Ανταπόκριση: Sólstafir & Nochnoy Dozor @ Fuzz Live Music Club – Κυριακή 16/12/2018

Το βράδυ της Κυριακής, πήραμε ξανά, τον δρόμο προς τον Ταύρο, για το στέκι της Πειραιώς, αυτή τη φορά, για να παρακολουθήσουμε τη δεύτερη επίσκεψη των Ισλανδών post metallers, Sólstafir. Mαζί τους, θα ήταν το εγχώριο, ανερχόμενο σχήμα των Nochnoy Dozor, όπως ανακοινώθηκε, πρόσφατα. Μια συναυλία, υπό τη διοργάνωση της Catch The Soap Productions, η οποία, μας έχει συνηθίσει σε ενδιαφέρουσες συναυλίες, με σημαντικά ονόματα και με timetables που σέβονται το κοινό. Με όλα αυτά, κατά νου, φτάσαμε στο Fuzz, με μια σχετική ανυπομονησία.

Μπαίνοντας, λίγο πριν τις 21:00 – οπότε και θα εμφανιζόταν το support, σύμφωνα με το πρόγραμμα, και ενώ οι πόρτες, θα είχαν ανοίξει από τις 20:00, ο κόσμος που αντίκρισα, ήταν πραγματικά, πολύ λίγος, γεγονός που με ανησύχησε. Παρ’ όλα αυτά, γνωρίζοντας την αναίτια συνήθεια του κοινού να καθυστερεί και να φτάνει μετά το τέλος των support, σκέφτηκα πως έχουμε ακόμα χρόνο, μέχρι να βγάλουμε μια εμπεριστατωμένη άποψη περί τη προσέλευσης. Τέλος πάντων, βρήκα μία θέση μπροστά και αριστερά, κλασικά πράγματα, την ώρα ακριβώς που η πρώτη μπάντα της βραδιάς, ανέβαινε στη σκηνή. Η μπάντα, αυτή, δεν ήταν άλλη, από τους Nochnoy Dozor, οι οποίοι, αυτόν τον καιρό,  θεωρητικά, κλείνουν τρία χρόνια ύπαρξης. Λέω θεωρητικά, γιατί στην ουσία, τον Φεβρουάριο, θα συμπληρώσουν τα δύο χρόνια από την πρώτη τους, ζωντανή εμφάνιση. Προφανώς, είχε προηγηθεί ένα κάποιο διάστημα σύστασης της μπάντας και ετοιμασίας κάποιων πρώτων κομματιών (αλλιώς, τι θα έπαιζαν, όταν εμφανίζονταν;), αλλά όταν μιλάμε για μουσικά συγκροτήματα, ειδικά αυτά που τώρα ξεκινούν (και στη χώρα μας, έχουμε αμέτρητα, νέα), αν δεν αρχίσουν τα live, δεν πιστοποιείται η ύπαρξή τους. Καλά τα πρώτα demos, αλλά αν δεν καταθέσουν διαπιστευτήρια  επί σκηνής, σημασία, δεν δίνεται, και τα demos, προσπερνιούνται μέσα στον χαμό του διαδικτύου.

Oι Nochnoy Dozor, όμως, είναι μία από τις εγχώριες μπάντες, που από την πρώτη τους εμφάνιση, έδειξαν πως έχουν αυτό το ‘κάτι’, το αστεράκι, ρε παιδί μου, που αργά ή γρήγορα, θα τους κάνει να λάμψουν (τουλάχιστον, όσο γίνεται, στην εγχώρια, μουσική βιομηχανία – αν μπορούμε να πούμε ότι υπάρχει ακόμα, τέτοια, αλλά αυτή είναι μια μεγάλη συζήτηση, για κάποια άλλη ώρα). Πέραν αυτού, είναι μία μπάντα που το προσπαθεί πολύ και με πολλούς τρόπους. Δείχνει μια αξιοσέβαστη προσπάθεια να εισχωρήσει στα μουσικά πράγματα της πόλης και έχει αρχίσει να το καταφέρνει, αν θέλετε τη γνώμη μου. Έχει κάνει πολλές εμφανίσεις: μόνη της, στο πλευρό άλλων εγχώριων μπαντών, αλλά και άλλες, δίπλα σε ξένα, όπως τώρα, καλή ώρα, ενώ μόλις πριν λίγους μήνες, κυκλοφόρησε το πρώτο, ομώνυμο ep τους.

Την Κυριακή, ανέβηκαν στη σκηνή του Fuzz – τη μεγαλύτερη, στην οποία έχουν ανέβει, ως τώρα, κάτι που σίγουρα θα ήταν κάτι νέο και ίσως, λίγο τρομακτικό (;), για αυτούς. Ακόμα κι αν ήταν, όμως, δεν έγινε αντιληπτό, ούτε στο ελάχιστον, αφού φάνηκε σαν να βρίσκονταν στον φυσικό τους χώρο. Καλησπέρισαν και συστήθηκαν στο κοινό (μεγάλο μέρος του οποίου, δεν τους γνώρισε, και αναρωτήθηκε  έκπληκτο, ποιοι είναι αυτοί, αφού άρεσαν και μάλιστα πολύ – δικαίως, κιόλας, αν με ρωτάτε) και ξεκίνησαν το 35λεπτο σετ τους, στο οποίο, ακούσαμε 8 κομμάτια – όσα και το ep τους, άρα, εικάζω πως έπαιξαν αυτό, στην ολότητά του.  Με τον εξαιρετικό ήχο, που διαθέτει, πλέον, ο χώρος, κατέστη δυνατό να διαφανεί ολόκληρο το μεγαλείο των δύο (!) γυναικείων φωνών (κάτι που νομίζω ότι δεν έχουμε ξαναδεί σε ελληνική μπάντα) που διαθέτουν οι Nochnoy Dozor.

Τα περισσότερα μέλη τη μπάντας, άλλωστε, προέρχονται από άλλες μπάντες, γεγονός που σημαίνει ότι δεν βγήκαν τώρα, αλλά και πως είναι λογικό να ξέρουν και πώς να σταθούν στη σκηνή. Έχοντας, μάλιστα, παρακολουθήσει τη μπάντα, ζωντανά, άλλες δέκα φορές, που έχουν παίξει στην Αθήνα (από το πρώτο τους live, τον Φλεβάρη του 2017, ανοίγοντας για τους Amniac, στην παρουσίαση του δίσκου, εκείνων, στο Death Disco, μέχρι και την παρουσίαση του δικού του ep, στο Temple, πριν δύο εβδομάδες), εντοπίζω τα σημάδια βελτίωσής τους, τα οποία είναι όλο και περισσότερα. Το βράδυ της Κυριακή, κέρδισαν εξαρχής τα βλέμματα και τις εντυπώσεις, καθώς και το στοίχημα του να αποτελέσουν το opening act μιας τέτοιας συναυλίας, τη δεύτερη, ξένου ονόματος, ύστερα από εκείνη των Subrosa, το Ιούνιο του 2018.

Επίσης, ένας ακόμα λόγος που ενισχύει την πρόβλεψή μου πως η μπάντα θα αναδειχθεί ακόμα περισσότερο, καθώς και το γιατί πρέπει να τους ακούσετε και να τους δείτε, όσοι δεν τους γνωρίζετε, είναι η ιδιαίτερη και άκρως πρωτότυπη (παρά τις διάφορες επιρροές που θα μπορούσε να βρει κανείς, αν ήθελε) μουσική που παίζουν, την οποία, η ίδια, αναφέρει στην περιγραφή της, ως: ‘Nochnoy Dozor is an ambient, experimental throughout heavy riffs band from Athens, Greece’. Ένα σχήμα με ένα τόσο ενδιαφέρον μουσικό κράμα, που μόνο να τραβήξει την προσοχή σας, μπορεί, και να σας καθηλώσει, στη συνέχεια, όπως ακριβώς έκανε και με τον λίγο κόσμο που ήρθε από νωρίς, στο Fuzz. Οι φωνές των δύο κοριτσιών (το ένα, το ακούμε και στα πλήκτρα), εναλλάσσονται και συνδυάζονται υπέροχα, δημιουργώντας σκοτεινές, ερωτικές ατμόσφαιρες, ενώ οι μελωδίες της κιθάρας, δημιουργούν ρομαντικά, και ενίοτε, τρομακτικά ηχητικά τοπία, καθ’ όλα σύγχρονα, μουσικά. Τα ντραμς, δεν ακούγονται πολύ, εννοώντας πως δεν αποτελούν το όργανο που σε άλλες μπάντες, σου τραβάει την προσοχή εξαρχής, χωρίς αυτό να σημαίνει, πως η ύπαρξή τους, δεν είναι απαραίτητη. Μορφάρα, ο μπασίστας, που είναι βγαλμένος σαν από ταινία. Στις 21:35, ολοκλήρωσαν και ευχαριστώντας, αποχώρισαν, έχοντας καταφέρει πολλά, που στη θέση τους, ένα άλλο support, πιθανότατα, ούτε να τα πλησίαζε.

25 λεπτά πέρασαν, στα οποία, η σκηνή ετοιμάστηκε καταλλήλως, τα όργανα ελέγχθηκαν, καθώς μουσικές εκκλησιαστικού τύπου, γέμιζαν τον χώρο. 22:01, πυκνός καπνός τύλιξε στη σκηνή, η οποία λούστηκε σε αποχρώσεις του μπλε και του μωβ. Μια εικόνα δάσους, εμφανίστηκε στο video wall και ένα ρυθμικό intro ξεκίνησε να παίζεται (αυτό, δεν ήταν άλλο, από το κομμάτι τους ‘Náttfari’. 3-4 λεπτά αργότερα, αφού αυτό τελείωσε, η τετράδα άρχισε να ανεβαίνει στη σκηνή. Μούσια, μακριά μαλλιά, πουκάμισα, γιλέκα, μπότες και συνολικές εμφανίσεις που θύμιζαν, από βίκινγκ, του τραγουδιστή πχ, έως καουμπόυ, του κιθαρίστα, μαγνήτισαν αμέσως, τα βλέμματά μας. Ξεκίνησαν με το ‘78 days in the desert’, του προ εννιαετίας δίσκου τους, ‘Köld’, συνεχίζοντας, με το ομώνυμο κομμάτι του άλμπουμ αυτού. Φυσικά, δεν έμειναν εκεί, καθώς στη διάρκεια του σετ τους, έκαναν στάσεις σε πέντε από τα έξι ολοκληρωμένα άλμπουμ, που έχουν κυκλοφορήσει έως τώρα, ρίχνοντας, φυσικά, το βάρος τους, στο περυσινό τους, το ‘Berdreyminn’, το οποίο, ομολογουμένως, ως κυκλοφορία, ήταν πολύ καλή, ειδικά για τη φάση στην οποία βρίσκεται το συγκρότημα, το οποίο πλησιάζει την εικοσιπενταετία, στα μουσικά δρώμενα. Και μπορεί να ξεκίνησε ως black metal, αλλά όπως και πόσα άλλα, γρήγορα, άλλαξε μουσική κατεύθυνση (δεν είναι για όλους, οι ‘βαριές’ κατευθύνσεις και δεν το λέω για κακό αυτό), παίρνοντας μία πιο… πώς να την πούμε τώρα… post metal; melodic post rock με στοιχεία μέταλ και φωνητικών; Δεν έχει και τόση σημασία. Αυτό που μετράει, είναι  πως οι Sólstafir, μέσα στα τόσα χρόνια τους, συνεχίζουν να παράγουν μουσική, καλή μουσική, να εξελίσσονται και να διατηρούν πολλούς fans, παρά το ότι πρώτον, δεν έγιναν ποτέ πρώτο όνομα και δεύτερον, τραγουδούν σε μία γλώσσα / διάλεκτο (;), που αποτελεί τροχοπέδη στη ανάπτυξη του fanbase, γιατί, όχι μόνο δεν τραγουδούν στα αγγλικά (σιγά, λες και δεν υπάρχουν πόσες πασίγνωστες μπάντες που έκαναν μεγάλες καριέρες σε άλλες γλώσσες), αλλά δεν το κάνουν ούτε πχ, στα γαλλικά, γερμανικά κλπ. Οπότε, λαμβάνοντας υπόψην αυτό, συν τη μουσική τους κατεύθυνση, που δεν είναι και τόσο ξεκάθαρη, πιστεύω πως έχουν φτάσει και διατηρούνται σε εξαιρετικό σημείο, από πολλές απόψεις. Μην ξεχνάμε, άλλωστε, πως οι τελευταίες τους κυκλοφορίες, έγιναν από τη δισκογραφική Season of mist, μία εκ των γνωστότερων και καλύτερων, που μπορούμε να αναφέρουμε δειγματικά και χαρακτηριστικά, μπάντες που είναι ενταγμένες στο δυναμικό της, όπως οι Crippled Black Phoenix, Drudkh, Mayhem, Sylvaine, Carach Angren, Ne Obliviscaris κ.ά.

Την Κυριακή, λοιπόν, επέστρεψαν στην Ελλάδα, για δεύτερη φορά, σχεδόν τέσσερα χρόνια, μετά την προηγούμενη, τον Φεβρουάριο του 2015, στο Κύτταρο. Ενώ ο κόσμος είχε αυξηθεί, μέχρι την εμφάνισή τους, στη σκηνή, ποτέ δεν έφτασε σε τεράστια νούμερα, Μάξιμουμ, πεντακοσάρα, όπως το έκοψα με το μάτι και λαμβάνοντας υπόψην πως είχε σχεδόν γεμίσει ο κάτω όροφος του χώρου, και σε καμία περίπτωση σε ασφυκτικά επίπεδα. Παρ’ όλα αυτά, αυτό δε πτόησε τους Ισλανδούς, που για μία ώρα και πενήντα πέντε λεπτά (δεν περίμενα τόση διάρκεια, βλέποντας στο σετλιστ έντεκα κομμάτια – αλλά τα περισσότερά τους, έχουν μεγάλη διάρκεια, οπότε ‘ξεγελούν’ εύκολα στην απόπειρα υπολογισμού συνολικού χρόνου), κατέθεσαν την ψυχή τους, πάνω στη σκηνή, όχι μόνο με τη μουσική τους, αλλά και με την παρουσία τους. Ο Tryggvason, ο frontman της μπάντας (ο οποίος, ‘κολλάει ένσημα και όντας ένας εκ των δύο κιθαριστών της μπάντας), με το ζηλευτό μούσι, φαίνεται, όχι μόνο πως ηγείται του κουαρτέτου, αλλά πως είναι και ένας show man, αφού από τα πρώτα λεπτά, που στηνόταν και έπαιρνε πόζες, ενώ έπαιζε, για τους φωτογράφους, καταλάβαινες πως έχεις να κάνεις με έναν τύπο, που μόνο διεκπεραίωση, δεν αποτελεί για αυτόν, μια συναυλία. Ξεκινώντας να είναι επικοινωνιακός, από το τέλος του πέμπτου κομματιού, που είπε ‘Καλησπέρα, Αθήνα! Δεν ξέρω ποιος είναι καλός στα μαθηματικά, ώστε να υπολογίσει πόσος καιρός πέρασε από την προηγούμενη φορά, αλλά σίγουρα πέρασε πολύς’, μέχρι το ότι κατέβηκε μέσα στο pit και έπαιζε, αντάλλαζε χειραψίες και αγκαλιές με τα άτομα της πρώτης σειράς, πέταξε την (έχω κολλήσει τώρα, αυτό το μικρό πραγματάκι που χρησιμοποιούν συχνά παίζοντας κιθάρα, κρατώντας το πάνω της) στο κοινό, απευθυνόταν συνεχώς και ευχαριστούσε, επίσης, έδειξε πόσο το απολάμβανε και εκείνος – και η μπάντα, κατ’ επέκταση, γεγονός που ενθουσίασε ακόμα περισσότερο τους φανατικούς θαυμαστές της (καθώς το κοινό αποτελούταν κυρίως από τέτοιους, και με τον μέσο ηλικιακό όρο να είναι στα 35 έτη).

Ο Tryggvason, με την κιθάρα (την οποία άλλαζε με μια άλλη, αναλόγως το κομμάτι), ωσάν φυσική προέκταση του χεριού του, έσπειρε πανικούς και αλαλαγμούς στο κοινό, που αναγνώριζε μέχρι και τα κομμάτια, ανταποκρινόταν στα καλέσματα για παλαμάκια ή απανωτά ‘αααα’. Το έβδομο κομμάτι, μάλιστα, το τελείωσε και ακαπέλα, συγκλονίζοντάς μας, με τη φωνή του, η οποία, ήδη από νωρίτερα, φάνηκε πως διαθέτει μεγάλο εύρος και δυνατότητα για πολλά vocal twists. Ο ντράμερ, έδωσε ρέστα, παρά το γεγονός πως αποτελεί το πιο πρόσφατο ‘απόκτημα’ της μπάντας (εισήλθε σε αυτήν, μόλις το 2015), ενώ ο άλλος κιθαρίστας (που έμοιαζε με τον frontman των Wovenhand), μαζί με τον μπασίστα, στην άλλη άκρη, αποτέλεσαν τις σταθερές που έδεσαν το κάθε κομμάτι, ίσως χωρίς να έχουν οι ίδιοι, τα στοιχεία της performance, που οι άλλοι δύο, διαθέτουν, χωρίς αυτό να είναι αρνητικό, αφού φανερώνει το δέσιμο τους, παρά τις αντιθέσεις τους. Μετά το όγδοο κομμάτι, αποχώρησαν ομαδικώς, για να επανέλθουν σχεδόν αμέσως, εν μέσω χειροκροτημάτων, για το καθιερωμένο encore, για το οποίο, μας επεφύλασσαν, άλλα τρία τραγούδια, τα οποία το κοινό, ήθελε απεγνωσμένα, καθώς φαινόταν ξεκάθαρα, πως περνούσε καλά, πολύ καλά, θα έλεγα. Ξέρετε, όταν εσύ δεν ενθουσιάζεσαι ιδιαίτερα (όχι ότι δεν του απόλαυσα ή ότι δεν είναι καλοί, απλώς εννοώντας πως δεν είναι 100% στα δικά μου ακούσματα, η μουσική τους, αλλά σίγουρα, βρίσκεται πολύ κοντά), μπορείς να παρατηρήσεις καλύτερα, τις αντιδράσεις του υπόλοιπου κόσμου, καθώς και την όποια επιρροή της μουσικής και της εκτέλεσής της, επάνω του. Το δέκατο κομμάτι, το προλόγισε, κιόλας, λέγοντας πως συνήθως, δεν το κάνει αυτό, αλλά πως σήμερα, θα κάνει μια εξαίρεση. Είπε πως μας αγαπάει, εμάς, τους ανθρώπους και πως πολλοί από εμάς, ψάχνουμε τρόπους για να ντιλάρουμε με την καθημερινότητα: άλλοι τη ρίχνουμε στο ποτό, άλλοι στα ναρκωτικά κλπ, αλλά πολλοί συνάνθρωποι μας, υποφέρουν, και ένεκα ψυχολογικών προβλημάτων, φτάνουν μακρύτερα, έως και την αυτοκτονία. Σίγουρα, όλο και κάποιος θα έχει κάποιον που έφτασε έως εκεί. Εν ολίγοις, ήθελε να προλογίσει το κομμάτι, το οποίο σχετίζεται με τα όσα είπε, με το ότι κανείς δεν είναι μόνος του, πως πρέπει να στηρίζουμε όσους χρειάζονται βοήθεια, πως πάντα υπάρχουν λύσεις κλπ. Ξέρετε, σε πολλές περιπτώσεις που αρχίζουν λογύδρια οι καλλιτέχνες, είτε για τέτοια θέματα, είτε για την πολιτική, την κοινωνία, την οικονομία κλπ, αναρωτιέμαι, κατά πόσο είναι δέον. Θέλω να πω, ο άλλος, φίλε, ήρθε να σε ακούσει να παίζεις, όχι να βγάζεις λόγο και να κάνεις κηρύγματα. Καταλήγω, όμως, στο συμπέρασμα πως καλά κάνουν και μιλούν. Βλέπετε, ως καλλιτέχνης, δεν σημαίνει πως είναι σοφότερος κάποιος, αλλά σίγουρα, έχει επιρροή σε κάποιους ανθρώπους – σε λίγους; Πολλούς; Δεν έχει σημασία. Σημασία έχει, πως αυτοί, θα τον ακούσουν. Κι αν πει κάτι σωστό, θα φτάσει μέσα τους, και αυτό, είναι σίγουρα καλό. Τώρα, βέβαια, μπορεί κάποιος, να λέει και πίπες (έχουν υπάρξει πολλοί), αλλά αυτές, τις καταλαβαίνει κανείς με το που θα ξεστομιστούν, δε χρειάζονται πολλή ανάλυση. Οπότε, εμένα μου άρεσε το καίριο σχόλιό του, γιατί κακά τα ψέματα, μαστιζόμαστε όλοι, ενίοτε, από την κατάθλιψη, ελαφρύτερα ή βαρύτερα ο καθένας, σε κάποια φάση της ζωής μας, αλλά πρέπει πάντα να θυμόμαστε, πως δεν είμαστε μόνοι και πως όλα περνούν, ενώ επιπλέον, πως μόνο κακό δεν είναι να ζητάμε βοήθεια, αν τη χρειαζόμαστε – αντιθέτως, είναι το καλύτερο που μπορούμε και που επιβάλλεται να κάνουμε. Μετά από αυτόν τον λόγο, καταχειροκροτήθηκε, ακολούθησε το κομμάτι, και πριν το τελευταίο, ρώτησε αν είμαστε κουρασμένοι κα αν θέλουμε άλλο ένα. Το κοινό αποκρίθηκε αρνητικά και θετικά, αντίστοιχα, κι εκείνος είπε, ‘Κυρίες και κύριοι, δεύτερη φορά στην Αθήνα. Σας έχω όλους, μέσα στην καρδιά μου και σας ευχαριστώ’. Συνέχισε με το τραγούδι, και εν μέσω ενός outro, υποκλίθηκαν και μας αποχαιρέτησαν στις 23:56, αδειάζοντας πια, οριστικά, τη σκηνή και αφήνοντας ένα κοινό, πλήρως ευχαριστημένο.

Συμπερασματικά, η συναυλία αυτή, χαρακτηρίζεται επιτυχημένη, σχεδόν από όλες τις απόψεις, θα έλεγα, Η μόνη που θα ενείχε βελτίωσης, θα ήταν εκείνη της προσέλευσης, η οποία, σαφώς θα μπορούσε να είναι μεγαλύτερη. Βέβαια, κάτι το γεγονός πως έπεσε Κυριακή, το οποίο σίγουρα, στέρησε κόσμο (αν και θεωρητικά, με το ανακοινωθέν πρόγραμμα, το οποίο τηρήθηκε απόλυτα, δεν υπήρχε κάποιο θέμα, αλλά τι να πεις), κάτι το ότι είχαν πέσει και άλλες μεγάλες τις προηγούμενες μέρες, και θα είχε κι άλλες, την επόμενη εβδομάδα, κράτησαν πίσω, κόσμο, σε συνδυασμό με το ύψος του αντιτίμου του εισιτηρίου. Παρ’ όλα αυτά, όμως, δεν πιστεύω πως υπήρξαν τρομερά μεγάλες απώλειες τόσο από αυτά, όσο από τα όσα προανέφερα σχετικά με τη δημοφιλία της μπάντας, και ειδικά, στη χώρα μας (προσωπικά, δεν είχα ακούσει καν το όνομά της πριν την ανακοίνωση της συναυλίας, προ μερικών μηνών), για αυτό και υποθέτω πως συνέρρευσαν κυρίως οι πωρωμένοι φανς και μερικοί ακόμα (από μουσικής άποψης), περίεργοι. Ο χώρος, στάθηκε κάτι παραπάνω από ιδανικός, για τη φιλοξενία της συναυλίας, αφού ο αναβαθμισμένος ήχος και τα φώτα, κάνουν το κάθε λάιβ, σε αυτόν, μοναδική εμπειρία, όπως και την Κυριακή, που ο ήχος, ανέδειξε opening και main acts, και τα φώτα, έκαναν τα μαγικά τους, ειδικά στο δεύτερο σετ. Μάλιστα, θεωρώ πως ο χώρος, ήταν κομματάκι μεγάλος για αυτή τη συναυλία. Μια επανάληψη στο Κύτταρο, θα ταίριαζε περισσότερο, από άποψης μικρότερου χώρου και ζεστασιάς, που θα δημιουργούταν, αλλά από τη μία, καλύτερα εδώ, γιατί ήμασταν και πιο άνετα, από την άλλη, είναι και λογικό το ότι έγινε εδώ, στο Fuzz, αφού πρέπει να ήταν συμπαραγωγή του ίδιου του Fuzz με την CTS, η οποία, πλέον, συνεργάζεται στενά με Fuzz, για τα μεγαλύτερα live και με Temple, για τα μικρότερα, έχοντας σταματήσει να τα διασπείρει και σε Κύτταρο, Gagarin, An, Six Dogs, Death Disco, όπως έκανε στο παρελθόν. Ίσως είναι αυτό που λένε, ‘οι συνεργασίες μετρούν’! Η διοργάνωση ήταν άψογη, με το πρόγραμμα να τηρείται με ακρίβεια και την επιλογή του support, να κρίνεται πολύ ταιριαστή και το ίδιο, παραπάνω από επαρκέστατο. Μια υπέροχη βραδιά, με ένα όνομα που ακόμα κι αν δε σε ξετρελαίνει, καταλαβαίνεις πως είναι απολύτως τίμιο προς ό,τι παίζει, ό,τι εκπροσωπεί και όποιον απευθύνεται, ενώ παίζει σίγουρα, πολύ καλή μπαλίτσα στο πεδίο του. Ας ελπίσουμε, σε μελλοντική άφιξή του και με περισσότερο κόσμο. Καλές γιορτές σε όλους.

****

SOLSTAFIR – SETLIST:

Intro: Náttfari

1) 78 Days in the Desert

2) Köld

3) Silfur-Refur

4) Ísafold

5) Ótta

6) Ljósfari

7) Hula

8) Svartir Sandar

Encore:

9) Fjara

10) Bláfjall

11) Goddess of the Ages

***

**

Ανταπόκριση από τον Πάνο Σταυρουλάκη και φωτογραφίες από τη Σοφία Συμεωνίδου, για το sinavlia.gr.

*

More from Πάνος Σταυρουλάκης

Batushka – Η μεγάλη επιστρoφή! @ Gagarin 205 (15/09/2018)

  2 ακριβώς χρόνια, ύστερα από τις θριαμβευτικές εμφανίσεις τους στην Ελλάδα,...
Read More