Ανταπόκριση: The Soft Moon, Jay Glass Dubs, Kalte Nacht @ Temple – Πέμπτη 12/09/2019

Πρώτη συναυλία του Ναού, για τη νέα συναυλιακή σεζόν, αυτή των πολυαγαπημένων Αμερικανών post punkers, The Soft Moon, οι οποίοι, επισκέφθηκαν την Αθήνα για 5η φορά κι εμείς δε θα μπορούσαμε να μην είμαστε παρόντες, σε αυτή την άκρως επιτυχημένη βραδιά για το Temple, το οποίο κατάφερε να γεμίσει για χάρη του Luis Vasquez. Πάμε, όμως να τα δούμε αναλυτικά, πιάνοντας τα πράγματα από την αρχή!

Βρέθηκα από τις 21:00 στον χώρο, οπότε και σύμφωνα με το πρόγραμμα, υποτίθεται πως θα εμφανιζόταν η πρώτη μπάντα, αφού οι πόρτες θα άνοιγαν στις 20:15. Δεν ξέρω πότε άνοιξαν οι πόρτες, αλλά στις 21:00, ήμασταν απειροελάχιστοι μέσα. Τελικά, η πρώτη μπάντα, το ελληνικό, αγγλόφωνο, dark wave ντουέτο των Kalte Nacht, ανέβηκε στη σκηνή στις 21:24, με έναν κάποιο κόσμο, να έχει μαζευτεί, ευτυχώς, από κάτω. Πρώτα, βγήκε ο τύπος και μέσα σε σκοτάδια και κόκκινα φώτα, άρχισε να παίζει sample από ελληνική ταινία ή απαγγελία ποιήματος, παίρνοντας και το μπάσο στα χέρια του και ακολούθησε και η τύπισσα, στη συνέχεια – και οι δυο, μαυροφορεμένοι. Η αλήθεια είναι, πως δεν τα ήξερα τα παιδιά, ούτε καν σαν όνομα (και ίσως, λογικό, αφού τελικά, είναι νέα μπάντα και η πρώτη τους επίσημη κυκλοφορία ετοιμάζεται για τον Ιανουάριο) και δεν είχα και πολλές προσδοκίες. Αυτό, βέβαια, ίσως ήταν και το καλύτερο, γιατί επ’ ουδενί δεν περίμενα αυτό που θα άκουγα και έτσι με χτύπησε (θετικά μιλώντας) κατακούτελα! Η έκπληξη, λοιπόν, ήταν στη φωνή της κοπέλας, η οποία με μία λέξη, ήταν εκπληκτική! Βαριά, σκοτεινή, φοβερή! Ό,τι πρέπει για το είδος που εκπροσωπούν, και με το παραπάνω, έχω να πω εγώ, ως άτομο που ακούει τέτοιες μουσικές, και από ξένες μπάντες, αλλά και από ελληνικές, καλή ώρα, οι οποίες κάνουν εξαιρετική δουλειά.

Ο τύπος ενάλλαζε μπάσο και πλήκτρα, ανάλογα με το τραγούδι, ενώ η υπόλοιπη μουσική, ήταν προηχογραφημένη, πράγμα συνηθισμένο και για το είδος, και για τα ντουέτα. Αρκετές από τις συνθέσεις, δεν ήταν κάτι απαραίτητα συγκλονιστικό, αλλά λαμβάνοντας υπόψη τη νεότητα της μπάντας, καθώς και τη φωνή της τύπισσας, η οποία απογείωνε τα κομμάτια, μόνο καλά λόγια έχω να πω για το αποτέλεσμα που άκουγα. Ίσως θα έπρεπε να δουν και λίγο το κινησιολογικό κομμάτι, θα τους βοηθήσει για τις ζωντανές εμφανίσεις.  Ευγενικά παιδιά, που συστήθηκαν και μάς ευχαρίστησαν πολλάκις, ενώ όσο προχωρούσε η ώρα, τόσο σκοτείνιαζε και η μουσική τους, με αποκορύφωμα το καλύτερο κομμάτι τους, το τελευταίο, το οποίο ήταν ελληνόφωνο και απολαυστικότατο, συνοδευόμενο από κραυγές δικές της. Μετά από 32 λεπτά και επτά κομμάτια, μάς αποχαιρέτισαν και αποχώρησαν, έχοντας αφήσει της καλύτερες εντυπώσεις, και όχι μόνο σε μένα! Πραγματικά, αναμένω με αγωνία να δω τη συνέχεια τους, σε όλα τα επίπεδα. Είχα πολύ καιρό να ακούσω μια ουσιαστικά αξιόλογη, νέα, εγχώρια μπάντα και πόσο μάλλον, κινούμενη σε ένα τέτοιο μουσικό μονοπάτι, όπου ελάχιστες οδηγούνται, ειδικά με επιτυχία. Με το καλό, όλα, τους εύχομαι!

Λίγα λεπτά μετά, στις 22:07, η κουρτίνα στο πίσω μέρος της σκηνής, είχε τραβηχτεί και εκεί είχε στηθεί ένας πάγκος με κονσόλες και υπολογιστές για το σετ του δεύτερου support, του Jay Glass Dubs, ο οποίος, από ότι είδα έχει βγάλει έναν δίσκο και τώρα νομίζω, ετοιμάζει και δεύτερο. Δεν τον γνώριζα, και όπως αποδείχθηκε, καλά έκανα και δε χρειαζόταν να τον μάθω, αλλά τι να κάνω. Στα 35 λεπτά του σετ του, το οποίο περιείχε harsh industrial, techno και δεν ξέρω κι εγώ τι άλλο, το κοινό επέδειξε αδιαφορία και δικαίως. Εγώ απλώς βαρέθηκα και περίμενα να τελειώσει. Με ελάχιστο φως, έπαιζε με ύφος κι εγώ δεν ξέρω ποιου, μουσική η οποία έμοιαζε να ταιριάζει σε club night με χρήση lsd και αποτέλεσμα κακής μαστούρας, όχι της καλής, που τριπάρεις και γουστάρεις. Ανά δέκα λεπτά, μουρμούριζε ακατάληπτα λόγια στο μικρόφωνο και το όλο σκηνικό, είχε μετατραπεί σε βασανιστήριο. Ευτυχώς, παρήλθε η ώρα του και αυτό, τελείωσε. Θα προσπαθήσω να θάψω στο βάθος του μυαλού μου όλο αυτό το αρνητικό συμβάν, όπως ελπίζω να κάνει κι ο ίδιος με την ιδέα του ότι κάνει τέχνη. 22:43, ξαναζωντανέψαμε όλοι και περιμέναμε εναγωνίως τους πρωταγωνιστές της βραδιάς, για τους οποίους και ήρθαμε.

Με μια άνευ λόγου (αφού όλα ήταν έτοιμα στο δεκάλεπτο) αναμονή 27 λεπτών, το κατάμεστο Temple, υποδέχτηκε με μεγάλο ενθουσιασμό το τρίο των The Soft Moon στις 23.10. Εκείνοι, πήρα αμέσως τις θέσεις τους. Ο μπασίστας αριστερά, ο ντράμερ δεξιά και στη μέση, τη μεγαλύτερη έκταση του χώρου, την καταλάμβανε ο Luis, ο οποίος, πίσω από το μικρόφωνο, είχε την κιθάρα του, την οποία έβαζε και έβγαζε, ανάλογα με τις ανάγκες των κομματιών, είχε τα πλήκτρα στα δεξιά του, αλλά και κάτι μικρά τυμπανάκια δίπλα σε αυτά, τα οποία κάπως λέγονται, αλλά δε θυμάμαι αυτή τη στιγμή – είναι μικρά, στερεωμένα κάπου, σε ύψος που δε χρειάζεται να σκύψει κανείς -. Ξεκίνησαν δυναμικά, με το φοβερό ‘Die Life’, στρέφοντας κατευθείαν, τα μάτια και τα αυτιά όλων, επάνω τους και κρατώντας τα εκεί, έως το τέλος του σετ τους. Ένα σετ, το οποίο τίμησε όλες τις κυκλοφορίες τους, και τους τέσσερις δίσκους τους, αλλά ακόμα και το ep τους! Η ενέργεια που έβγαζαν, ήταν απίστευτη, αστείρευτη και μεταδοτική. Μου επιβεβαίωσαν την ανάμνηση που είχα για αυτούς, την πρώτη και μοναδική φορά που τους είχα δει ως τώρα, το 2015, στην τρίτη τους επίσκεψη (πρώτη ήταν το 2013, δεύτερη το 2014), μιας και στην τέταρτη και προηγούμενη τους, το 2017, δεν είχα καταφέρει να πάω.

Με ένα σφιχτοδεμένο σετ, χωρίς κοιλιές και παύσεις, η μπάντα έπαιξε για μία ώρα, διάρκεια που ίσως φαίνεται μικρής ε κάποιους, αλλά δεν είναι, αν λάβεις υπόψη τον αριθμό των τραγουδιών, αλλά και τη δυναμικότητα των εκτελέσεων αυτών, στη σκηνή. Αυτό, φυσικά, το ξέρουν οι πολλοί φίλοι της μπάντας, από τις προηγούμενες φορές, για αυτό και έσπευσαν να τη δουν ξανά, φουλάροντας το Temple και καταδεικνύοντας το γεγονός πως θέλουν λίγο μεγαλύτερους χώρους, όπως πχ το Κύτταρο, προ τετραετίας, μιας και κακά τα ψέματα, είναι μία από τις καλύτερες, σύγχρονες μπάντες του post punk ήχου (αν και αυτός, είναι γενικότερο μουσικός χαρακτηρισμός, αφού κατά τα άλλα, ο ήχος τους εντάσσεται εύκολα και σε άλλα υποείδη, όπως, dark wave, minimal synth κ.ά.) αλλά και μία από τις πιο δυνατές σε ζωντανές εμφανίσεις. Ο Luis, είναι τρομερά θεατρικός, ένας εκπληκτικός performer που δε διστάζει στιγμή να τσαλακωθεί και να χτυπηθεί στη σκηνή, να γίνει ένας με τα τραγούδια του και να αφεθεί να κυλήσει στη νιρβάνα τους. Εκτός του ότι πηγαινοερχόταν σαν τρελός, σήκωνε κιθάρες, κρεμιόταν από τα πλήκτρα του κλπ, νομίζω πως highlight του live, ήταν όταν έφερε στο μπροστινό μέρος της σκηνής, έναν αναποδογυρισμένο μεταλλικό κάδο, και άρχισε να τον χτυπάει με drumsticks για έξτρα / διαφορετικό ήχο σε ένα τραγούδι. Κατά τα άλλα, την άλωσε τη σκηνή, και αυτός είναι άλλος ένας λόγος που χρειάζονται μεγαλύτερο χώρο με αντίστοιχη σκηνή.

Μην ξεχνάμε, βέβαια, πως η φωνή του Luis, έχει και μια τόσο ιδιαίτερη χροιά, σαν λαξεμένη, σαν ηλεκτρονική και ταιριάζει απίστευτα στα κομμάτια τους. Επίσης, είναι και ευγενικότατος: μετά το ένατο τραγούδι τους, είπε: ‘Τι γίνεται, Αθήνα; Ευχαριστούμε που ήρθατε, κάθε φορά που παίζουμε εδώ, έρχονται όλοι, ευχαριστούμε για την αγάπη’. Αργότερα, έπινε από ένα μπουκάλι κρασί και μετά το έδωσε σε κάποιον fan από το κοινό. Μετά από 49 λεπτά και 13 τραγούδια, αποχώρησαν από τη σκηνή, για να επιστρέψουν μετ’ επευφημιών για το καθιερωμένο encore και δύο ακόμα τραγούδια, με τα οποία, συμπλήρωσαν τα δεκαπέντε και τη μία, σχεδόν ώρα: τα ‘Black’ και ‘Want’, τα οποία έκλεισαν την εμφάνισή τους, όπως αυτή ξεκίνησε: δυναμικά, ρυθμικά, χορευτικά, με το κοινό ενθουσιασμένο και ευχαριστημένο. Αν σου αρέσουν τέτοιες μουσικές, δε υπάρχει περίπτωση να πας σε live αυτής της μπάντας και να μην περάσεις ωραία. Σε όλα αυτά, συνέβαλλαν και ο εξαιρετικός ήχος, με τα πάντα, ακόμα και τη φωνή του, να ακούγονται καθαρά, τα ατμοσφαιρικά φώτα, και ο χώρος, ο οποίος εν τέλει, ίσως ευνόησε στο όμορφο, μη αχανές κλίμα, που είχε δημιουργηθεί. Άλλη μία εξαιρετική εμφάνιση, από αυτή τη μεγάλη μπάντα του καιρού μας, η οποία με τα χρόνια και με τις δουλειές της, αποδεικνύει πως δεν είναι απλώς μια προσωρινή φούσκα, αλλά πως ήρθε για να μείνει και δικαίως, θα πω εγώ, για αυτό και ελπίζω, αλλά και πιστεύω, πως θα την ξαναδούμε σύντομα στα μέρη μας, όπως, άλλωστε, και τόσο θέλουμε. Η διοργάνωση ήταν πάρα πολύ καλή, το live, έπρεπε να τελειώσει κάνα τέταρτο νωρίτερα, για να προλάβει ο κόσμος το μετρό, η πρώτη μπάντα, ήταν υπέροχη προσθήκη, ο δεύτερος, εντελώς αχρείαστος. Καλή σεζόν να έχουμε, κι εμείς και ο ναός!

SETLIST:

Die Life

Circles

Like a Father

Machines

Burn

Choke

Repetition

Dead Love

Wrong

The Pain

Insides

Parallels

Far

Black

Want

Κείμενο και φωτογραφίες, για το sinavlia.gr, από τον Πάνο Σταυρουλάκη.

*

More from Πάνος Σταυρουλάκης

Καυτός Μάρτιος με μεγάλες επιστροφές αγαπημένων καλλιτεχνών και τέσσερις συναυλίες που δεν χάνονται!

Ιδιαίτερα καυτός προβλέπεται ο φετινός Μάρτιος, αφού πολλές αγαπημένες μας μπάντες, επιστρέφουν...
Read More