Ανταπόκριση: Phurpa, Martyria, Nulam Rem Natam & Unhuman, Blakk Harbor @ Temple – Παρασκευή 26/04/2019

Μεγάλη Παρασκευή, ημέρα θλίψης και σταύρωσης. Βράδυ. Οι πιστοί, στους ναούς. Οι περισσότεροι, για να παρακολουθήσουν την περιφορά του επιταφίου, άλλοι, για να λυτρωθούν. Στη δεύτερη κατηγορία, ανήκαμε εμείς, με καμία ογδονταριά ακόμα άτομα, που βρεθήκαμε στον μουσικό Ναό της Αθήνας, στο αγαπημένο Temple, για να παρακολουθήσουμε ένα συναυλιακό πρόγραμμα ειδικά εμπνευσμένο και σχεδιασμένο για εκείνη τη μέρα και απολύτως ταιριαστό μαζί της. Πάμε, όμως, να τα δούμε όλα αναλυτικά:

Εννιά παρά, άνοιξαν οι πόρτες και ο χώρος υποδέχτηκε τον ελάχιστο κόσμο. Αρκετό σκοτάδι, drone από τα ηχεία, στημένα στη σκηνή, διάφορα περίεργα τζάτζαλα – μάτζαλα. Ένα μισάωρο μετά, ανέβηκαν στη σκηνή τρεις άντρες, οι οποίοι, άρχισαν εκεί, μπροστά μας, να ντύνονται με ιδιαίτερες μαύρες ενδυμασίες και με  μεγάλα καπέλα με βέλα. Έβγαλαν τα τύπου συναξάρια τους, κάθισαν οκλαδόν και ξεκίνησαν σιγά σιγά, με drone εισαγωγή και σιγανά μουρμουρήτα στην αρχή. Αυτοί, ήταν Phurpa, μια ρώσικη μπάντα, που από το 2003, παίζει τα δικά της, τόσο ιδιαίτερα κομμάτια, εμπνευσμένα από διάφορες φιλοσοφίες, από το Θιβέτ, τον Βούδα και πόσα άλλα.

Έχουν κυκλοφορήσει τρεις δίσκους ως τώρα και οι ζωντανές εμφανίσεις τους, έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον, αφού δύσκολο να ξαναδείς κάτι ανάλογο από άλλη μπάντα. Αυτό που παρουσιάζουν, θέλει υπομονή και προσήλωση. Ηχηρές εισπνοές και εκπνοές, throat singing, μουρμουρητά και βαθιά, εσωτερικά ουρλιαχτά. Παίξιμο ιδιαίτερο οργάνων: γκονγκ, τύπου πιατίνια, μακριά, πνευστά όργανα (γύρω το 1,30 μήκος), κάτι σαν τρομπέτα, τόσα που συντελούν στη δημιουργία ενός κλίματος εκκλησιαστικής τελετής, θα λέγαμε. Άναψαν κιόλας κάτι, σε διάφορες φάσεις, που το κάπνισαν όλοι από λίγο, αυτό ήταν σαν μπουρί και γέμισε τον τόπο καπνό. Σε κάποια φάση, και οι τρεις, ήταν σαν να έπεσαν σε μια μίνι νιρβάνα, σε μια ψιλοέκσταση, κρατούσαν τα γόνατά τους, πήγαιναν μπρος πίσω, τα πιατίνια χτυπούσαν, ο συνεχής βόμβος έφερνε κατά νου επικείμενη και ερχόμενη καταστροφή και θύμιζε επίσης και ήχο χαλασμένης τηλεόρασης ή στερεοφωνικού.

 Ύστερα από λίγο, η νιρβάνα, μετατράπηκε σε βόρβορο. Τα δυνατά χτυπήματα, ακολουθούσαν μικρότερα και νιώθαμε σαν οι εχθροί να πλησιάζουν, να κατεβαίνουν από τα βουνά, να γεμίζουν την κοιλάδα. Συθέμελη ταραχή από τα χτυπήματα στο γκονγκ – γρήγορα χτυπήματα μέχρι την εξασθένιση και το τέλος τους. Αυξομειούμενοι βρυχηθμοί, οι φωνές αλλάζουν, τα σωθικά βγαίνουν. Προηχογραφημένα ambient-drone κομμάτια.

Χρήση τρομπέτας με τον ήχο της σαν ουρλιαχτό αρχικά, κανονικά τρομπετίζοντα στη συνέχεια, σαν ένα κάλεσμα που ακούγεται στις αχανείς, πράσινες εκτάσεις της Σκωτίας. Ο ήχος, θυμίζει πια εισαγωγές κομματιών των GY!BE. Γουδοχέρια που κοπανούν, φωνές μέσα σε κοχύλια, σπίθες και καπνοί., προηχογραφημένες, μακρινές σειρήνες. Ήχοι πολέμου / κηδείας / επιταφίου. Τρομπέτα πάλι, που θυμίζει άφιξη αυτοκράτορα ή αναχώρηση πλοίου. Ο ήχος αλλάζει με τα πνευστά, και έγινε έτσι όπως αναφέρθηκε, αλλά θύμιζε και ήχους εργοστασίου; Χυτηρίου; Σίδερων που λιώνουν; Ακολούθησε μουρμουρητό, παύση με εκκωφαντικό θόρυβο, ένα ήρεμο ψιλοambient και το τέλος έφτασε. Έβγαλαν τις καλύπτρες από το πρόσωπο, κούνησαν κεφάλια στο χειροκρότημα, τις έβαλαν ξανά, σηκώθηκαν και άρχισαν να αλλάζουν ενδυμασίες. Το τέλος είχε έρθει στις 23:39, δύο ώρες και δεκαοχτώ λεπτά μετά την έναρξη.

Οι Phurpa, κατάφεραν στο θαυμαστής διάρκειας σετ τους (απορώ, δεν πιάστηκαν τόση ώρα οκλαδόν;) να δημιουργήσουν πολλές ατμόσφαιρες, διαφορετικές μεταξύ τους, κάνοντας μικρές παύσεις ανάμεσά τους, καταφέρνοντας αυτές οι ατμόσφαιρες, να συνδέονται μεταξύ τους σε ένα ευρύτερο νοηματικό πλαίσιο, ανταμείβοντας έτσι, τον υπομονετικό θεατή – ακροατή.  Δεν είχαν, δηλαδή, ένα σετλιστ Χ αριθμού τραγουδιών, αλλά δημιούργησαν, ζωντανά, ένα ενιαίο, ψυχοδραματικό σύνολο, το οποίο, βέβαια, κακά τα ψέματα, όσο κι αν σε τραβούσε, κάποια στιγμή σε κούραζε, λόγω της διάρκειας του και των κάποιων αναμενόμενων επαναλήψεων του. Θεωρώ πως 45 λεπτά με μία ώρα, θα ήταν η ιδανική διάρκεια, αλλά ίσως ο καλλιτέχνης, ξέρει καλύτερα, που λένε. Βέβαια, κάποιες φορές, τα όρια μεταξύ ενδιαφέροντος και κουραστικού, ακραίου και βαρετού, ουσιώδους και δήθεν, είναι δυσδιάκριτα, για αυτό και προτείνεται πάντα να δίνεται λίγη προσοχή στα κενά που υπάρχουν ανάμεσα σε αυτές τις έννοιες… Ήταν η δεύτερη φορά για τους Phurpa, στην Αθήνα, τρία χρόνια μετά την πρώτη, στην Αγγλικανική Εκκλησία, τον Απρίλιο του 2016, στα πλαίσια του τότε Fasma Festival.

Στις 23:58, ήταν η ώρα για τους Martyria, ένα ελληνικό ντουέτο που νομίζω έπαιξε για πρώτη φορά ζωντανά (;). Δημιουργήθηκαν το 2015 και αρχές του 2018, έβγαλαν το debut album τους, με τίτλο το όνομα της μπάντας. Τον είχα ακούσει μερικές φορές πριν το live και μου είχε αρέσει πολύ, για αυτό και περίμενα να δω πως θα είναι κι από κοντά. Οι δυο τους, ένας άντρας και μια γυναίκα, οι οποίοι αποτελούν και τους Martyria (τι ωραίο band name και πόσο ταιριαστό και με τη μέρα), εμφανίστηκαν και στάθηκαν πίσω από τον πάγκο με τις κονσόλες και τα ηλεκτρονικά συμπαρομαρτούντα. Πίσω τους, video wall με διαγαλαξιακές εικόνες. Τραγουδούσαν και οι δύο, εκ περιτροπής, και είχαν και οι δύο, κατάλληλες φωνές για το μουσικό είδος το οποίο και επέλεξαν να υπηρετούν, δημιουργούν και παρουσιάζουν.

Έμοιαζαν σαν ψαλμωδοί, ηχητικά, σαν αγγελιοφόροι της σταύρωσης, σαν να περιγράφουν τα μαρτύρια! Η μουσική, ήταν εκκλησιαστική, όπως και το όλο κλίμα που είχε δημιουργηθεί στα κοκκινόμαυρα σκοτάδια, ένα κλίμα που υπογράμμιζαν τα λιβάνια που καίγονταν. Βέβαια, δεν ήταν μόνο αυτό, αφού εκείνη, κουνούσε κάτι το οποίο έβγαζε τον ήχο θυμιατού κι εκείνος, είχε ένα μίνι τύμπανο, το οποίο και χτυπούσε στο μικρόφωνο. Είχε μέγεθος ντεφιού (ίσως να ήταν κιόλας;). Εκείνος τραγουδούσε αργά, νωχελικά, βασανιστικώς εκκλησιαστικά, εκείνη ήρθε μπροστά, πλάτη σε εμάς και άνοιξε ένα κουτί. Έβγαλε κάτι ψεύτικα κέρατα από μέσα, πήγε πάλι πίσω και τα σήκωνε ψηλά.

Ύστερα από μερικά κομμάτια, μόλις 24 λεπτά μετά, στις 00:22, τελείωσαν το σετ τους και εξαφανίστηκαν, χωρίς ούτε μια κουβέντα. Δεν έπαιξαν καν το μισάωρο που είχε ανακοινωθεί στο πρόγραμμα για αυτούς. Επομένως, δεν έπαιξαν καν και τα πέντε κομμάτια του δίσκου, αφού αυτά, θα διαρκούσαν 41 λεπτά. Καμία επικοινωνία με τον κόσμο με κανέναν τρόπο. Απογοητεύτηκα λίγο. Αφενός, επειδή γενικότερα μου φάνηκαν πιο αδύναμοι από τον δίσκο, αφετέρου, επειδή ήταν σαν να έκαναν μια τυπική, ξεπετοεμφάνιση και άντε γεια. Συν ότι ήταν αρκετά αμήχανοι και δεν φαίνονταν να ήξεραν πολύ πώς και πού να πατήσουν και να βρεθούν. Ποιος ξέρει, ίσως να ευθύνεται το γεγονός πως δεν έχουν live εμπειρίες. Το μέλλον μόνο θα δείξει, αν θα υπάρξει βελτίωση.

Σειρά είχε ο Unhuman με τους Nulam Rem Natam, οι οποίοι, ξεκίνησαν την εμφάνισή τους στις 00:36. Ο Unhuman, είναι Έλληνας, αλλά μένει ή/και γυρνάει στο εξωτερικό, ειδικά στο Βερολίνο. Έχω ακούσει δουλειές του και πραγματικά, είναι εξαιρετικός. Το θέμα είναι, ποιοι ήταν οι άλλοι. Σύμφωνα με τις πληροφορίες του facebook page τους: «‘Originating from the Latin phrase “nullam rem natam”- means no thing born, an emphatic idiom for nothing. Nullam Rem Natam create and destroy. Their actions are reactions. Their reason is absurd and absurd is chaos. Unfolding secrets, revealing fears, abusing the psyche. Hunters of intensity and seekers of purgation. An eternal circle, the serpent devouring its tail. Nullam Rem Natam are a group of actionists, composed in Berlin in 2016. As resident artists of Liber Null Berlin, they commit visual sins and provoke the subconscious. Ignoring the limits and obeying to instincts, they practice and perform their experiments using sacramental and ceremonial methods.».

Βλακείες, θα πω εγώ, θέτοντας το πάρα πολύ κομψά. Αναρωτιόμουν, πώς και γιατί ‘έμπλεξε’ ο Unhuman μαζί τους, εκείνο το βράδυ, αλλά η απάντηση είναι τα πλαίσια του ‘Liber Null Berlin’, για όποιον θέλει να ψάξει. Πολύ κρίμα, διότι εκείνος, μάς παρουσίασε ένα υπέροχο σετ 35 λεπτών, χαρακτηριζόμενο ως drone, early techno, experimental, industrial, harsh techno (τουλάχιστον από τα όσα διέκρινα εγώ, ακουστικά μιλώντας), παίζοντας ασταμάτητα και με πολύ όρεξη, ενώ δίπλα και μπροστά του, γίνονταν τα έκτροπα, ό,τι του φανεί του λωλοστεφανή κλπ.

Η τύπισσα, πίσω από τον πάγκο, στο βάθος, ντυμένη μουσουλμάνα και με καλυμμένα, τα χαρακτηριστικά του προσώπου της, άνοιξε ένα βιβλίο, το οποίο, μάλλον, ήταν το κοράνι και άρχισε να διαβάζει, και καλά, με πνιγμένα φωνητικά στο μικρόφωνο. Ο τύπος, ήταν ακόμα κάτω, μπροστά, σκεπασμένος. Αργότερα, εκείνη γύρισε πλάτη στο κοινό και έπαιζε (ή παρίστανε πως έπαιζε;) βιολί και στη συνέχεια, πέρασε μπροστά και άρχισε να ανακατεύει ένα περίεργο μείγμα με μια ξύλινη κουτάλα. Τράβηξε το σεντόνι του τύπου, άρχισε να τον ψεκάζει με κάτι σαν αγιασμό, και αυτός, υποτίθεται, να αντιδράει σε αυτό. Και καλά, ότι χρειαζόταν εξορκισμό; Σωτηρία; Κάτι τέτοιο… Ύστερα, άρχισε να τον πασαλείφει ολόκληρο με το μείγμα που ανακάτευε πριν, το οποίο έμοιαζε σαν λάσπη, αλλά προφανώς, θα ήταν καμία τύπου μερέντα, ξέρω ‘γω. Αυτός έγινε χάλια, εν τω μεταξύ (είχε μείνει μόνο με το εσώρουχο, εξαρχής και τώρα είχε γίνει σοκολατής), και σίγουρα θα ήθελε μπόλικο τρίψιμο μετά για να καθαριστεί. Η σκηνή, πάλι, έγινε σύσκατη και το μαγαζί, λογικά, θα έκραζε από μέσα του για το σφουγγάρισμα που θα ήθελε αυτή, μετά.

Αυτός, μετά, ψιλογούσταρε και συνέχισε να πασαλείφεται μόνος του, ενώ αυτή έκατσε σε μια καρέκλα τύπου γιαγιάς, κουνιστή και τον παρακολουθούσε ως το τέλος βγάζοντας μικρά ουρλιαχτά στο μικρόφωνο. Και όλα αυτά, ενώ η εξαιρετική μουσική του Unhuman, συνεχιζόταν, η οποία, δυστυχώς, έχασε φαινομενικά, την αίγλη και την ουσία της, δίπλα σε αυτό το καρακιτσαριό, που τραβούσε τα βλέμματα φρίκης και απόγνωσης του κοινού. Μια wannabe πρωτοποριακή performance, στερημένης ουσίας, ταλέντου, συνοχής και σύνδεσης με τη μουσική. Ό,τι να ‘ναι. Τραγικό. Ευτυχώς, τουλάχιστον ο Unhuman, μας αποζημίωσε, μέχρι που το τέλος ήρθε στις 01:11.

Ύστερα, θα έπαιζε ο Blakk Harbor, επίσης Έλληνας και κάτοικος Βερολίνου, του οποίου η μουσική κινείται ανάμεσα σε drone, industrial και experimental techno. Έχει κυκλοφορήσει έναν δίσκο, με τίτλο ‘Madares’, ο οποίος και είναι εξαιρετικός και ήθελα να τον δω ζωντανά, αλλά δυστυχώς, επειδή το χρονοδιάγραμμα είχε ξεφύγει και μιας και ήταν Μεγάλη Παρασκευή και δεν ίσχυε η δίωρη παράταση του μετρό, εγώ αναγκάστηκα να αποχωρήσω, για να προλάβω ένα νυχτερινό λεωφορείο και να γυρίσω μετά από και πάλι, πόση ώρα σπίτι μου, οπότε, δυστυχώς, τον έχασα. Στη συνέχεια, βέβαια, θα είχε και d sets από Morah, Unhuman, Impure Secretion και Mr Schwarz, τα οποία και θα πήγαιναν μέχρι το πρωί, αλλά έτσι κι αλλιώς, εγώ δε θα καθόμουν στην ‘αγρύπνια’, το live μέρος της βραδιάς με αφορούσε, για αυτό και ελπίζω να ξαναπετύχω, κάποια στιγμή, κάπου, τον Blakk Harbor.

Συμπερασματικά, ήταν μια αρκετά ενδιαφέρουσα βραδιά, με τα καλά της και τα κακά της, με τα πάνω της και τα κάτω της, με μια οκ προσέλευση για τέτοια μέρα, πολύ καλό ήχο, φώτα και διοργάνωση και με όχι και τεράστιες χρονικές αποκλείσεις. Κυρίως, όμως, θα πρέπει να συγχαρούμε τη διοργάνωση μιας τέτοιας βραδιάς, σε μια τέτοια μέρα, που δεν υπάρχει σχεδόν τίποτε άλλο να κάνει στην πόλη, κάποιος που δεν είναι φαν των εθιμοτυπικών της ημέρας… Και του χρόνου! Εμείς, πάντως, αναστηθήκαμε εκείνη τη μέρα! (Όσο για το μηδενικό ενδιαφέρον του υπόλοιπου μουσικού τύπου, τι να πω; Μάλλον όλοι θα ήταν εκκλησία…).

Σημείωση συντάκτη: Εκείνη τη μέρα, δυστυχώς, δεν υπήρχε διαθέσιμος φωτογράφος από το site μας, οπότε οι φωτογραφίες που συνοδεύουν το κείμενο, είναι ερασιτεχνικές, δικές μου, τραβηγμένες από το κινητό. Επίσης, η ανταπόκριση δημοσιεύεται με καθυστέρηση, λόγω τεχνικών μου θεμάτων. Απολογούμαστε και ευχαριστούμε για την κατανόηση.

_____

Κείμενο και φωτογραφίες, για το sinavlia.gr, από τον Πάνο Σταυρουλάκη.

*

More from Πάνος Σταυρουλάκης

Ανταπόκριση: Enslaved & Lucifer’s Child @ Fuzz Live Music Club – Παρασκευή 10/05/2019

Ένα μεγάλο όνειρο του μέταλ κοινού, έγινε πραγματικότητα, τη δεύτερη Παρασκευή του...
Read More