Ανταπόκριση: Sixth June, Ductape, Grey Gallows @ Arch – Παρασκευή 11/11/2022

Σε μια υπέροχη, σκοτεινή βραδιά, σε έναν ανανεωμένο χώρο, βρεθήκαμε την Παρασκευή, 11 Νοεμβρίου. Σε μια βραδιά υπό τη διοργάνωση της TMR Entertainment που ξεκίνησε να μπαίνει δυναμικά στον χώρο και των ξένων συναυλιών, δίνοντας μας, έτσι, μεγάλη χαρά, αφού έφερε στη χώρα μας, για δεύτερη φορά, τους αγαπημένους Sixth June από το Βερολίνο, 5,5 χρόνια μετά την πρώτη φορά (την οποία, πολλοί fans είχαμε χάσει, αφού είχαν εμφανιστεί, τότε, πολύ αργά, σε ένα πολύωρο, αμφιβόλου ποιότητας διοργάνωσης, φεστιβάλ), κάτι που περιμέναμε για πολύ καιρό να συμβεί. Έτσι, λοιπόν, υπό τη σκέπη των ‘morphic nights’ (στις προηγούμενες είχαν παίξει εγχώριες μπάντες), οι Sixth June έκαναν ποδαρικό, ως το πρώτο, μεγάλο, ξένο όνομα σε αυτές, με δύο συναυλίες στη χώρα μας (αφού την επόμενη μέρα, έπαιξαν για πρώτη φορά και στη Θεσσαλονίκη). Τα ευχάριστα, όμως και οι εκπλήξεις, δεν σταματούν εδώ, για αυτό, πάμε να δούμε αναλυτικά τι συνέβη εκείνο το βράδυ Παρασκευής…

Αρχικά, ως opening act, είχε κανονιστεί να παίξουν οι αγαπημένοι, δικοί μας Strawberry Pills, οι οποίοι, εδώ και μια τετραετία που επανήλθαν δυναμικά στα πράγματα, έγιναν γρήγορα ένα από τα πιο καυτά ονόματα της εγχώριας εναλλακτικής σκηνής και μάλιστα, λίγο καιρό πριν, είχαν συμμετάσχει ξανά στις morphic nights, στον ίδιο χώρο (μιλάμε για το Arch, το οποίο επισκεφτήκαμε πρώτη φορά και δεν είναι άλλος από τον ανανεωμένο χώρο της γνωστής, πρώην Αρχιτεκτονικής – στον δεύτερο χώρο που αυτή, είχε μετακομίσει). Δυστυχώς, όμως, κάποιες μέρες πριν, κάποιο κώλυμα προέκυψε στα παιδιά και αναγκάστηκαν να ακυρώσουν την εμφάνισή τους. Τη θέση τους, πήρε ένα άλλο ντουέτο, αυτό των Grey Gallows, το οποίο το είχα ακούσει ως όνομα, τα τελευταία χρόνια, όπως είχε πάρει το αυτί μου και εμφανίσεις τους σε γνωστά στέκια, αλλά δεν είχε τύχει να το δω ως τώρα, να που έφτασε, όμως, η ευκαιρία!

Δεν είχε βγει συγκεκριμένο ωρολόγιο πρόγραμμα για τη βραδιά, μόνο η ώρα για τις πόρτες, είχε ανακοινωθεί. Επομένως, έφτασα κατά προσέγγιση, γύρω στις δέκα παρά. Οι πόρτες είχαν ανοίξει εδώ και ώρα και οι Grey Gallows, μόλις πριν λίγο, είχαν ανέβει στη σκηνή και ξεκινήσει το σετ τους, από ότι πληροφορήθηκα. Μπορεί μέχρι εκείνη την ώρα, ο κόσμος να ήταν ελάχιστος, αλλά όσος ήταν, σίγουρα απόλαυσε την εμφάνισή τους. Το πατρινό ντουέτο, που ξεκίνησε την πορεία του το 2016, έχει κυκλοφορήσει ήδη, τέσσερις δίσκους, μεταξύ 2017-2021, γεγονός, που σε συνδυασμό με τις συχνές εμφανίσεις τους (και) στην Αθήνα, δείχνει πως είναι δραστήριοι, ορεξάτοι και με σοβαρούς σκοπούς. Μπορεί να μην έχουν γίνει πασίγνωστοι, μάλλον λόγω και της διαμονής τους εκτός Αθηνών, όμως η εμφάνισή τους, απέδειξε πως δεν υπάρχει λόγος για να μη γίνουν.

Ο Κωνσταντίνος στα πλήκτρα και στα φωνητικά και ο Διονύσης στην κιθάρα, το μπάσο και στα δικά του πλήκτρα, έφεραν μαζί, έναν άλλον αέρα darkwave από αυτόν που ανθίζει τα τελευταία χρόνια, πιο coldwave/ gothic rock, με επιρροές από Cure, Diary of Dreams κ. ά., σε ένα ωραίο σετ, τριών περίπου τετάρτων, παίζοντας μέσα σε καπνούς και με video wall πίσω τους. Χαρούμενοι, προφανώς, που έπαιζαν ξανά ζωντανά στο όποιο ακροατήριο (ακόμα και μικρό, δηλαδή, πράγμα που δεν τους αφορούσε ιδιαίτερα και μπράβο τους για αυτό), έχοντας άψογη επικοινωνία μαζί του, ευχαριστώντας το για την παρουσία του, αλλά και για την τιμή που τους έγινε, να επιλεγούν για να παίξουν, τη συγκεκριμένη βραδιά, ενώ προλόγιζαν και τα κομμάτια τους, όπως ένα πχ που έγραψαν με αφορμή το ολοένα και αυξανόμενο πρόβλημα των γυναικοκτονιών, που μαστίζει την κοινωνία. Είναι σημαντικό όταν μια μπάντα, ακόμα κι αν παίζει ‘παλιά’ μουσική, όπως λένε κάποιοι άσχετοι του είδους, να βρίσκεται μέσα στα προβλήματα της σύγχρονης κοινωνίας, να εμπνέεται από αυτά, να τα καυτηριάζει και να τα στηλιτεύει μέσω της τέχνης της.

 

Έκλεισαν με το κομμάτι τους ‘1982’, γύρω στις δέκα και μισή, ευχαριστώντας μας ξανά, χωρίς να καταλάβουμε πως πέρασε η ώρα, ακούγοντάς τους. Στην εμφάνισή τους, η οποία άφησε θετικές εντυπώσεις στους παριστάμενους, συνετέλεσε και ο καλός ήχος, αλλά και φωτισμός, όμως μεγάλο συν, θεωρώ πως είναι η φωνή του τραγουδιστή, η οποία ναι μεν ακουγόταν πεντακάθαρη, λόγω και του καλού ήχου, αλλά πέραν αυτού, σίγουρα φαίνεται πως έχει πολλές δυνατότητες. Πολύ ωραία εμφάνιση, σίγουρα θα τους ψάξω και θα τους ακούσω περισσότερο και θα χαρώ, εννοείται, να τους ξαναδώ σίγουρα, κάτι που είμαι σίγουρος, πως δεν θα αργήσει να γίνει, αφού συνεχώς γίνονται σχετικά λαιβάκια, άρα όλο και κάπου θα τους πετύχω – αναμφισβήτητα, όμως, αυτή ήταν μια πολύ καλή, πρώτη, επαφή μου με τη μουσική τους.

Ένα τέταρτο αργότερα, όλα ήταν έτοιμα στη σκηνή, για την επόμενη έκπληξη που μας περίμενε, την εμφάνιση των Τούρκων Ductape, μια απροσδόκητη προσθήκη στη βραδιά, όχι με την έννοια του αταίριαστου, αλλά επειδή σχεδόν κανείς, εμού συμπεριλαμβανομένου, δεν τους γνώριζε ως ντουέτο, πριν την ανακοίνωση της συναυλίας. Όχι αδικαιολόγητα, βέβαια, αφού ιδρύθηκαν μόλις το 2019, εν τέλει, όμως, καλώς τους γνωρίσαμε, επιτέλους, γιατί το αξίζουν και με το παραπάνω! Μέσα σε αυτή την τριετία, κυκλοφόρησαν δύο ολοκληρωμένους δίσκους, έναν live δίσκο και δύο eps, ένα σύνολο που φωνάζει οργασμική δημιουργικότητα και τρελή διάθεση να επικοινωνήσουν τη μουσική τους με τον κόσμο, οπότε ναι, κρίμα που δεν τους γνωρίζαμε νωρίτερα, αφού η μουσική τους είναι κιόλας, παραπάνω από αξιόλογη, ενώ τα παιδιά, είναι και γείτονες. Παρ’ όλα αυτά, ποτέ δεν είναι αργά και χαρήκαμε τόσο που έφτασε η ώρα να τους γνωρίσουμε!

 

Ανέβηκαν, λοιπόν, στη σκηνή, με τον κόσμο, από κάτω, να είναι τώρα, λίγο περισσότερος, αλλά όχι ως ντουέτο κι αυτοί (όπως είναι και άρα, όπως αναμενόταν) αλλά ως τρίο, αφού εκτός από την τύπισσα στο μικρόφωνο και στα πλήκτρα και τον τύπο στην κιθάρα, που αποτελούν τους Ductape, ανέβηκε ακόμα ένας, με μπάσο, προφανώς έκτακτο μέλος για τις ζωντανές εμφανίσεις, πράγμα όχι σπάνιο, σε αρκετές μπάντες, αλλά τελείως ασυνήθιστο, σε μικρές μπάντες, τέτοιου είδους και βεληνεκούς, όμως αυτό, μόνο θετικό είναι, όπως και να έχει το πράγμα, αφού κάθε προσθήκη ζωντανού οργάνου, πάντα μετράει. Στο μεταξύ, η τύπισσα έφερνε εξωτερικά και κινησιολογικά στην Alison Lewis (των Linea Aspera, Keluar, Zanias), ο τύπος, στον William Maybelline (των Lebanon Hanover, Qual) και ο μπασίστας, σαν να ήρθε κατευθείαν από νορβηγικό μέταλ συγκρότημα – ενδιαφέρων ο συνδυασμός όλων εξωτερικά, πόσο μάλλον, όταν ως τρίο, έδεναν απόλυτα επί σκηνής.

Η ατμόσφαιρα δεν άργησε να ηλεκτριστεί και το κοινό, να αρχίζει να χορεύει, όσο βυθιζόταν στις darkwave και post punk μελωδίες τους, αν και όπως είναι λογικό και σύνηθες, μεγάλο μέρος της μουσικής τους, ήταν προηχογραφημένο (όπως και σε όλες τις μπάντες τις βραδιάς, για αυτό και λέω πως είναι κάτι σύνηθες) και έμπαινε από ένα λάπτοπ – μάλιστα, σε κάποια φάση, προέκυψε και ένα μικρό τεχνικό θέμα, που προκάλεσε μικρή αμηχανία, την οποία γρήγορα διέλυσε η τραγουδίστρια με γελάκια, ρωτώντας μας αν περνούσαμε καλά και όντως περνούσαμε, καλύτερα κι από ότι θα περιμέναμε ίσως, ενώ προς έκπληξη όλων μας, περάσαμε καλύτερα μαζί τους, από όσο, ίσως, θα περνούσαμε στη συνέχεια με τους Sixth June. Οι ευγενικοί Ductape, οι οποίοι, μέσω της τραγουδίστριας, μας ευχαριστούσαν συνέχεια (ενώ, πιθανώς, να μην περίμεναν και τον κόσμο που ήρθε, τους είδε και του χάρηκε), μάλιστα και στα ελληνικά, όπως ευχαρίστησαν και τους Grey Gallows, έκλεψαν τη βραδιά και έγιναν οι πρωταγωνιστές της με την αξία τους.

Μπορεί να μην τους γνωρίζαμε ως τώρα, αλλά απέδειξαν πως εκτός από εξαιρετική μπάντα σε επίπεδο στούντιο, κυμαίνεται σε ίδια ύψη και στο ζωντανό και μπράβο τους! Τραγουδώντας κυρίως στα αγγλικά, αλλά και στα τούρκικα, απέδειξαν πως αν το συνολικό μουσικό κομμάτι είναι φροντισμένο και ενδιαφέρον, ακόμα και μια γλώσσα όπως τα τούρκικα, που κατ’ εμέ, όπως και τα γερμανικά πχ, δεν είναι και από τις πιο εύηχες, μια χαρά μπορεί να ακούγεται, να απολαμβάνεται και να μη χτυπάει καθόλου άσχημα στο αυτί, όπως κατά τη γνώμη μου, γίνεται με τους She Past Away, οι οποίοι έχουν γνωρίσει μια αδικαιολόγητη επιτυχία, πράγμα που θα άξιζε να συμβεί συντόμως και στους Ductape και μάλιστα, όχι μόνο λόγω μόδας, όπως έγινε με τους She Past Away, των οποίων η αναγνωρισιμότητα δεν οφείλεται σε αξιόλογη μουσική δουλειά, αλλά πιο πολύ σε μια τυχαία σειρά πραγμάτων που συνέβησαν κατά την πορεία τους (αλλά αυτό, είναι μεγάλο θέμα συζήτησης).

 

Γεγονός, είναι, λοιπόν, πως μια χαρά, πραγματικά καλές, darkwave μπάντες, μπορεί να βγάλει η γειτονική χώρα και χαρήκαμε πολύ που απολαύσαμε μία από αυτές, ζωντανά, και μάλιστα στην καλύτερη, πρώτη, δυναμική φάση της και ελπίζουμε να τη δούμε, ξανά, σύντομα. Προσέφεραν ένα εξαιρετικό σετ εξήντα – εβδομήντα λεπτών, κατάφεραν να μαγνητίσουν μάτια και αυτιά και να υπερπηδήσουν κάθε εμπόδιο, όπως το τεχνικό θέμα που προέκυψε, αλλά γρήγορα ξεπεράστηκε, αλλά και τον σκηνικό κανό, που έκανε, όπως η ίδια είπε, τα μάτια της να δακρύζουν. Ευτυχώς, ρυθμίστηκε και αυτό και στη συνέχεια, υψωσε το ποτήρι της προς τιμήν της. Έδεναν υπέροχα οι τρεις τους, ήταν καλοδουλεμένοι και το χάρηκαν κι εκείνοι, μαζί μας και αυτό είναι που μετράει, μιας και μικρά προβλήματα, πα΄ντα θα προκύπτουν σε ζωντανές εμφανίσεις και αυτό είναι φυσικό και αναμενόμενο.

Πέντε λεπτά πριν από τα μεσάνυχτα, όλα ήταν έτοιμα για να υποδεχτούν τους πρωταγωνιστές της βραδιάς, τους Sixth June, οι οποίοι ήρθαν για δεύτερη φορά στην Αθήνα, μέσα στην δεκαπενταετή πορεία τους, μια πενταετία μετά την πρώτη επίσκεψή τους, για την πρώτη τους συναυλία ως headliners. Μια σημαντική δεκαπενταετία ενός ντουέτου που ήταν από τα πρώτα που εμφανίστηκαν στα πράγματα, όταν ο ήχος του synthesizer ξαναπήρε τα πάνω του και που έζησαν όλη αυτή την περίοδο, με τα πάνω και τα κάτω της, κυκλοφόρησαν πέντε δίσκους και δύο eps, ενώ απέκτησαν μεγάλο ακροατήριο διεθνώς, παρά το γεγονός πως δεν περιοδεύουν συχνά, όταν το κάνουν, αυτό συμβαίνει κυρίως εντός ευρωπαϊκών συνόρων, ενώ δεν τους λες και ιδιαίτερα ενεργούς στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, πράγματα που δυστυχώς, στοιχίζουν στην εποχή μας, με αποτέλεσμα το κοινό να μην είναι τόσο μεγάλο όσο θα μπορούσε να είναι (αφού μουσικά, το αξίζουν άνετα εδώ και χρόνια – και γενικά, αλλά και σε σύγκριση και με πολλές άλλες συναφείς μπάντες που έχουν εκτοξευτεί άνευ λόγου και αιτίας). Σε αυτά, βέβαια, συντέλεσε και ο εξελισσόμενος μουσικός πειραματισμός τους, που τα τελευταία χρόνια, τους απομάκρυνε από την χορευτική τσαχπινιά που διέθεταν πολλά κομμάτια τους και ως εκ τούτου, τα νέα κομμάτια τους, δεν παίζονταν όσο τα πρώτα.

 

Τα παραπάνω, σε συνδυασμό με τον απομονωτικό χαρακτήρα που ανέκαθεν χαρακτήριζε το ντουέτο, η απόμακρη στάση που κρατούν από συνεντεύξεις, περιοδείες με άλλους καλλιτέχνες, διαφήμιση του υλικού τους κλπ, οδήγησα στο να συρρικνωθεί και το όποιο ακροατήριο τους ανά τον κόσμο, επομένως και στην χώρα μας (αν υποθέσουμε πως παλιότερα ήταν μεγαλύτερο), κάτι που εξηγεί και τον κόσμο, το βράδυ εκείνης της παρασκευής, που ναι μεν ήταν αυξημένος, σε σχέση με νωρίτερα, αλλά στο σύνολό του, δυστυχώς ήταν λίγος. Παρ’ όλα αυτά, τυχερός, θα πω εγώ, καθώς όπως γίνεται κατανοητό, δεν είναι συχνό και εύκολο να βλέπουμε μπάντες σαν αυτή, στα μέρη μας, και γιατί είμαστε μικρή χώρα, και γιατί δεν ταξιδεύουν πολύ αυτοί και επειδή το ακροατήριό τους εδώ, είναι μικρό. Η ώρα, λοιπόν, για αυτό το μικρό, αλλά πιστό ακροατήριο, να τους απολαύσει, είχε φτάσει και όλοι αδημονούσαν, πλέον.

 

Πρώτος ανέβηκε ο τύπος πάνω και πήρε θέση πίσω από τους πάγκους του, με τον υπολογιστή και τις κονσόλες του και ξεκίνησε να παίζει μια εισαγωγική μουσική, ενώ η τύπισσα, τον παρακολουθούσε από κάτω, μαζί με το κοινό, πίνοντας χαλαρή το ποτό της, μέχρι που ύστερα από λίγο, σιγά σιγά, ανέβηκε τα σκαλάκια, άφησε ποτό και τσάντα, έβγαλε το παλτό της και πήρε τη θέση της δίπλα του, πίσω από το στημένο μικρόφωνο, από το οποίο και ευτυχώς, ακουγόταν πεντακάθαρα, η ιδιαίτερη φωνή της, καθώς το σχεδόν μίας ώρας σετ τους, ξεκίνησε, με το video wall να προβάλλει αποσπάσματα από ασπρόμαυρα βίντεο. Παρά το γεγονός πως από τεχνικής, εκτελεστικής και φωνητικής πλευράς, ήταν όλα άψογα, ενώ και οι δυο, κάπως είχαν μπει στο ρυθμό και ψιλοχόρευαν, η εμφάνισή τους, δεν εξέπεμπε κάποιο συναίσθημα, κάτι που οφείλεται, μάλλον (πέραν από όποιων πιθανών λόγων) και στην ψυχρότητα που χαρακτηρίζει και τους δύο, έτσι όπως τους βλέπεις. Δεν σου βγάζουν τίποτα ζεστό ή φιλικό, σαν να μην ήθελαν να είναι εκεί, εκείνη την ώρα, να παίξουν. Λίγο σαν να τους έφεραν με το ζόρι, λίγο σαν αγγαρεία, λίγο να τελειώνουμε , να πληρωθούμε, την κάναμε την αρπαχτή μας, τσεπώνουμε τα λεφτά και πάμε σπίτι.

Καμία απορία, λοιπόν, που και ο κόσμος, από κάτω, ήταν μουδιασμένος, με το ζόρι κουνιόταν ελάχιστα και δεν ήξερε πως ακριβώς να φερθεί – περίεργο συναίσθημα, όταν βλέπεις μια μπάντα που σου αρέσει γενικά, αλλά εκείνη την ώρα, ψιλοξενερώνεις μαζί τους (ψιλό και όχι χοντρό, γιατί ναι μεν δεν διαμαρτυρήθηκε κανείς μετά, να πει πχ τι χάλι ήταν αυτό, γιατί αντικειμενικά μιλώντας, δεν ήταν. Απλώς σίγουρα δεν είχε αυτό το κάτι παραπάνω που θέλεις και περιμένεις, δικαίως ή μη, αφού σου λέει, αυτοί τυπικά, ήταν εντάξει και καλά). Τέλος πάντων, σίγουρα δεν μπορούμε να πούμε πως ήταν κακή εμφάνιση, γενικά μιλώντας, απλώς δεν ακτινοβολούσαν τα παιδιά, δεν είχαν τη λάμψη της ηδονής της μουσικής, της αλληλεπίδρασης με το κοινό και της αμοιβαίας χαράς, αλλά φαίνονταν να το κάνουν όλο αυτό, εντελώς διεκπεραιωτικά. Και να πούμε το εξής: αν ήταν συχνοί επισκέπτες, σίγουρα θα ξενερώναμε και του χρόνου, πολλοί δε θα ήμασταν ξανά εκεί. Η φάση σε τέτοιες καταστάσεις είναι ότι ο κόσμος δεν το τραβάει τόσο, γιατί ναι μεν του αρέσει η Χ μπάντα γενικά και σου λέει, ας τους δούμε μια φορά κι ας είναι κι έτσι, λες και θα έχουμε κι άλλες ευκαιρίες για να τους δούμε κι αλλιώς.

 

Έπαιξαν μπόλικα κομμάτια, νέα και παλιά (με κάποια παλιά κι αγαπημένα, τα ας πούμε hits τους, να έχουν αλλάξει τη μουσική στη ζωντανή απόδοσή τους – απίστευτο; Άκουγα και δεν το πίστευα, σχεδόν δυσκολευόμουν να αναγνωρίσω τραγούδια που έχω ακούσει, αγαπήσει και χορέψει, αμέτρητες φορές, λόγω της τρομακτικής μουσικής τροποποίησής τους! Αδιανόητο, λες και ψάχνουν τρόπο να αυτοσαμποταριστούν όλο και περισσότερο και έφτασαν να καταστρέψουν μέχρι και αυτά που τους σύστησαν στον κόσμο! Τι να πω;) και κατά τη μία η ώρα, μας αποχαιρέτησαν, χωρίς να έχουν καταφέρει να μας μεταδώσουν, εκτός από τη χορευτική διάθεση των παλιότερων κομματιών τους, ούτε τη συναισθηματική των νεότερών τους, αλλά και χωρίς καμιά απόπειρα επικοινωνίας με το κοινό, με την τύπισσα να μας ευχαριστεί, σαν ανακουφισμένη που τέλειωσαν, να λέει πως αυτό ήταν όλο από αυτούς και να ανανεώνει, υποτίθεται, το ραντεβού για μελλοντική φορά, προσεχώς. Παρ’ όλα αυτά, για να κλείσω θετικά, αν εξαιρέσουμε τα παραπάνω, ναι, τους απολαύσαμε μουσικά και θεωρητικά μιλώντας, θα θέλαμε να τους ξαναδούμε σε καλύτερη φόρμα και με περισσότερη διάθεση.

 

Η βραδιά τελείωσε στο τσακ για να προλάβουμε το τελευταίο μετρό της επιστροφής και σίγουρα, είχε θετικό πρόσημο και επίγευση, αφού οι θετικές εκπλήξεις, ξεπέρασαν τις όποιες αρνητικές. Ωραία βραδιά που θα θυμόμαστε, σε διοργάνωση μιας θαρραλέας εταιρίας, της TMR Entertainment, από την οποία, ελπίζουμε να δούμε κι άλλες, αντίστοιχες προσπάθειες στο μέλλον και μπράβο για αυτό το δυνατό της ξεκίνημα και σε αυτό το μουσικό πεδίο, σε έναν καλό χώρο που με μερικές ακόμα βελτιώσεις, που είμαι σίγουρος πως θα γίνουν εν καιρώ (Αφού τώρα, δεν είχαν προλάβει να γίνουν όλες και λογικό, αφού η εταιρία, μόλις ανέλαβε τον χώρο), θα απογειωθεί και θα γίνει ένας από τους καλύτερους και πιο φιλόξενους, συναυλιακούς χώρους της Αθήνας κι εμείς, με χαρά θα είμαστε εκεί, αφού τέτοιες αξιόλογες προσπάθειες, μόνο υποστήριξη και επιβράβευση αξίζουν!

 

 

Κείμενο & Φωτογραφίες: Πάνος Σταυρουλάκης

 

*

More from Πάνος Σταυρουλάκης
Οι The Handsome Family (μαζί με τη Laura Gibson) έρχονται για πρώτη φορά στην Ελλάδα!
Ένα μεγάλο όνειρο του ελληνικού κοινού του εναλλακτικού ήχου, πραγματοποιείται, επιτέλους, την...
Read More
0 replies on “Ανταπόκριση: Sixth June, Ductape, Grey Gallows @ Arch – Παρασκευή 11/11/2022”