυσαν, αλλά και η ίδια η μπάντα, που φαινόταν ενθουσιασμένοι, και από την ανταπόκριση του κόσμου (καμία διακοσαρία; διακοσοπενηνταρία;), αλλά και από την επιστροφή τους στην Αθήνα, πράγμα το οποίο, πέρα από τον frontman, που δήλωσε ότι χαίρονται πολύ που επέστρεψαν και πως μας αγαπούν, ο μπασίστας (ο οποίος, έβγαλε τη συναυλία καθιστός, λόγω ενός θέματος στη μέση, που τον ταλαιπωρεί, και που συνείσφερε κι αυτός στα φωνητικά), σε κάποια φάση που σηκώθηκε και είπε πως από όταν ήρθε πρώτη φορά στην Αθήνα, κάπου το 2004 (τότε, λέει, που είχαν ακόμα, όλοι τους, μαλλιά), την ένιωσε σαν το σπίτι, καθώς είναι η καλύτερη πόλη στον κόσμο για το μέταλ, κάτι που το αποδείξαμε εμείς (το κοινό, δηλαδή), πάλι, απόψε (ύστερα είπε ότι θα βρίσκονται στην Αθήνα για κάποιες μέρες, για όποιον ήθελε να τους συναντήσει και ευχαρίστησε τον κόσμο και τη διοργάνωση, που τους έφερε ξανά, στην Ελλάδα).

 

Με την ώρα να μην καταλαβαίνουμε πως περνάει, ο τραγουδιστής επικοινωνούσε συνεχώς με το κοινό, έβγαζε φωτογραφίες μαζί του, πρόσφερε το μικρόφωνο, χάριζε χαμόγελα και σε κάποια στιγμή ρώτησε αν θέλουμε κι άλλο, το κοινό ανταποκρίθηκε θετικά και αυτός είπε πως δεν έχει καμία σημασία που είναι Κυριακή βράδυ στην Αθήνα και πως συνεχίζουν δυναμικά. Αργότερα, προσκλήθηκε στη σκηνή και ένα έβδομο μέλος, που συνέβαλλε ως δεύτερος πληκτράς σε κάποια κομμάτια (μετά τον πρώτο, ο οποίος, τι έκπληξη, ήταν γυναίκα, η μόνη αιθέρια παρουσία ανάμεσα σε τόσους άντρες, η οποία, ανά φάσεις, έβαζε κι εκείνη το λιθαράκι της στα φωνητικά). Όλα αυτά, ενώ στο background, ένα μαύρο πανό με άσπρα γράμματα, είχε το όνομα της μπάντας και από κάτω, το λογότυπό της και καθώς ο ήχος, συνέχιζε να είναι εξαιρετικός, όπως ταίριαζε σε μια τέτοια βραδιά.

 

 

Μια βραδιά, η οποία, μόνο λύπη δεν περιείχε, παρά τον αποχαιρετιστήριο χαρακτήρα της. Θα λέγαμε, πως αντιθέτως, είχε έναν άλλο, εντελώς γιορτινό και προφανώς, αυτό είναι και το νόημα, και για τις δυο πλευρές, όχι να κάνουμε μνημόσυνα και να κλαίμε τον μακαρίτη. Άλλωστε, όπως είπε, αργότερα, ο μπασίστας, καθώς έφευγαν από τη σκηνή και πριν επιστρέψουν για το encore, μπορεί αυτό, να είναι το τέλος μιας εποχής, αλλά δεν είναι το τέλος της μπάντας, το οριστικό και πως σίγουρα θα τα ξαναπούμε, κάπως αλλιώς ίσως, στο εγγύς μέλλον.

 

Εξαιρετικός ο κάθε μουσικός στον ρόλο του, έδωσε τον καλύτερό του εαυτό και την ‘ίδρωσε τη φανέλα’, αποδεικνύοντας ξανά, το πόσο άξιοι είναι. Αφού και το encore έλαβε χώρα, το κοινό ήταν παραζαλισμένο από τη δίνη της λυτρωτικής μουσικής της μπάντας, και αφού έπεσαν χειραψίες, αγκαλιές και επιπλέον ευχαριστίες, η μπάντα αποχώρησε στης 00:05, αφήνοντας μας ευτυχείς και χορτασμένους – βέβαια, όχι για πολύ, αφού εντός ολίγου, βρέθηκαν πίσω από τον πάγκο του merch, να ξεπουλάνε και να φωτογραφίζονται. Λαοφιλείς τύποι, πραγματικοί καλλιτέχνες. Τέτοιες μπάντες τις γουστάρουμε, ακόμα κι αν δεν τυγχάνουν της αναγνώρισης που τους αξίζει. Κρατάμε, λοιπόν, όλα τα καλά μιας τόσο δυνατής εμφάνισης, από μια επίσης δυνατή μπάντα, δεν στεναχωριόμαστε για το όποιο τέλος και κοιτάμε μπροστά, σε ένα μέλλον με τόσο καλές συναυλίες, από τόσο αυθεντικούς ανθρώπους.

 

Συμπερασματικά, τώρα, έχουμε να πούμε πως η διοργάνωση ήταν εξαιρετική (αν εξαιρέσουμε την καθυστέρηση στην αρχή, αλλά αυτή συνήθως προκύπτει εξαιτίας λόγων ανωτέρας βίας – εξάλλου, το πρόγραμμα, ύστερα, κύλησε πολύ καλά, δίχως άλλη αργοπορία, άρα όλα καλά) και μπράβο της, που κανόνισε να φέρει μια τέτοια μπάντα, σε ένα τόσο κρίσιμο, χρονικά, για εκείνη, σημείο και ακόμα κι αν η ανταπόκριση του κόσμου δεν ήταν τόσο μεγάλη όσο θα μπορούσε ή και θα επιβαλλόταν να είναι. Τα supports ήταν υπέροχα, πολύ ταιριαστά, παρά το γεγονός πως ανήκουν σε άλλα είδη της μέταλ, ενώ στα τεχνικά μέρη, όλα ήταν άψογα. Μια υπέροχη βραδιά, για την οποία είμαστε ευγνώμονες.

 

SETLISTS:

UPON REVIVAL:

1) Blindfold

2) Never Enough

3) Senses Relapse

4) Change

5) Dead and Gone

6) Erase the Fears

___

ENEMY OF REALITY:

 

1) In Hiding

2) Time Immemorial

3) Torn Apart

4) Bargaining

5) Nouthetisis

6) Bad Romance

7) Afraid No More

8) Taste Of Defeat

___

WHILE HEAVEN WEPT:

1) Introspectus

2) Icarus and I

3) Ardor

4) Heartburst

5) Vast Oceans Lachrymose

6) The Furthest Shore

7) To Wander the Void

8) Of Empires Forlorn

9) Voice in The Wind

10) Soulsadness

11) The Drowning Years

12)Vessel

13) Thus, With A Kiss I Die

___

Συντάκτης: Πάνος Σταυρουλάκης

Φωτογράφος: Μαρία Σαράντου

 

___

More from Πάνος Σταυρουλάκης

Οι Dirtmusic έρχονται για πρώτη φορά στην Ελλάδα!

Την πρώτη τους επίσκεψη στην Ελλάδα, και πιο συγκεκριμένα, στην Αθήνα, θα...
Read More