Σε μια άκρως ενδιαφέρουσα, από πολλές απόψεις, συναυλία, βρεθήκαμε το Σάββατο της 18ης Φεβρουαρίου, στον φιλόξενο και αγαπημένο χώρο του Death Disco, στου Ψυρρή: σε αυτή του Γάλλου μουσικού Sydney Valette, ο οποίος και ήρθε, επιτέλους, για πρώτη φορά στη χώρα μας, στα πλαίσια μιας μίνι περιοδείας στην Ευρώπη, που πραγματοποιεί αυτόν τον καιρό. Δεν θα μπορούσαμε να μην είμαστε εκεί και να χάσουμε τα όσα ωραία είδαμε, για αυτό και τώρα, πάμε να πιάσουμε τα πράγματα από την αρχή και να δούμε τα της υπέροχης αυτής βραδιάς!
Τη συναυλία, θα άνοιγε ο Misfortunes, το solo project του Θεσσαλονικιού μουσικού Ιωακείμ Βασιλειάδη, με το οποίο και δραστηριοποιείται εδώ και μια δεκαετία περίπου. Παραδόξως, τόσα χρόνια, μετράει η πορεία του, όπως και η δισκογραφική παρουσία του (με μπόλικα singles, ένα ep και δυο δίσκους) και στην Αθήνα, δεν τον είχα δει ακόμα – πράγμα ακόμα παράδοξο, αν σκεφτεί κανείς την άνθιση της underground σκηνής στην πρωτεύουσα. Επομένως, διπλή παρθενική εμφάνιση καλλιτεχνών, εκείνο το βράδυ.
Προσωπικά, τον Misfortunes, τον ανακάλυψα κάπου το ’16-’17; Με τη συμμετοχή του σε έναν συλλογικό δίσκο, με το υπέροχο κομμάτι ‘Λέω να το βάλω κάτω’. Μέσα στα επόμενα χρόνια, τον ψιλοέχασα, προφανώς με δική μου υπαιτιότητα, αφού ο άνθρωπος μια χαρά συνέχισε την τόσο αξιόλογη πορεία του και να, που τι ωραία, τον συνάντησα ξανά, μελετώντας, τώρα, αναδρομικά και την προηγούμενη δουλειά του.
Έφτασα στον χώρο με μια μικρή καθυστέρηση, λόγω και των δρομολογίων των ΜΜΜ, οπότε ο Misfortunes ήταν ήδη στη σκηνή για λίγη ώρα. Μόνος του, πάνω σε αυτή, πίσω από τα πλήκτρα και την κονσόλα του, με το μικρόφωνο από πάνω τους, να δίνει πόνο. Όπως συνηθίζεται στα σχετικά μουσικά είδη, το μεγαλύτερο μέρος της μουσικής, ήταν προηχογραφημένο, με ζωντανή, όμως, την προσθήκη των πλήκτρων. Παρ’ όλα αυτά, δεν ένιωθες πως χρειαζόταν κάτι άλλο, η συνολική παρουσία του, κάλυπτε ιδανικά τη σκηνή, της οποίας και φαίνεται πως της έχει πάρει τον αέρα.
Πολύ ωραία μουσική, κινούμενη ανάμεσα στο minimal wave, το dark wave, το neo goth και το ηλεκτρονικό στοιχείο, συνοδευόμενη από τίμια, καθαρή, βαριά φωνή μιας στιβαρής σκηνικής παρουσίας. Διακρίνονται και οι κλασικές, όμορφες, χαρακτηριστικές εγχώριες πινελιές στη μουσική του, η οποία εύκολα στέκεται και σε σκηνές του εξωτερικού, κατά τη γνώμη μου – δεν είναι τυχαίο πως έπεσα πάνω και σε εγκωμιαστικές, ξένες κριτικές για τον τελευταίο του, περυσινό δίσκο.
Ο κόσμος, αν όχι και πάρα πολύς (μάλλον λιγότερος των εκατό ατόμων), τον απολάμβανε, τον χειροκροτούσε και του ζητωκραύγαζε, ενώ όταν εκείνος ευχαρίστησε και ανακοίνωσε το τελευταίο του κομμάτι, μετά από αυτό, του φώναζαν και για άλλο κι εκείνος ανταποκρίθηκε, λέγοντας πως είχε άλλο ένα. Αν θυμάμαι καλά, ακούσαμε κι από τα κομμάτια του με ελληνικό στίχο και μου άρεσαν όπως και τα με αγγλικό. Κορυφαία, μάλλον, στιγμή, η εκτέλεση του ‘Blood Disco’. Τελείωσε στις 22:35 και κατέβηκε, αφού μας ευχαρίστησε, αφήνοντάς μου πάρα πολύ καλή εντύπωση και κάνοντάς με να θέλω να τον ξαναδώ, πράγμα που ελπίζω να συμβεί σύντομα, όπως επίσης, αν μας διαβάζει, να του προτείνω να ανεβάσει και στο Spotify, την υπόλοιπη δισκογραφία του (μιας και ήδη κάτι υπάρχει και τη θέλουμε όλη, αν το θέλει κι εκείνος, μιας και καλώς η κακώς, πλέον, σχεδόν όλοι με τις πλατφόρμες λειτουργούμε κι από εκεί, μαθαίνουμε και νέους καλλιτέχνες, οπότε μόνο καλό θα είναι και για εκείνον και για εμάς – φιλική και ταπεινή ιδέα / πρόταση).
Μόλις δώδεκα λεπτά αργότερα και με τον κόσμο, ελαφρώς αυξημένο, η ώρα του πρωταγωνιστή της βραδιάς, είχε φτάσει. O Valette ανέβηκε στη σκηνή, η οποία είχε αδειάσει από τον εξοπλισμό του opening act, πριν τοποθετηθεί στην αριστερή πλευρά της, αυτός του κυρίως, δηλαδή η κονσόλα και τα πλήκτρα του Valette, ο οποίος και εμφανίστηκε φορώντας καπέλο και γυαλιά, ενώ οι εκατέρωθεν συνομιλίες, ευτυχώς, έπαυσαν, μόλις εκείνος ξεκίνησε το one man show του.
Ένα show κατά τη διάρκεια του οποίου, ο Valette μας ξετρέλανε και μας ξεσήκωσε για τα καλά! Πηγαίνοντας μπρος – πίσω, μεταξύ κονσόλας και άκρης της σκηνής, μας παρέσυρε μαζί του στο χορό, με τον ρυθμό των κομματιών του. Ακούσαμε τα πιο ‘γνωστά’ κομμάτια του, κυρίως, νεότερα αλλά και κάποια πιο παλιά (τι να πρωτοδιαλέξει, κιόλας, ο άνθρωπος, από τέτοια μεγάλη δισκογραφία;). Ξεχώρισα σίγουρα, τα υπέροχα και αγαπημένα ‘Free’, ‘Fight Back, ‘PTSD’ και ‘Sabotage’.
Μέσα στους καπνούς και τα φωτορυθμικά, εμείς κοπανιόμασταν από κάτω, ενώ εκείνος έδινε πόνο πάνω στη σκηνή, με θεατρική μαεστρία κίνησης εξασκημένου performer (λογικό, τόσα χρόνια στα live, πράγμα που ακόμα με κάνει να απορώ ως προς το γιατί δεν τον είχαμε δει κι εμείς, εδώ, ζωντανά, τόσα χρόνια, σκέψη που αφήνω στην άκρη, αφού το αίτημα, πλέον ικανοποιήθηκε και η αναμονή μας αποζημιώθηκε και με το παραπάνω)), να πέφτει στα γόνατα, να σηκώνεται ξανά, να ανεβοκατεβαίνει τη σκηνή και γενικώς, να μη σταματάει λεπτό!
Μετά το πρώτο κομμάτι, καλησπέρισε τον κόσμο και τον ευχαρίστησε, ενώ παρά τα ελάχιστα θεματάκια που προέκυψαν και σύντομα επιλύθηκαν (όπως κάποιο θέμα με το ήχο, για το οποίο απευθύνθηκε κάνα δυο φορές στον ηχολήπτη, αλλά και με τον εξοπλισμό του, όταν άρχισε να παίζει η μουσική άλλου κομματιού, από αυτού που έπρεπε εκείνη την ώρα, κάτι για το οποίο, απολογήθηκε κιόλας), όλα κύλησαν ομαλά και ο ήχος ήταν σε πολύ καλά, ποιοτικά επίπεδα, με αποτέλεσμα να μην θάβεται, ευτυχώς, η φωνή του, η οποία φωνή, είναι καθ’ όλα αξιόλογη και με πολλές δυνατότητες, κάτι που είχαμε διαπιστώσει από τα studio κομμάτια του, αλλά αποδείχτηκε και στο λάιβ (μιας και δεν είναι καθόλου αυτονόητη η ύπαρξη της, και γενικότερα, αλλά και σε τέτοιους καλλιτέχνες ειδικά, μιας και πολλοί, βασίζονται απλώς στη δυναμική της μουσικής τους και τη γενικότερη άνθιση της underground, μη δίνοντας βάση στη φωνή τους ή απλώς βελτιώνοντάς την ηλεκτρονικά).
Πολύ ωραίο και καλοδεχούμενο το συνολικό, εντός και εκτός σκηνής, αυθεντικό, αντί-σταρ στυλάκι του, που δείχνει έναν άνθρωπο κι έναν καλλιτέχνη καθόλου ψωνισμένο, πράγμα πολύ σημαντικό, είτε ο άλλος είναι εξαιρετικός ως καλλιτέχνης, είτε όχι, αλλά και είτε είναι πολύ γνωστός, είτε όχι. Στην ουσία και στην τελική, πριν τις μουσικές και τις συναυλίες, μετράει ο άνθρωπος πίσω από όλα αυτά και τότε είναι που κι εκείνες, αξίζουν ακόμα περισσότερο, πέραν της όποιας, μεμονωμένης αξίας τους, δηλαδή. Φάνηκε κι από το πώς παρουσιάζεται στη σκηνή γενικά και από το πώς κάτω από αυτή, από το πώς μιλούσε με τον κόσμο, τον ευχαριστούσε κλπ. Αισιόδοξη παρατήρηση σε κοινωνικό επίπεδο, όπως αισιόδοξο ήταν, εκτός των όποιον άλλων θετικών επιθέτων που θα την χαρακτήριζαν, η ζωντανή του εμφάνιση, κάνοντάς μας να πιστεύουμε πως ναι, έχει ακόμα μέλλον η σχετική σκηνή και υπάρχουν ακόμα, πραγματικά αξιόλογοι καλλιτέχνες που το παλεύουν με εξαίσια αποτελέσματα, ασχέτως του βαθμού δημοφιλίας τους και του αντίκτυπού τους στο κοινό.
Τυλιγμένοι στους dark / new / synth / minimal wave, neo goth, dark electro, industrial, techno ήχους του ταλαντούχου 97χρονου Valette και λικνιζόμενοι εξ’ αιτίας τους, ούτε που καταλάβαμε πότε πέρασαν 50 λεπτά και πότε έφτασε το τέλος (για το οποίο, μας ενημέρωσε πριν το τελευταίο κομμάτι, λέγοντας πως εκείνο θα ήταν το τελευταίο, κατά ο οποίο, μας αποχαιρέτησε, ευχαριστώντας μας ξανά και ενημερώνοντάς μας πως στον πάγκο δίπλα στην έξοδο, στον οποίο και πήγε, είχε merch, για όποιον ήθελε να αγοράσει. Δεν ανταποκρίθηκε στις εκκλήσεις για encore και η εμφάνισή του, ολοκληρώθηκε εκεί. Η αλήθεια είναι, πως θα θέλαμε λίγο παραπάνω, αλλά αφενός, τέτοιες μίνιμουμ διάρκειες, είναι συνηθισμένες για τέτοιους καλλιτέχνες και εν μέρει, είναι και λογικές, αφετέρου, δεν πειράζει, γιατί θέλουμε να πιστεύουμε πως θα τον ξαναδούμε σύντομα, τώρα που έγινε η αρχή!
Η ατμόσφαιρα, στο αγαπημένο Death Disco, όπου όλα, ήταν όπως έπρεπε, κλασικά, παρέμεινε για ώρα ηλεκτρισμένη, μετά τη λήξη, αφού όλοι διασκεδάσαμε και περάσαμε υπέροχα, μέσα σε αυτή την τρανσοψυχεδελική ευφορία που μας έριξε με τη μουσική του, ενώ σίγουρα, πέρασε καλά κι εκείνος, πράγμα που καταλάβαμε και από τη μεταξύ μας χημεία, αυτή του κοινού – καλλιτέχνη, η οποία ήταν έντονη (κάτι επίσης όχι συχνό, μιας και σε πόσα λάιβ, η απόσταση αυτή, είναι τεράστια, μεταφορικά μιλώντας πάντα και η σύμπνοια διάθεσης, δεν επιτυγχάνεται εύκολα), αλλά και από μετέπειτα διαδικτυακές δηλώσεις του, που ανέφερε πως αγάπησε την Αθήνα. Οπότε, ελπίζουμε να μας επισκεφτεί και πάλι και όχι μετά από πολλά χρόνια, όπως άλλοι που έρχονται και ρίχνουν μαύρη πέτρα πίσω τους για χρόνια. Ο κόσμος, μπορεί να μην έκανε ουρές, αλλά σίγουρα είχε μια εξαιρετική βραδιά, πράγμα που αναμφισβήτητα, θα φέρει ακόμα περισσότερο, την επόμενη φορά. Μέχρι τότε, θα μείνουμε με την υπέροχη ανάμνηση, για την οποία τον ευχαριστούμε, όπως ακριβώς ευχαριστούμε και τις εταιρίες ElektroSpank και Voodoo, και που τον έφεραν, και για την πρόσκλησή τους στο σάιτ μας!
Κείμενο & Φωτογραφίες: Πάνος Σταυρουλάκης
*













