Ανταπόκριση: Τετραήμερο Templefest 2018 – Days 1 – 4: Πέμπτη 27 – Κυριακή 30/12/2018

«Temple is a black and white multifunctional space of true devotion to resonating frequencies, revolving ideas, retro-traditionalism and avant-radicalism.»: Με αυτά τα λόγια, να αναγράφονται επάνω στα εισιτήρια του Temple (και πρώην Koo Koo, εξ’ ολοκλήρου ανακαινισμένο και μη έχοντας την παραμικρή σχέση με τον παλιό χώρο), περιγράφεται το όραμα του venue αυτού (και κατ’ επέκταση, το όραμα της 3 Shades Of Black, της διοργανώτριας εταιρίας, που ήρθε να καλύψει μεγάλα κενά στην Αθήνα, και με τις συναυλίες της, αρχικά, και με το Temple, αργότερα), του καλύτερου από τα μικρά, της Αθήνας (αν και στην πραγματικότητα, ανήκει στην κατηγορία των ελάχιστων μεσαίων), που από όταν άνοιξε τις πόρτες του, πέρυσι (26/10/2017, με τα opening rites του Fraternity Of Sound Festival και ύστερα, επισήμως, στις 11/11/2017, με την τέταρτη εμφάνιση του King Dude στη χώρα μας), έγινε αμέσως, ο αγαπημένος μας, εναλλακτικός χώρος. Εμάς, του υπόλοιπου κοινού, διοργανωτών, Ελλήνων και ξένων μπαντών, djs, παραγωγών και άλλων. Όχι τυχαία βέβαια, αφού επιβεβαιώνει το όνομα του, έχοντας γίνει ένας ναός της τέχνης και όλοι εμείς, πιστοί του, να δίνουμε συνέχεια το παρών, σαν να πηγαίνουμε στην εβδομαδιαία λειτουργία. Με εξαιρετικές συναυλίες, special events και τόσο φιλικό προσωπικό, πώς να μην το λατρέψεις; Για δυο μήνες ύστερα από την επέτειο του ενός χρόνου, είχε κανονιστεί το Templefest, ο γενέθλιος εορτασμός του πρώτου χρόνου λειτουργίας του, κι εμείς, δε θα μπορούσαμε να μην είμαστε εκεί!

Day 1: Πέμπτη 27/12/2018: We Own The Sky, Whereswilder, Damirah, Son

SON

Tην πρώτη μέρα του Templefest, άνοιξαν οι Son. Μια μπάντα, για την οποία, μια γρήγορη αναζήτηση, δεν απέφερε και πολλούς καρπούς, εκτός από κάνα δυο σελίδες στα social. Τους πρόλαβα λίγο μετά την έναρξή τους και μέτρησα τουλάχιστον τέσσερα κομμάτια και σχεδόν ένα μισάωρο στη σκηνή. Υποθέτω πως πρόκειται για μια σχετικά νέα μπάντα. Δυο κιθάρες – η μία, ο τραγουδιστής, μπάσο και ντραμς. Ευχάριστο post rock με πιο ανάλαφρες πινελιές, αργούς αλλά και γρήγορους ρυθμούς, αναλόγως το κομμάτι, νεανικά φωνητικά. Ήδη, αρκετός κόσμος είχε μαζευτεί από νωρίς και έτσι, παρακολούθησε το σετ τους. Η μουσική τους ακούγεται ευχάριστα – τόσο, που θα μπορούσε να υπάρχει και χωρίς φωνητικά (όχι ότι αυτά σε χαλούν, αλλά ακούγονται too much πάνω σε τόσο ολοκληρωμένο ήχο. Η δεύτερη φωνή που υπήρχε σε κάποια σημεία, απλώς ούρλιαζε και ήταν εντελώς αταίριαστη με το σύνολο. Είπαν πως είναι το πρώτο φεστιβάλ που συμμετέχουν και ευχαρίστησαν για την πρόσκληση. Μου έκαναν κάτι καλό, θα ήθελα να τους ξαναδώ στο μέλλον, να πατούν πια πιο γερά στα πόδια τους. Η απειρία των ζωντανών εμφανίσεων, ήταν εμφανής, αλλά πιστεύω πως στη συνέχεια, μπορούν να τα πάνε και καλύτερα. Είδα και κάτι φώτο από ηχογραφήσεις, άρα λογικά, σύντομα, θα έχουν και υλικό. Για να δούμε και για να ακούσουμε, λοιπόν!

DAMIRAH

Στη συνέχεια, στη σκηνή ανέβηκαν οι Πατρινοί Damirah, ακριβώς έναν χρόνο παρά μία ημέρα, από την προηγούμενη εμφάνισή τους στην Αθήνα, η οποία, θαρρώ, ήταν και η πρώτη τους συναυλία ever! Μόλις είχαν κυκλοφορήσει το ep τόσο όμορφο ep τους, τότε και η συναυλία τους μάζεψε μεγάλα πλήθη, πράγμα παράδοξο για άγνωστη και νέα μπάντα. Έκτοτε, τους χάσαμε, αλλά κάτι διάβασα για εκπλήρωση στρατιωτικών υποχρεώσεων, στο μεταξύ, οπότε ήταν λογικό. Επανήλθαν, σαν να μην πέρασε μια μέρα και σαν να έχουν κάνει πολλά λάιβ από τότε, καθώς ήταν ακόμα καλύτεροι από πέρυσι. Η τετράδα, με τις δυο κιθάρες, το μπάσο και τα ντραμς, εμφανίστηκαν μέσα στο σκοτάδι, υπό το λευκό φως του προτζέκτορα που πρόβαλλε ασπρόμαυρα βίντεο πίσω τους. Σε 50 λεπτά, ακούσαμε 5 κομμάτια τους (είναι και μεγάλης διάρκειας, τα άτιμα), το τελευταίο με τη συνοδεία μιας κοπέλας, που στην αρχή και στο τέλος, απήγγειλε κάποια ποιητικά αποσπάσματα. Μετά το δεύτερο κομμάτι, ο ένας τους είπε ‘Καιρό έχουμε να τα πούμε! Είμαστε οι Damirah και ελπίζουμε να περάσετε καλά!’, πράγμα που κάναμε, με τις εκπληκτικές, αδυσώπητα νοσταλγικές μελωδίες τους, για εποχές που δεν ξαναγυρίζουν και πράγματα που δεν ξαναβιώνονται. Ηχητικές εξάρσεις, θλιβερά τοπία, κιθαριστικά ξεσπάσματα, τύπου hard rock τελείωμα. Παρά τα προβληματάκια στον ήχο, με άγγιξαν πολύ. Ευχαρίστησαν και αποχώρησαν χωρίς να καταλάβουμε πώς πέρασε η ώρα τους. Ελπίζω να τους ξαναδούμε σύντομα και κάποιος, να τους έχει υπόψην για support στους Mono, όποτε αυτοί, ξανάρθουν. Δεν λέω τίποτε άλλο, καταλαβαίνετε.

WHERESWILDER

Αμέσως μετά, τη σκυτάλη πήραν οι Whereswilder, των οποίων το όνομα, είχα ξαναδεί, αλλά δεν είχα ξανακούσει μουσική τους. Η τετράδα αυτή, η οποία, μάς συστήθηκε κιόλας, εξαρχής έτεινε προς το psychedelic rock, με κάποιες funky λεπτομέρειες και αρκετά ψυχεδελικά σημεία, ειδικά στα θορυβώδη τελειώματα των κομματιών τους. Η φωνή του τραγουδιστή – μπασίστα, μου θύμιζε λίγο Bob Marley και η όλη μουσική τους, ιδανική για καλοκαίρι, παραλία, ζέστη και ραστώνη, οπότε μας ζέσταναν ευχάριστα, αυτό το κρύο βράδυ. Έπαιξαν τραγούδια τους και από τους δύο τους δίσκους, αλλά και άλλα, νέα, στο σύνολο, γύρω στα 8-9 και για 45 λεπτά, ανέβασαν τους ρυθμούς και τις διαθέσεις, φτάνοντας μέχρι και σε ξεσηκωτικά σημεία, ωσάν μουσικής rock ‘n’ roll. Παρά το γεγονός πως δεν κόβομαι, προσωπικά, για τέτοια μουσική, μπορώ να πω πως ήταν μια πολύ όμορφή νότα, μετά την post rock μελαγχολία των Damirah, ικανή να μας ξανασηκώσει, πράγμα το οποίο και έκανε, παρά τον όχι και τόσο καλό ήχο και τους αρκετούς μικροφωνισμούς. Προσπάθησαν και τα πήγαν καλά! Προσωπικά, δεν πέθανα, η αλήθεια είναι, αλλά για αυτό που κάνουν, είναι καλοί.

WE OWN THE SKY

Για το τέλος της βραδιάς, είχαμε τους We Own The Sky, μία αγαπημένη post rock μπάντα και μία εκ των καλύτερων εγχώριων εκπροσώπων του είδους, κατ’ εμέ.  Ήταν η Πέμπτη φορά που τους έβλεπα και πάντα χαίρομαι όταν αυτό συμβαίνει. Δεν ξεχνάω την ανακάλυψή τους πριν 5 χρόνια, μετά από πρόταση μιας φίλης – η οποία, ήταν κι αυτή εκεί, τι συγκίνηση -, η οποία και με είχε ενθουσιάσει. Τα χρόνια πέρασαν, τους παρακολούθησα με τους One Leg Mary, για πρώτη φορά, ύστερα, στην παρουσίαση του δίσκου τους, μετά, στην τόσο τιμητική θέση τους ως support, στην τελευταία εμφάνιση των Maybeshewill,  στην Ελλάδα, πριν τη διάλυσή τους, και τέλος, μόλις τον Ιούνιο, μαζί με τους αγαπημένους Allochiria, ξανά στο Temple. Ένα διάστημα ετών, στο οποίο, διαφαίνεται η εξέλιξή τους, παρά το γεγονός κάποιων στάσιμων χρονικών περιόδων τους, ως μπάντα. Εν μέσω γαλαζωπού φωτός, εμφανίστηκε την Πέμπτη η πεντάδα, αποτελούμενη από ντραμς, δυο κιθάρες και δυο μπάσα (;) [αν είδα καλά], με samples να μάς εισάγουν στο πρώτο κομμάτι, κάτι σύνηθες για αυτούς. Στη συνέχεια, μας συνεπήραν, με τον μοντέρνο, αεράτο post rock τους, την εξελισσόμενη μουσική μέσα στα κομμάτια τους, που αποπνέουν φρεσκάδα. Ο ήχος, βοήθησε και ακουγόταν όλα (και παρά την ένταση) τόσο καθαρά, σαν να έπαιζαν playback, απίστευτο! Αυτό, σε συνδυασμό με τα οργιώδη φώτα, και την ένταση με το πάθος που έβγαζαν, έφερναν κι εμάς κι αυτούς, σε μια μουσική κάθαρση, ειδικά όταν παίζοντας, έφταναν σε μέταλ ξεσπάσματα. Έχουν δουλέψει πολύ τις κιθάρες τους, πετυχαίνουν σημεία οργιώδους post rock, πράγμα όχι εύκολο και φτάνουν στα όρια με το post metal. Ο χώρος γεμάτος, με πολλούς fans τους, στους οποίους, απευθύνθηκαν λέγοντας ‘Καλησπέρα, τι κάνουμε; Πως πάμε; Όλα καλά; Χρόνια Πολλά! Χαιρόμαστε που είστε εδώ και που σας βλέπουμε και νομίζουμε πως θα περάσουμε καλά!΄. Δυστυχώς, εμείς δεν προλάβαμε να περάσουμε κι άλλο, καλά, αφού στο τρίτο κομμάτι, η ώρα είχε πάει λίγο μετά τις 12 και έπρεπε να αποχωρήσουμε για να προλάβουμε τα ΜΜΜ. Μάθαμε, βέβαια, πως έπαιξαν μέχρι τη μία παρά, σχεδόν καi ο κόσμος έμεινε πολύ ικανοποιημένος, πράγμα αναμενόμενο. Ελπίζουμε να τους ξανασυναντήσουμε σύντομα.

Aπολογισμός πρώτης ημέρας:

Πολύς κόσμος συνέρρευσε στο Temple, την πρώτη ημέρα του Templefest, υπογραμμίζοντας τη διαχρονική αγάπη του ελληνικού κοινού για τον post rock ήχο, κυρίως, ακόμα κι αν αυτός, προέρχεται από ελληνικές μπάντες (μην ακουστεί υποτιμητικά! Αντιθέτως, έχουμε αξιολογότατες, σχετικές μπάντες, όπως καλή ώρα, οι We Own The Sky, απλώς το λέω επειδή το ελληνικό κοινό, συχνά ξέρει να επιδεικνύει λατρεία σε ξένες μπάντες και να γράφει τις ελληνικές) και κάνοντας την βραδιά, παραλίγο sold out. Πολύ ενδιαφέρουσες μπάντες, ο ήχος αρκετά καλός, σε γενικές γραμμές, ενώ το μπλε και το φούξια χρώμα, κυριάρχησαν στα φώτα, ως είθισται, όταν στη σκηνή παίζεται post rock. Υπήρξε καθυστέρηση στο πρόγραμμα – όχι τραγική, αλλά ικανή για να χάσει κάποιος την τελευταία μπάντα της βραδιάς.

***

Day 2: Παρασκευή 28/12/2018: Fundracar, Τσοπ, Μύκητες, Ratrace

RATRACE

Η δεύτερη ημέρα, ξεκίνησε με τους Ratrace (η οποία, αντικατέστησαν τους Electric Feat, που είχαν ανακοινωθεί, αρχικά), μια indie rock να την πω (;) μπάντα, της οποίας το σετ, είχε ήδη αρχίσει λίγο νωρίτερα από την άφιξή μου, στον χώρο και με δυστυχώς, ελάχιστο κόσμο, από κάτω. Λέω δυστυχώς, γιατί τα παιδιά αυτά, έπαιξαν πραγματικά πολύ ωραία μουσική! Δεν τους γνώριζα, έως τώρα και θεώρησα πως θα είναι μια νέα μπάντα, αλλά τελικά, έπεσα λίγο έξω, αφού είδα πως υπάρχουν εδώ και κάποια χρόνια και μάλιστα, έχουν κυκλοφορήσει και έναν πολύ καλό δίσκο, εδώ και 2,5 χρόνια. Μου άρεσε πραγματικά πολύ η μουσική τους, η οποία, είναι εντελώς σύγχρονη, φέρνει και σε post punk, ανά σημεία, ενώ πραγματικά, ο τραγουδιστής, που είναι και ο ένας εκ των δύο κιθαριστών, έχει υπέροχη φωνή, ενώ πιάνει και κάποια πολύ καλά προς το μέταλ σημεία με αυτή! Ο ντράμερ, φαινόταν πως γούσταρε πάρα πολύ, το μπάσο ακουγόταν πεντακάθαρα, και τα πλήκτρα, ήταν σαν φυσική προέκταση των χεριών του τύπου που τα χειριζόταν επιδέξια και ψύχραιμα. Νεανικότατος και σύγχρονος ήχος, από αυτούς που λείπουν πολύ από την εγχώρια μουσική των τελευταίων ετών, με εμένα, να πιστεύω πως διακρίνω σε αυτόν, επιρροές από Placebο και Archive. Πολλές μελωδικές, συναισθηματικές και χορευτικές στιγμές στα κομμάτια τους. Bonus, η πολύ ταιριαστή συμμετοχή μιας κοπέλας στα φωνητικά ενός κομματιού. Ίσως χρειάζεται να ‘ψηθούν’ λίγο ακόμα, από συναυλιακής άποψης, αλλά τα παιδιά, το ‘χουν! Ας παίζουν πιο συχνά, και για να το πετύχουν αυτό, αλλά και για να τους ξαναδούμε κι εμείς, σύντομα – και εμένα, που μου άρεσαν πολύ, και όσοι δεν ήρθαν από νωρίς και τους έχασαν.

ΜΥΚΗΤΕΣ

Αυτό που ακολούθησε, ήταν η έκπληξη της βραδιάς! Δεν ήταν άλλη από τους μύκητες! Καταρχάς, να πω πως ούτε αυτούς τους ήξερα, το όνομα, είχε κεντρίσει την περιέργεια μου, ενώ online, δε βρήκα και τίποτα σπουδαίο σχετικά με αυτούς. Ακόμα κι αν έβρισκα, όμως, τίποτα δε θα περιέγραφε την εικοσιπεντάλεπτη εμφάνισή τους, η οποία, πραγματικά με εξέπληξε και μάλιστα, πολύ ευχάριστα! Τι να πρωτοπώ… Η πεντάδα αυτή, της οποίας τα μέλη, πρέπει να έχουν πατήσει την τέταρτη δεκαετία, παίζει κάτι σαν experimental sludge metal με punk στοιχεία και ελληνικό στίχο – αυτά, νομίζω, τα λέει όλα. Βασικά, θυμίζουν τους ΨΧ σε νορμάλ ρυθμούς. Μια πεντάδα, κόλαση (όπως λέει και ένα κομμάτι τους), η οποία, μάς καταβύθισε και στην κόλαση, με τα βορβορώδη, ταχεία φωνητικά του τραγουδιστή, ο οποίος, φορώντας γυαλιά ηλίου, ξερνούσε τους μαύρους στίχους του στο μικρόφωνο, πηγαινοερχόμενος πάνω κάτω τη σκηνή και ξετρελαίνοντάς μας (τουλάχιστον εμένα, σίγουρα – γούσταρα τόσο, που δεν παρατηρούσα τι γινόταν με το υπόλοιπο κοινό). Ο ένας κιθαρίστας, συμμετείχε και σε ένα κομμάτι, με κάποια λίγο μαστουρωμένα φωνητικά, απολύτως ταιριαστά, ενώ το λιθαράκι του, έβαλε και ο μπασίστας με μερικές κραυγές στο μικρόφωνο, ενισχύοντας το φωνητικό έρεβος. Κρίμα που δεν έπαιξαν περισσότερο, δεν τους χόρτασα! Και κρίμα που δεν βρίσκω και κάπου κομμάτιά τους να τα ακούσω ξανά και ξανά. Οι τύποι είναι απίστευτοι. Ωμοί, χοντροκομμένοι, αυθεντικοί, ιδανικοί για ξύλο και όλεθρο ανάμεσα στο κοινό, αν αυτό είχε αυξηθεί, πράγμα που δυστυχώς, δεν είχε γίνει. Μετά το τέλος του σύντομου σετ τους, ο τραγουδιστής ευχήθηκε χρόνια πολλά, ευχαρίστησε, και αποχώρησαν. Αυτούς κι αν ελπίζω να ξαναβλέπω πιο συχνά!

ΤΣΟΠ

Αμέσως μετά, ανέβηκαν στη σκηνή οι Τσοπ. Τους Τσοπ, τους είχα πρωτοπροσέξει πριν δυο χρόνια, με κάποια ελάχιστα κομμάτια που είχαν βγάλει μέχρι τότε και με είχαν τραβήξει, είχαν κάτι πρωτότυπα ωμό, νεωτεριστικό, καυτηριαστικό και ελκυστικό. Είχα την ευκαιρία να τους δω, μάλιστα, τότε, να ανοίγουν για τους Bazooka στο six dogs. Μου άρεσαν αρκετά, αν και ήταν λίγο μαγκωμένοι, όντας, μάλλον, νέοι ακόμα. Από τότε και μετά, ενώ είχα ξαναπετύχει συμμετοχές τους σε ενδιαφέροντα live, δεν είχα καταφέρει να πάω και να τους ξαναδώ, μέχρι το Σάββατο, που η μοίρα το έφερε να τους δω και πάλι, επιτέλους και να μπορώ τώρα να σας πω πως δεν έχουν καμιά σχέση με το ’16, αφού έχουν ανέβει πολλά ακόμα επίπεδα! Αυτή τους η εμφάνιση, επιβεβαίωσε τις υποψίες που είχα τότε πως θα προχωρήσουν πολύ. Για 50 ολόκληρα λεπτά τους απολαύσαμε να εκτελούν 13, αν μέτρησα σωστά, κομμάτια τους, με τον τόσο απολαυστικό τους τρόπο! Με την τόσο ελκυστική φωνή του κυρίως τραγουδιστή, που σε κάνει να πιστεύεις πως δε θα πήγαιναν σε άλλον, αυτά τα συγκεκριμένα κομμάτια, καλύτερα! Η φολκλόρ διάθεση των ελληνικών στίχων και οι ευφάνταστες μελωδίες των punk – rock κομματιών τους, κυρίευσε τους παρευρισκόμενους, οι οποίοι ευτυχώς, είχαν αυξηθεί αισθητά και το καταδιασκέδαζαν χορεύοντας. Η πεντάδα άλλαζε συνεχώς θέσεις, κυρίως ως προς τη θέση στα φωνητικά, αφού συμμετείχαν σχεδόν όλοι, είτε με κυρίως φωνητικά, είτε με δεύτερα – μέχρι και ο ντράμερ, στο τελευταίο κομμάτι, ήρθε μπροστά και τραγούδησε, ενώ ο κιθαρίστας πήγε στη θέση εκείνου, και αυτός πήρε την κιθάρα του! Μιλάμε, οι τύποι είναι θεότρελοι (με την καλή έννοια) και για αυτό και ό,τι κάνουν, είναι τόσο γουστόζικο. Πόσο χάρηκα που έπαιξαν και το αγαπημένο ‘Σκατά, ρίζες και νερά’ και πόσο σίγουρο είναι πως δεν πρέπει να περάσει τόσο καιρός για να τους ξαναδώ!

FUNDRACAR

Τελευταία μπάντα της βραδιάς, ήταν οι Fundracar. Μια μπάντα που είχα ακούσει σαν όνομα, όταν πριν αρκετούς μήνες είχε ανακοινωθεί μεγάλο επετειακό live της στο Gagarin, το οποίο, είχε πάει πολύ καλά, από ότι έμαθα (φαινόταν εξαρχής, με 750 εισιτήρια προπώληση), γεγονός που σημαίνεις πως η μπάντα έχει ένα μεγάλο, σχετικά κοινό, το οποίο, όμως, δε φάνηκε την Παρασκευή στο Temple, αφού ενώ ο κόσμος είχε αυξηθεί, μέχρι την ώρα της εμφάνισής τους, σε καμία περίπτωση δε θα μπορούσε να χαρακτηριστεί πολύς. Τους έψαξα λίγο πριν τη συναυλία και πραγματικά ξενέρωσα, γιατί δεν ήταν καθόλου του γούστου μου, μουσικά μιλώντας. Παρ’ όλα αυτά, ήθελα να τους δω και από κοντά, για να σχηματίσω μια γνώμη. Αφού ο εξοπλισμός τους στήθηκε, η εξάδα, ανέβηκε στη σκηνή, απεύθυνε χαιρετισμό, συστήθηκε και είπε ‘πάμε να τα γαμήσουμε όλα’. Με δύο τραγουδιστές επί σκηνής, ένας εγχώριος και ένας από μέρη μάλλον εξωτικά, μοιράζονταν τα κομμάτια και τα μέρη αυτών, ως προς τα φωνητικά μέρη, οπότε είχαμε εναλλαγές από ελληνικό σε ξένο στίχο, ο οποίος ξένος, εκφερόταν υπό μια μορφή ραπ, να πούμε; Μου άρεσαν αρκετά τα πλήκτρα, αλλά με κέρδισε η παρουσία του σαξόφωνου, ένα όργανο που δε συναντάς συχνά ούτε σε ηχογράφηση πλέον, πόσο μάλλον σε συναυλία, το οποίο, με την αυξομειούμενη έντασή του, έδωσε έναν πολύ ευχάριστο τόνο. Από κει και πέρα, η μουσική τους, μου φάνηκε κάτι ανάμεσα αυτή, παρέας που παίζει μουσική σε χιπστερονησί, στην παραλία, το καλοκαίρι για φίλους και περαστικούς και σε ιδιαίτερο γιουροβιζιονικό entry. Δεν ειρωνεύομαι, φυσικά, απλώς λέω τις εντυπώσεις μου. Εκτιμώ δηλαδή, την αυθεντικότητα του πράγματος και την όποια επίδρασή του στο κοινό (το οποίο χόρευε και γούσταρε από κάτω), αλλά έως εκεί. Μετά από τα πρώτα πέντε (;) κομμάτια, δεν άντεξα την αισθητική του όλου πράγματος και αποχώρησα. Εξάλλου, δε νομίζω πως θα διαφοροποιούταν ιδιαίτερα, αφού μέχρι εκεί, δεν άλλαξε κάτι. Λογικά, θα έπαιξα πάνω από ώρα και καλά έκαναν, αφού υπήρχε κόσμος που ήρθε για να τους δει και να περάσει ωραία. Τέλος, να υπογραμμίσουμε (χωρίς να σχολιάσουμε) την κίνηση του τραγουδιστή να προβεί σε σχολιασμό του νέου τραγουδιού του Παύλου Παυλίδη για τον θάνατο του Ζακ Κωστόπουλου, απευθυνόμενος στο κοινό και λέγοντας κατά γράμμα: ‘Αυτά καλό είναι να γίνονται πριν και όχι μετά. Τάλαρα στον τάφο κανενός δεν βγάζουμε’. Και έτσι έκλεισε η δεύτερη μέρα του Templefest.

Απολογισμός δεύτερης ημέρας:

Η προσέλευση του κόσμου, ήταν ικανοποιητική, αλλά όχι η αναμενόμενη, με το μεγάλο, σχετικά, όνομα των Fundracar, που έχει συνηθίζει να μαζεύει πολύ κόσμο. Ο ήχος, και πάλι ήταν πολύ καλός, ανακαλύψαμε μπάντες, όπως τους Μύκητες, που είναι καλό να εμφανίζονται και σε τέτοιες σκηνές, για να τις μαθαίνει περισσότερος κόσμος, ενώ τα φώτα, κινήθηκαν κυρίως σε κίτρινους και πράσινους τόνους. Μια κάποια καθυστέρηση, υπήρξε, πάλι, στο πρόγραμμα, αλλά η βραδιά σώθηκε, από την παράταση του ωραρίου του μετρό.

***

Day 3: Σάββατο 29.12/2018 – Ηχοτόπια, Drog A Tek, Fuku, Space Blanket, Psychedelic Trips To Death

PSYCHEDELIC TRIPS TO DEATH

Η τρίτη μέρα του Templefest, ξεκίνησε με τους εκ Θεσσαλονίκης ορμώμενους, Psychedelic Trips To Death. Με σπάνιες συναυλίες στην Αθήνα, δεν είχα καταφέρει να τους δω, ως τώρα, παρ’ όλο που ήθελα και να η ευκαιρία, με αυτό το λάιβ, που ήταν και επιβεβλημένο, αφού παίζουν τουλάχιστον μια φορά τον χρόνος την πρωτεύουσα, και η φετινή τους, προ τριμήνου, οπότε και θα άνοιγαν τους Bleib Modern, στο Death Disco, είχε ακυρωθεί για άγνωστους λόγους.  Λίγος ήταν ο κόσμος που τους παρακολούθησε, όσος το έκανε, όμως, μόνο κερδισμένος βγήκε, αφού οι PTTD, ήταν πραγματικά εκπληκτικοί και μάς πρόσφεραν ένα φοβερό πενηντάλεπτο σετ, αποτελούμενο από δέκα κομμάτια, τα οποία απέδειξαν τη δύναμη των συμπρωτευουσιάνων. Η μαυροντυμένη τετράδα, τα έδωσε όλα, δημιουργώντας ένα κλίμα μαύρης νεοψυχεδέλειας. Ο ντράμερ, ήταν εντυπωσιακός όντας όρθιος και χωρίς πλήρες ντραμ σετ. Ο τραγουδιστής, έχει εξαιρετική και καθαρή φωνή, με σωστή άρθρωση, η οποία, δε θαβόταν και μέσα στη μουσική, όπως συμβαίνει συχνά σε τέτοιες μπάντες, οι οποίες postpunkίζουν. Πιάνει πολύ καλά ύψη,  ενώ χειρίζεται και άψογα την αγγλική γλώσσα στην προφορά της. Τα κομμάτια τους εναλλάσσονταν από τις γρήγορες στις αργές μελωδίες, δημιουργώντας ηλεκτρισμένα ή ατμοσφαιρικά ηχοτόπια και φέρνοντας στο νου, εικόνες ερωτισμού στα πάρτυ της εφηβείας, βόλτες στο ηλιοβασίλεμα, μεγάλους δρόμους κλπ. Το συνθεσάιζερ έδενε άψογα, όπως και κάποια προηχογραφημένα σημεία. Δυστυχώς, το κοινό δεν ανταποκρινόταν ιδιαίτερα, παρά μόνο με κάποια χλιαρά χειροκροτήματα – έλεος. Απλοί και λιτού, ευχαρίστησαν κι έφυγαν, κι εμείς ελπίζουμε να κατεβαίνουν συχνότερα Αθήνα.

SPACE BLANKET

Η συνέχεια, άνηκε στους Space Blanket, τους οποίους δεν ήξερα, αλλά πολύ καλώς έμαθα. Ένα ντουέτο μουσικών που ανέβηκαν στη σκηνή και στάθηκαν αντικριστά, με τις κονσόλες, ανάμεσα τους, τους υπολογιστές, τα μικρόφωνα, τα πλήκτρα, τα συνθεσάιζερ και πρόσφεραν ένα φοβερό ηλεκτρονικό σετ, με τον χώρο, να έχει ήδη, πια, γεμίσει. Φοβερός ήχος, ο οποίος έφτανε από ηλεκτρονικό, σε techno και από εκεί, σε club. Ο κόσμος, άρχισε να χορεύει, και πως αλλιώς, άλλωστε, με τέτοια μουσική, με φοβερή δυναμική, μεταστροφές και διακοπές στον ήχο ελλείψεις, παύσεις, επαναλήψεις και λούπες,  προηχογραφημένα μέρη μπάσου και ντραμς, μπουκωμένα και μη samples, που όλα αυτά, υπογράμμισαν το γεγονός πως βλέπουμε τον σύγχρονο, ηλεκτρονικό, ελληνικό ήχο, στα καλύτερα του. 12 κομμάτια – απόλαυση, εκ των οποίων, σε κάνα – δύο, είχαμε και φωνητικά από τους μουσικούς, ενώ σε κάνα – δύο άλλα, είχαμε προηχογραφημένο φωνητικό κομμάτι, που θύμιζε το βασικό playback, πάνω στο οποίο, αυτοί έχτισαν όλο το υπόλοιπο, μουσικό κομμάτι, ζωντανά. 12 υπέροχα κομμάτια, τα οποία, μου έφεραν κατά νου, Boy Harsher, Archive, Perturbator. Στον τελευταίο, θα μπορούσαν άνετα να είχαν μπει support (αντ’ αυτού, είχε μπει ό,τι να ‘ναι, ας μην το αναλύσουμε τώρα). Αποχώρησαν λίγο μετά τα μεσάνυχτα, με έναν απλό χαιρετισμό, αφήνοντάς μας διψασμένους για περισσότερο.

FUKU

Τρίτο σετ της βραδιάς, ήταν αυτό, τω παντελώς αγνώστων Fuku. Σε αντίθεση με τους προηγούμενους, αυτούς ούτε έπρεπε, ούτε χρειαζόταν να τους μάθω, μήτε εγώ, μήτε κανείς. Ένα video wall, εμφάνισε το όνομά τους και ύστερα άρχισε να παίζει ασπρόμαυρα βίντεο με τους ίδιους. Η μαυροντυμένη επτάδα (!), εμφανίστηκε στη σκηνή με πλαστικές, γκρίζες (;) μάσκες μα να καλύπτουν τα πρόσωπά τους και απλώθηκαν σε πάσο, κονσόλες, υπολογιστές, μικρόφωνα, ντραμς κλπ. Ξεκίνησαν το σετ τους, ανάμεσα σε πολλά πετάλια, και μέσα στο σκοτάδι, με μόνη πηγή φωτός, την ελάχιστη του video wall, γεγονός που δυσκόλευε τουλάχιστον εμάς. Οι των κρουστών, ήταν κρυμμένοι πίσω από την οθόνη και με την πρώτη ματιά, δεν τους έβλεπες, αλλά καταλάβαινες πως κάτι γινόταν και ψαχνόσουν, αφού τα ντραμς ακούγονταν πολύ δυνατά. Τα φωνητικά, μια κοπέλα, προφανώς, τα είχε αναλάβει, χωρίς να καταφέρει να τα φέρει εις πέρας, αξιοπρεπώς, ούτε στο ελάχιστο, αφού όταν προσπαθούσε να τραγουδήσει κανονικά, η φωνή της, ούτε που ακουγόταν – θαβόταν μέσα στη μουσική, κι όταν πήγαινε να ανεβάσει τόνους, ήταν σαν να φωνάζει, να φωνάζει άσχημα. Ακόμα και φωνές τη μπλακ μέταλ, φαίνονται τιτιβίσματα μπροστά σε αυτό που έβγαινε από το στόμα της, το οποίο, όμως, σε καμία περίπτωση δε μπορούσε ούτε καν να πλησιάσει τραγουδιστική φωνή. Πιο πολύ, σε άναρθρες κραυγές έφερνε, και αυτές, τυχαίες, όχι ιδανικές για μουσική. Η τύπισσα, μάλλον προσπαθούσε να μοιάσει στη Pharmakon, αλλά ούτε κατά διάνοια δεν το προσέγγιζε. Στο αρνητικό σύνολο, συντέλεσαν και όλοι οι υπόλοιποι, που με τη μουσική που έπαιζαν, όχι μόνο δεν την κάλυπταν, αλλά χειροτέρευαν το ηχητικό αποτέλεσμα. Αυτό, γιατί δεν ήξεραν τι έπαιζαν. Τι μουσική, τι είδος, τι αποτέλεσμα ήθελαν να πετύχουν κλπ. Σαν να προσπαθούν να προσεγγίσουν την νεοψυχεδέλεια, μέσω ηλεκτρονικών και μέταλ στοιχείων, αλλά αποτυγχάνουν παταγωδώς και παντοιοτρόπως. Πιστεύω πως γενικώς δεν ξέρουν τι θέλουν ως μπάντα (να παίξουν και να πρεσβεύσουν), και για αυτό το αποτέλεσμα, είναι όχι απλώς αδιάφορο, ούτε κακό. Είναι τρομακτικά απωθητικό (για αυτό και μετά από μερικά κομμάτια, εξήλθα του χώρου, επειδή αυτό που άκουγα, με έφερε στα σωματικά μου όρια και θα με μάζευαν, αν καθόμουν παραπάνω). Καθόλου δεν τους βοηθά η on stage εμφάνισή τους. Kαλά όλα αυτά, αλλά το θέμα είναι αφενός, να υπάρχει ένα σοβαρό concept, πίσω από όλο αυτό, όχι να το κάνουμε έτσι, επειδή μας ήρθε (αρκετά με τους δηθενισμούς, στο 2019), αφετέρου, πρέπει να αξίζει και η μουσική μας, για να τη συνοδεύουμε με τέτοια! Αν δεν επαναπροσδιοριστούν ως μπάντα και αν δεν αλλάξουν τα πάντα, εγώ δε θέλω να τους ξαναδώ – αμφιβάλλω αν και άλλοι, θα θέλουν.

DROG A TEK & ΗΧΟΤΟΠΙΑ

Δυστυχώς, το γεγονός πως δύο μέρες πριν από την τρίτη ημέρα του φεστιβάλ, ανακοινώθηκε πως κατά τη διάρκεια αυτής, τα δύο τελευταία acts, θα γίνουν μεταμεσονύκτια (προσθέστε και την καθυστέρηση που ούτως η άλλως, δημιουργήθηκε από νωρίς, μεταθέτοντάς τα, ακόμα πιο αργά), κατέστησε απαγορευτικό το να τα παρακολουθήσω, παρ’ όλο που είναι τα δύο acts της μέρας που περίμενα να δω περισσότερο, καθώς τα ακούω κατά καιρούς, τα τελευταία χρόνια, αλλά δεν είχα την τύχη, να τα δω ακόμα, παρά το γεγονός πως αραιά και που, έχω δει ανακοινώσεις συναυλιών τους, αλλά μέχρι τώρα, έπεφτα μαζί με άλλες, στις οποίες είχα να πάω. Τι να πω. Λυπάμαι και επιφυλάσσομαι για το απώτερο μέλλον, ενώ προτείνω σε όλους, να τα αναζητήσουν και να τα ακούσουν, αν είναι λάτρεις του ήχου.

___

Απολογισμός τρίτης ημέρας:

Απίστευτα πολύς κόσμος, προσήλθε Το Σάββατο στο Temple, Καθιστώντας την τρίτη μέρα του Templefest, sold οut, από πολύ νωρίς, γεγονός που με έκανε να αναρωτηθώ αν όντως έχουμε τόσους fans του ηλεκτρονικού ήχου στην Ελλάδα. Όπως και να έχει, ήταν κάτι πολύ ευχάριστο. Αυτό που δεν ήταν ευχάριστο, ήταν η χρονική μετατόπιση των μπαντών, αργότερα, με σκοπό οι δύο, να εμφανιστούν, αρκετά μετά τα μεσάνυχτα. Δεν θα υπήρχε θέμα, γενικά, μιας και ο χώρος, κάνει συχνά και live και dj acts και στις 3 το πρωί πχ. Η διαφορά, εδώ, είναι ότι δεν είχα ανακοινωθεί εξαρχής, μαζί με τα ονόματα της βραδιάς, όταν ο καθένας, αγόραζε το εισιτήριό του, πιστεύοντας πως θα δει το λάιβ και μετά θα πάρει το μετρό και θα γυρίσει σπίτι του πχ. Αυτά τα της τελευταίας στιγμής, όταν δεν υπάρχει σοβαρός λόγος, καλό είναι να μην γίνονται. Κατά τα άλλα, ο ήχος μια χαρά και χωρίς να χάνεται, με τον τόσο κόσμο. Στα φώτα, έπαιξαν διάφορες σκοτεινές αποχρώσεις και σκιές.

***

Day 3: Κυριακή 30/12/2018: Universe217, Last Rizla, Mass Culture, Mammock

MAMMOCK

Η τέταρτη και τελευταία ημέρα του Templefest, ξεκίνησε με τους Mammock, μια weird rock (όπως αυτοπεριγράφονται), στη μόλις δεύτερη ζωντανή τους εμφάνιση! Η μπάντα, είναι εντελώς φρέσκια και της ταιριάζει απόλυτα ο χαρακτηρισμός ανερχόμενη, όχι μόνο επειδή είναι νέα, αλλά επειδή είναι και άξια να ανέβει ψηλά. Αφού, λοιπόν, η τετράδα, ανέβηκε στη σκηνή και ευχαρίστησε για την πρόσκλησή τους να παίξουν στο Temple, Μια τέτοια μέρα και με τέτοιες μπάντες (υπογραμμίζοντας το γεγονός από άποψη ευγνωμοσύνης, για μια νεοσύστατη μπάντα), μας πρόσφεραν ένα μισάωρο σετ, αποτελούμενο από πέντε κομμάτια και πολλή απόλαυση! Τα παιδιά αυτά, φαίνονται πολύ παθιασμένα και έντιμα, και ως άτομα, και  ως καλλιτέχνες. Η μουσική τους, είναι πολύ καλή, αν και σε κάποια επίπεδα, λίγο ωμή, λίγο ακατέργαστη – όχι πως αυτό είναι κακό… Αφήστε που είναι και λογικό, αφού τώρα ξεκίνησαν και έχουν δρόμο ακόμα, μέχρι την τελειοποίηση. Παρ’ όλα αυτά, τα πρώτα τους δείγματα, μόνο ενθαρρυντικά είναι. Έχουν πολλές ιδέες, και σίγουρα, αναπτύσσοντάς τες, περισσότερο, θα εξελίξουν κι άλλο, τη μουσική τους, στην οποία, μου άρεσαν κάποια ‘παλιακά’ στοιχεία μέταλ, που διέκρινα, καθώς και τα ‘χοντροκομμένα’ screamos, του τραγουδιστή. Ταπεινοί κα μετρημένοι, απέδειξαν πως συνεχίζει να υπάρχει ελπίδα στις νέες μπάντες. Ευχάριστο το γεγονός πως είχε έρθει κάμποσος κόσμος, όταν έπαιξαν, κι έτσι, τους παρακολούθησε. Ανυπομονώ να δω τη συνέχεια τη πορείας τους και να γράψω ακόμα περισσότερα για αυτούς.

MASS CULTURE

Για τη συνέχεια, το πρόγραμμα είχε τους Mass Culture, μια post metal μπάντα, η οποία πριν λίγο καιρό, κυκλοφόρησε τον πρώτο, πάρα πολύ καλό και ενδιαφέροντα δίσκο τους, οπότε ήθελα να τη δω και ζωντανά. Αποδείχθηκε πως στο live, είναι ακόμα καλύτεροι, καθώς μπορούν να επιδείξουν όλο το εύρος της δυναμικής τους. Η πεντάδα αυτή, έδειξε πώς με έναν τόσο καλό δίσκο, επιβάλλεται αμέσως να ενταχθείς στα πράγματα και αυτά, ν σε αναδείξουν όπως και όσο σου αξίζουν. Στα 40 λεπτά της εμφάνισής τους, γέμισαν τα αυτιά μας με τον βορβορώδες ήχο τους, ο οποίος, φαίνεται πως έχει επιρροές από σχετικές του είδους, μεγάλες, ξένες μπάντες, χωρίς σε καμία περίπτωση να τις κοπιάρουν, αλλά καταφέρνοντας να δημιουργήσουν κάτι εξ’ ολοκλήρου νέο, δικό τους, που αξίζει και να το ακούσεις, και να κοπανηθείς με αυτό. Και ξέρετε, ειδικά σε αυτόν τον ήχο, δεν είναι πολύ εύκολο να βρεις κάτι πραγματικά πρωτότυπο, ούτε έχουμε συνεχώς, νέες, άξιες μπάντες – εκπροσώπους του, στη χώρα μας, τουλάχιστον. Ο τραγουδιστής, ακολουθεί το παράδειγμα του frontman των Amenra και της frontwoman των Allochiria, και το μεγαλύτερο μέρος του σετ, το έβγαλε έχοντας γυρισμένη την πλάτη του προς το κοινό. Πέραν αυτού, η φωνή του, αξιοσημείωτη και ξεκάθαρα sludgίζει (με την τελευταία του, μακρόσυρτη κραυγή, μας αποτελείωσε), και μάλιστα, εύγλωττα, αφού, πρώτον, δε θαβόταν στη μουσική και δεύτερον, πιάναμε μέχρι και στίχους (πόσο σπάνιο για το είδος)! Ο ήχος τους, στο σύνολό του, είναι τρομερά καλοδουλεμένος. Ο μπασίστας, συνείσφερε στα φωνητικά, σε κάποιες φάσεις, κάνοντας το σύνολο, τρομοκρατικά, υπέροχα, σκοτεινό. Έπαιξαν με σταθερό φωτισμό και με δύο επιδαπέδιες, κίτρινες, δικές τους λάμπες, που δημιούργησαν πολύ ωραίο αισθητικό αποτέλεσμα, ενώ ο ένας κιθαρίστας, ανέλαβε τις συστάσεις και τις ευχαριστίες. Εγώ θα πω, πως τους ευχαριστηθήκαμε και με το παραπάνω και είμαι σίγουρος πως θα διαπρέψουν αυτά τα παιδιά. Όχι πως ήδη, δε μας κατέκτησαν, την Κυριακή, αλλά σύντομα, προβλέπω ακόμα μεγαλύτερο ακροατήριο.

LAST RIZLA

Λίγο πριν το τέλος, είχαμε τη χαρά να ξαναδούμε τους Last Rizla, τρεις μήνες μόνο, ύστερα από το εκπληκτικό support τους, στους Whores, στο Κύτταρο. Μια heavy rock μπάντα, με αμέτρητα μέταλ στοιχεία και τα χαρακτηριστικά φωνητικά του τραγουδιστή τους, που είναι ο ίδιος με των Sadhus: The Smoking Community (αγαπάμε και τις δύο μπάντες πολύ), η οποία, δεν κάνει και πολύ συχνά εμφανίσεις στην Αθήνα – ή τουλάχιστον, όχι τόσο συχνά, όσο ίσως, θα θέλαμε, για αυτό και ήταν ακόμα μεγαλύτερη η ευχαρίστηση που τους είδαμε στο Templefest, κάτω από το video wall τους με τις περίεργες εικόνες. Μια τρελή τετράδα, που μας βάρεσε κάτω, σαν να μην υπάρχει αύριο, παίζοντας, μάλλον, κομμάτια (6 στον αριθμό – μεγάλα, στη διάρκεια), από το φετινό τους, νέο ep. Η φωνή του τραγουδιστή, ξεσκίζει φλέβες και καρδιές, ενώ, ο ίδιος, τη σκηνή, αλωνίζοντάς την, πάνω κάτω, και βγαίνοντας και εκτός αυτής, μέσα στο κοινό. Στα μεσοδιαστήματα των κομματιών, απευθύνθηκε και στο κοινό, ευχαριστώντας το που ήταν εκεί, λέγοντας πόσο χαρούμενοι είναι που ήταν κι αυτοί εκεί και μοιράζοντας εορταστικές ευχές. Ο ντράμερ, απορώ πως δεν έσπασε το σετ, με τόσο χτύπημα  – του έδωσε και κατάλαβε, και όλοι τους μαζί, σε εμάς. Στο τρίτο κομμάτι, ανέβηκε στη σκηνή κάποιος, ντυμένος κουνέλι και χόρεψε αισθησιακά, μέχρι να αρχίσει αν χτυπιέται και ύστερα, να μάς αποχαιρετίσει – θεωρώ πως ήταν μια προσθήκη – αναφορά στο εξώφυλλο του ep ‘Mount Machine’, του φετινού τους, το οποίο, απεικονίζει ένα κουνέλι. Στο πέμπτο κομμάτι, κάποιος guest, ανέβηκε στη σκηνή και συμμετείχε στα φωνητικά, με μια ιδιαίτερη, κάπως πειραγμένη, σαν από μηχανήματος, φωνή, δημιουργώντας έτσι, εάν πολύ ενδιαφέρον, ηχητικά ντουέτο, με τον τραγουδιστή. Το κοινό που είχε γεμίσει τον χώρο, γούσταρε πολύ. Το τέλος, ήταν εκκωφαντικό και μια ευχή, μας συνόδευσε, να έχουμε καλή χρονιά και τα λογικά μας! Υπέροχοι, αβυσσαλέοι Last Rizla! Τα γκρέμισαν όλα στο διάβα τους. Ραντεβού και πάλι σύντομα, ευελπιστώ.

UNIVERSE217

Το κλείσιμο της ημέρας, αλλά και του τετραημέρου, είχαμε την τιμή να το αναλάβει η καλύτερη, κατ’ εμέ, ελληνική, αγγλόφωνη μπάντα: οι λατρεμένοι Universe217, τους οποίους, ανακάλυψα πριν τρία χρόνια, με αφορμή την κυκλοφορία του πιο πρόσφατου δίσκου τους, ‘Change’ (και της επακόλουθης, τρομερής παρουσίασής του, τότε, στο Κύτταρο) και έπαθα την πλάκα της ζωής μου, δε μπορούσαν να πιστέψουν τα αυτιά μου σε αυτό που άκουγα και να συνειδητοποιήσω κιόλας, πως αυτό, προέρχεται από ελληνική μπάντα. Έκτοτε, τους ακολουθώ φανατικά, φυσικά, οπότε τώρα, δε θα έλειπα από το σετ τους και στης τρεις η ώρα το πρωί, αν έπαιζαν τότε. Ύστερα από εννιά ολόκληρους μήνες, που είχαμε να τους δούμε στην Αθήνα, έφτασε ξανά η ώρα, και μάλιστα σε έναν χώρο σαν του Temple, μικρότερο από αυτούς στους οποίους παίζουν τα τελευταία χρόνια, γεγονός που με έκανε να αναρωτηθώ, αν αυτό, θα τιγκάρει, τώρα – γέμισε, αλλά ποτέ ολοκληρωτικά. Όχι βέβαια πως για αυτό ευθύνονται οι u217, αλλά κάτι το ότι ήταν το τελευταίο act της τελευταίας μέρας ενός κουραστικού τετραημέρου, κάτι ότι ήταν Κυριακή, και μάλιστα προπαραμονή πρωτοχρονιάς, κάτι ότι αυτοί, ανέβηκαν στη σκηνή, πέντε λεπτά πριν τα μεσάνυχτα, και να τες οι αιτιολογήσεις. Ξεκινώντας, κλασικά, με το αγαπημένο ‘Mouth’, οι Universe217, μάς ταξίδεψαν, για μία ώρα και δέκα λεπτά, στον συγκλονιστικό μουσικό κόσμο τους, μέσα από παλιότερα και νεότερα κομμάτια τους (μιας που είπα νεότερα, έχω τη διαίσθηση, πως σύντομα θα έχουμε και νέα κυκλοφορία – ελπίζουμε και ανυπομονούμε). Αν εξαιρέσουμε κάτι θεματάκια στον ήχο, που έκαναν τη θεϊκή φωνή της μοναδικής Τάνιας, να χάνεται λίγο, τα οποία, όμως διορθώθηκαν μετά τα δύο πρώτα κομμάτια, όλα ήταν άψογα, εξαιρετικά, και δέοντα. Η Τάνια, είχε και μια κάποια βραχνάδα στη φωνή, εκείνο το βράδυ, στοιχείο, που έδινε μια ακόμα πιο όμορφη, βαριά χροιά στα κομμάτια τους. Η τριάδα, γύρω της, απέδειξε ξανά, το πόσο δεμένη είναι και το πώς  και οι τέσσερις μαζί, αποτελούν το συνταρακτικό μουσικό σχήμα που ονομάζεται Universe217 (και που δεν ξέρουμε τι σημαίνει το όνομα και πώς τους ήρθε, αφού σε συνέντευξη του ντράμερ, νομίζω, είχε αρνηθεί να το αποκαλύψει, λέγοντας πως σίγουρα υπάρχει λόγος που επιλέχθηκε, αλλά δεν χρειάζονται όλα να γίνονται γνωστά – ίσως να έχει και δίκιο, το μυστήριο αυτό, άλλωστε, κάνει το όνομα, ακόμα πιο ελκυστικό), και το οποίο, μια μία ακόμα φορά, μας καταβύθισε στον λυρικό, συναισθηματικό τους λαβύρινθο, στη σκοτεινή λίμνη της συγκίνησης και δε μας έβγαλε από εκεί, μέχρι το κλείσιμο, στο δέκατο κομμάτι, που είναι το πιο αγαπημένο μου (αν μπορεί κάποιος να επιλέξει κάποιο, από τη φανταστική τους δισκογραφία), γιατί έχει αυτό το κάτι, που χτύπησε μέσα μου από την πρώτη στιγμή που το άκουσα, ενώ ήταν και το πρώτο δικό τους που άκουσα: το ‘Never’. Όταν, λοιπόν, αυτό, ακούστηκε, την Κυριακή, ξέσπασε σωματικός όλεθρος και εγκεφαλικές εκρήξεις στο κοινό και όλοι, μείναμε και πάλι, μαλάκες. Εντάξει, παιδιά, δεν υπάρχουν λόγια για αυτή τη μπάντα! Τι άλλο να γράψει κανείς; Ό,τι κι αν γράψει, λίγο θα είναι… Εν τω μεταξύ, θεωρητικά, χαρακτηρίζονται ως experimental doom metal, αλλά εγώ θα πω, πως δεν ανήκουν σε καμία κατηγορία, αλλά αποτελούν μία από μόνοι τους, και κανείς άλλος δε μπορεί να καταταχθεί σε αυτή. Μετά το δεκακόμματο σετ, επέστρεψαν σχεδόν αμέσως για το καθιερωμένο encore και ύστερα, μας ευχαρίστησαν, καθώς έφευγαν, χωρίς να μπορούν να προβλέψουν την απαίτηση του κόσμου, που τους καλούσε πίσω διεκδικητικά, κι εκείνοι, έκαναν την έκπληξη, επιστρέφοντας για δεύτερο encore (και στα δύο, εν τω μεταξύ, παίχτηκε ένα κομμάτι στο καθένα, όπου, όμως, το κάθε ένα, ήταν μείξη δύο κομματιών, άρα, σαν να έπαιξαν τέσσερα)! Στη μία και δέκα, αφού τελείωσαν και μας αποχαιρέτησαν(και αφήνοντας κάποιους, παραπονεμένους, αφού δεν έπαιξαν το ‘She’, όπως ούτε και τον Μάρτιο), φύγαμε κι εμείς, ψυχικά διαλυμένη, μετά από αυτό, για το οποίο, τους είμαστε ευγνώμονες! Θα έλεγα πως εννοείται πως θέλουμε να τους βλέπουμε κι αυτούς, πιο συχνά, αλλά δε θα το πω, γιατί και οι 1-2 φορές τον χρόνο, αφενός είναι τιμή για το αθηναϊκό κοινό, αφετέρου, μεγαλώνουν ακόμα περισσότερο την ανυπομονησία μας, κάθε φορά, μέχρι το επόμενο λάιβ. Κι έτσι όμορφα, τελείωσε η τέταρτη μέρα, αλλά και ολόκληρο το τετραήμερο του Templefest.

Απολογισμός τέταρτης ημέρας:

Και πάλι, σημειώθηκε μεγάλη, σχετικά, προσέλευση κόσμου, αλλά σίγουρα, όχι όση θα αναμενόταν, όταν παίζουν οι Universe217, οι οποίοι, γεμίζουν και πολύ μεγαλύτερους χώρους. Οι λόγοι που συνηγόρησαν σε αυτό, αναφέρθηκαν παραπάνω. Στο μεταξύ, για να υπογραμμιστεί και η προσδοκία περισσότερου κόσμου, πρέπει να πούμε, πως η 4η μέρα, ήταν αρχικά η 3η, και το αντίστροφο, αλλά η αλλαγή αυτή, έγινε, επειδή σε μεγάλο venue, έπαιζαν γνωστές, εγχώριες μπάντες που μαζεύουν πολύ κόσμο, το Σάββατο το βράδυ, οπότε, αντέστρεψαν το πρόγραμμα, και καλά για να μπορέσουν οι του Σαββάτου, να έρθουν στο λάιβ της Κυριακής. Άκυρο, κατ’ εμέ, γιατί αυτοί που ακούν στονεριές, σαν τις μπάντες του Σαββάτου, στον άλλον χώρο, δεν νομίζω πως έχουν τα ίδια μουσικά κριτήρια με εμάς που ακούμε ντουμιές και σλαντζιές – και ευτυχώς, δηλαδή. Ο ήχος πολύ καλός, με τα όποια μικρά προβλήματα, να ξεπερνιούνται γρήγορα. Στα φώτα, έπαιξε πολύ σκοτάδι – αναμενόμενο και χρήση επιδαπέδιων φωτισμών που ήταν εξαιρετικοί και πολύ ταιριαστοί.

***

Συνολικός απολογισμός τετραήμερου Templefest 2018:

4 μέρες γεμάτες με τη ζωντανή μουσική (+2 djs sets) 17 εγχώριων καλλιτεχνών, περιείχε ο τετραήμερος εορτασμός των γενεθλίων του Temple, και ο κόσμος που το τιμάει τόσο καιρό, το έκανε και τώρα, με την παρουσία και την υποστήριξή του στον χώρο και στις μπάντες.  Στο μεταξύ, το Templefest, είχε ανακοινωθεί από τον Ιούνιο, στο διαδίκτυο, γεγονός που έκανε πολύ κόσμο να πιστεύει πως θα συμπεριλαμβάνει ξένες μπάντες, κάτι το οποίο μυρίστηκε πως δε θα γίνει, όταν φτάσαμε ένα μήνα πριν και δεν είχαν ανακοινωθεί ονόματα. Όχι πως δε γουστάρει ο κόσμος και τις εγχώριες φάσεις (το απέδειξε άλλωστε), απλώς λέμε. Τα θετικά και τα αρνητικά που πιστεύω πως διαπίστωσα, αναλόγως την περίπτωση, τα προανέφερα. Τώρα, όμως, πρέπει να μιλήσω και λίγο γενικά, για θέματα που είχαν να κάνουν με το φεστιβάλ στο σύνολό του: Ξεκινώ, χαιρετίζοντας την ιδανική τιμή των εισιτηρίων και την προσφορά τετραημέρου, που υπήρχε για τους φανατικούς, καθώς την προσθήκη και ανάδειξη νέων μπαντών, και τη θεώρησή τους ως ισάξια με των παλαιότερων και γνωστότερων [κλασική τακτική της διοργάνωσης (ακόμα δηλαδή και σε support ξένης μπάντας) η οποία, πάντα αξίζει συγχαρητήρια για αυτό]. Το δυσάρεστο, κατ’ εμέ, ήταν οι καθυστερήσεις τα προγράμματα. Και το τονίζω, γιατί, όταν και σε μια συναυλία με ένα main και ένα support πχ, βλέπουμε συχνά τρελές καθυστερήσεις, πρέπει οι διοργανωτές να καταλάβουν πως όταν έχεις 4-5 ονόματα, τα πράγματα είναι ακόμα πιο δύσκολα και οι πιθανότητες να εκτραπεί, η βραδιά, χρονικά, ακόμα περισσότερες. Για αυτό, σε τέτοιες περιπτώσεις, καλό είναι, από την ώρα που υπολογίζουν να αρχίσουν, θέλοντας να τελειώνουν στις 12, να πηγαίνουν τουλάχιστον 1-1,5 ώρα πίσω, αυτή στην οποία κατέληξαν, κι ας τελειώσουν και νωρίτερα από τις 12, δε χάθηκε ο κόσμος. Ξέρετε, ούτε όλος ο κόσμος είναι νυκτόβιος και ξενύχτης, ούτε μπορεί (ή θέλει) να μετακινηθεί με άλλο τρόπο, διαφορετικό των Μ.Μ.Μ., και αυτό, πρέπει να γίνει κάποια στιγμή κατανοητό και σεβαστό από πλήθος διοργανωτών (για αυτό, ας μη γεννάται απορία όταν συγχαίρουμε άλλες που τηρούν τα ωράρια, τα οποία είναι και νορμάλ), μιας και διαφορετικά, μου φαίνεται ασεβές προς το κοινό, να υποτιμάται αυτό και τα χρήματα που έχει δώσει για το εισιτήριό του, έχοντας δει ένα συγκεκριμένο timeline και επιθυμώντας πχ να δει το τελευταίο act, που είναι το αγαπημένο του και υπολογίζει πως θα το προλάβει, αλλά τελικά, είτε το χάνει για να προλάβει να γυρίσει σπίτι του, είτε το χάνει, και δίνει τριάντα ευρώ σε ταξί για αν γυρίσει σπίτι του. Δεν λέω πως αργεί κανείς επίτηδες (αν και κάποιες φορές, γίνεται κι αυτό), αλλά ας προβλεφθεί ένας πιθανός χρόνος απρόβλεπτων καταστάσεων που θα κωλυσιεργήσουν το πρόγραμμα, δυνητικά μιλώντας και θα δουν αν θα λειτουργήσει. Θέλει προσπάθεια και από τις δυο πλευρές, παιδιά. Πέραν αυτού, το άλλο θλιβερό, είναι πως ελάχιστοι εκπρόσωποι του μουσικού τύπου, ήμασταν παρόντες. Και λέω θλιβερό, γιατί, αφενός, όλο τον χρόνο, τρέχουμε στις συναυλίες του χώρου, και τώρα τι, υποτιμάται το Templefest επειδή έχει ελληνικά ονόματα; Αφετέρου, το θέμα, δεν είναι μόνο τα sites να κοινοποιούν τα δελτία τύπου, αυτό το κάνουν εύκολα και οι διοργανώσεις, στις σελίδες τους. Το θέμα είναι, να στηρίζονται στην πράξη, τέτοια εγχειρήματα σαν το Templefest. Επιπλέον, να πω πως σχολίασα τον ήχο, σε κάθε μία μέρα, ως προς την ποιότητα. Τώρα, όμως, πρέπει να μιλήσουμε για την έντασή του, η οποία, ήταν τραγικά υψηλή και ενοχλητική, σε σημείο αν χρειάζεσαι όλες τις ημέρες, ωτοασπίδες, διαφορετικά, και θα είχες πρόβλημα, και θα κουραζόσουν και δε α απολάμβανες και καμία μπάντα. Αφού αναρωτιόμουν, ηχολήπτης, δεν υπήρχε; Κι αν υπήρχε, ήταν κουφός; Ή ήθελε να κουφάνει εμάς; Παιδιά, δεν παίζουν οι Swans, μαζευτείτε και σεβαστείτε τον κόσμο, που έρχεται επειδή γουστάρει τη συναυλιακή φάση, όχι για να ΄χάσει μέρος της ακοής του. Αν είναι δυνατόν, δηλαδή, Ηχολήπτης, προφανώς και θα υπήρχε, λοιπόν, αλλά μάλλον, δε γνώριζε για το τι ένταση ήχου βάζουμε σε έναν μικρό χώρο, μιας και αυτός ο ήχος, ήταν για Academy, όχι για Temple. Αυτό, ειδικά, με τον ήχο, ελπίζω να μην επαναληφθεί ξανά. Κατά τα άλλα, όλα καλά, Τα φώτα πολύ καλοδουλεμένα, η παραγωγή σωστή, οι μπάντες, στο ύψος των περιστάσεων και όλα τα άλλα, στην εντέλεια. Δεν ξέρω αν θα υπάρχει κι άλλο Templefest, αν θα καθιερωθεί, δηλαδή και θα γίνει ετήσιο, πάντως σε αυτό, περάσαμε πολύ καλά. Εύχομαι κι εγώ, με τη σειρά μου, ως συντάκτης, αλλά και ως εκπρόσωπος του site μας, χρόνια πολλά, στον αγαπημένο μας ναό, να τα χιλιάσει, πάντα με τέτοια ωραία events και συναυλίες. Α, και καλή χρονιά σε όλους μας, με όλα τα καλά και πρωτίστως, υγεία και τύχη!

___

Σημείωση συντάκτη: Δυστυχώς, τις γιορτινές αυτές ημέρες, δεν υπήρχε διαθέσιμος φωτογράφος από το site μας, για να καλύψει φωτογραφικά το φεστιβάλ, οπότε, οι φωτογραφίες, είναι ερασιτεχνικές, δικές μου, από κινητό. Απολογούμαστε και ευχαριστούμε για την κατανόηση.

___

Κείμενο και φωτογραφίες, για το sinavlia.gr, από τον Πάνο Σταυρουλάκη.

***

Tags from the story
, ,
More from Πάνος Σταυρουλάκης

Με πολύ sludge metal και άλλο τόσο post rock, μάς υποδέχεται το πρώτο Cult Of The Amps Fest!

Το πρώτο Cult Of The Amps, μια συνεργασία μεταξύ του μουσικού site...
Read More