Πολύ σημαντικό συναυλιακό σαββατόβραδο, το πρώτο του φετινού Ιουνίου, αφού αυτό σήμαινε την πολυαναμενόμενη επιστροφή της σπουδαίας Pharmakon στην Αθήνα, ύστερα από οχτώ (!) ολόκληρα χρόνια! Κανονικά, αυτή θα σημειωνόταν προ τριετίας, κάτι που δυστυχώς, όμως, δε συνέβη, αφού τότε αναβλήθηκε επ’ αόριστον, λόγω των μέτρον περιορισμού της πανδημίας, που είχε ξεσπάσει τότε, τα οποία οδήγησαν στην ακύρωση των πάντων. Ευτυχώς, όμως, τρία χρόνια μετά, ήμασταν όλα εδώ για να την υποδεχτούμε, επιτέλους, για δεύτερη φορά στην Αθήνα, μια οχταετία μετά την παρθενική της εμφάνιση στο Plissken Festival του 2015. Επομένως, αυτό τα σαββατόβραδο, όλοι οι δρόμοι οδηγούσαν στο αγαπημένο Temple, στο Γκάζι, για μια αξέχαστη συναυλιακή εμπειρία.
Δυστυχώς, λόγω καθυστερήσεων που προέκυψαν κατά τη διάρκεια συνεννόησης σε σχέση με την πρόσκλησή μας στην εκδήλωση, το αποτέλεσμα αυτών ήταν να μην προλάβω να φτάσω εγκαίρως στον χώρο, ώστε να παρακολουθήσω καιτα opening acts, κάτι το οποίο δε με ευχαριστεί, καθώς πάντα προσπαθώ να τα προλαβαίνω, αφενός επειδή θέλω να έχω μια ολοκληρωμένη εικόνα της εκάστοτε συναυλιακής βραδιάς και να μιλήσω μετά για αυτή, αλλά και επειδή πολλάκις έχω ‘γνωρίσει’ έτσι πολύ ενδιαφέροντες εγχώριους καλλιτέχνες / συγκροτήματα. Παρ’ όλα αυτά, δεν είναι πάντα στο χέρι μου. Στην προκειμένη περίπτωση, αρχικά να πω πως την Emi Path, την είχα ξαναδεί προ ετών, τυχαία, στο Death Disco και δε μου έκανε κάποια ιδιαίτερη εντύπωση, ενώ θυμάμαι και ένα κάπως ‘αφ’ υψηλού’ ύφος κι εμένα, ξέρετε, αυτά δεν μου αρέσουν. Από όσα αμυδρά θυμάμαι και από τη μουσική της, δε βρίσκω, μάλιστα και τον λόγο της προσθήκης της στο συγκεκριμένο, παρόν line up. Πάντως, μάλλον δεν έχασα και τίποτα που δεν την πρόλαβα. Σε σχέση με τη Δήμητρα Κουστερίδου, πρέπει να ομολογήσω πως δε γνώριζα τίποτα, ούτε το όνομά της δεν είχα ξανακούσει προηγουμένως, αλλά με μια γρήγορη αναζήτηση τώρα, είδα πως φαίνεται μια ενδιαφέρουσα καλλιτέχνις με πολλές σημαντικές συμμετοχές, οπότε επιφυλάσσομαι να τη δω και αν μιλήσω για αυτή σε κάποια μεταγενέστερη ευκαιρία που θα παρουσιαστεί στο μέλλον.
Στις 23:00, η ώρα για την πρωταγωνίστρια της βραδιάς είχε φτάσει. Η ιέρεια του experimental industrial / noise ήχου και των power electronics, Pharmakon (ή κατά κόσμον, Margaret Chardiet) ανέβηκε στη σκηνή και η επιβλητική της παρουσία, γέμισε αμέσως τον χώρο. Ένας μεγάλος πάγκος είχε στηθεί πάνω στη σκηνή, στον οποίο βρισκόταν ο ιδιαίτερος εξοπλισμός της και οι κονσόλες τις, από τις οποίες ξεχυνόταν ένας χείμαρρος καλωδίων προς κάθε κατεύθυνση. Κάποια λίγη ώρα απαιτήθηκε πριν την έναρξη του σόου της, έως ότου η Margaret ολοκληρώσει τις προετοιμασίες του εξοπλισμού της, μετακινώντας καλώδια και κολλώντας άλλα με κομμάτια μονωτικής ταινίας. Ακόμα, όντας ακριβολόγα, ήθελε να πετύχει το βέλτιστο περί ήχου, πράγμα που την έκανε να έχει μια μακρά επικοινωνία από μικροφώνου με τον ηχολήπτη – παρ΄ όλα αυτά, τα θεματάκια στον ήχο δεν έλειψαν στην αρχή, αλλά ευτυχώς, διορθώθηκαν έπειτα από λίγο.
Το πλήθος (το οποίο, δυστυχώς, δεν ήταν και πολύ μεγάλο, ούτε και αυτό που άξιζε σε μια τέτοια καλλιτέχνιδα, η οποία, μάλιστα, επιστρέφει μετά από μακρόχρονη απουσία στη χώρα μας) συγκεντρώθηκε μπροστά στη σκηνή (αν και όχι και πολύ κοντά, προτιμώντας να κρατήσει μια απόσταση ασφαλείας), τα φώτα χαμήλωσαν και η καλλιτεχνική περσόνα ‘Pharmakon’ της Margaret, άρχισε να αναδύεται από μέσα της, όσο τα φώτα γύρισαν στο κόκκινο και παρέμειναn εκεί, καθ’ όλη την εμφάνισή της, δημιουργώντας ένα εικαστικά δυστοπικό σκηνικό (και καθιστώντας σχεδόν πλήρως αδύνατη τη φωτογράφιση από κινητό), σε συνδυασμό με τον καπνό που άκρατα γέμιζε τη σκηνή.
Το σετ της, ξεκίνησε, τελικά γύρω στις 23:05 και διήρκεσε 35 λεπτά, χρόνος εντυπωσιακός για τα δικά της δεδομένα, αφού συνήθως παίζει γύρω στα 20-25 λεπτά. Λίγη ώρα θα πείτε και θα έχετε και δίκιο, αλλά μην ξεχνάμε πως οι φωνητικές απαιτήσεις των σόου της, είναι μεγάλες. Και το αναφέρω ως σόου, γιατί τέτοιο είναι, μια ιδιότυπη, μουσικοθεατρική performance από αυτές στις οποίες υπήρξε πρωτοπόρα στον χώρο, άλλο αν μεμονωμένοι καλλιτέχνες ή μέλη μπαντών, προχώρησαν σε αντίστοιχες, αργότερα.
Δεν πρέπει να ξεχνάμε πως η Margaret, είναι μόλις 33 ετών και ξεκίνησε να παίζει από την ηλικία των 16. Δεν άργησε να αναδειχθεί σε μία από τις ελπιδοφόρες εκπροσώπους της νέας γενιάς στην πειραματική πλευρά του σκληρού ήχου και να κάνει κοινό και κριτικούς παγκοσμίως, να παραληρούν για τη δουλειά της, η οποία συνήθως εκτίθεται σε ιδιαίτερους χώρος, με ιδιαίτερο κοινό, από μουσεία και χώρους τέχνης, ως υπόγεια και υπαίθριους χώρους. Προσωπικά, την ανακάλυψα το καλοκαίρι του 2015, λίγο μετά την πρώτη της επίσκεψη στα μέρη μας και από τότε ανέμενα την επιστροφή της, παρακολουθώντας, έκτοτε και την συνέχιση της πολύ ενδιαφέρουσας πορεία της, η οποία εξακολουθεί, εδώ και μια δεκαπενταετία, να παραμένει σε υψηλά επίπεδα.
5 ολοκληρωμένοι, προσωπικοί δίσκοι και πάμπολλοι άοι με ζωντανές ηχογραφήσεις, συνεργασίες, πειραματισμούς, κι όμως, αν μας ρωτάτε, σχεδόν κανείς δεν αντιλήφθηκε κάποιο γνωστό της κομμάτι κατά τη διάρκεια του σετ της, καθώς συνήθως δεν παίζει από το υλικό της, αλλά δοκιμάζει να πράγματα, αυτοσχεδιάζει και πειραματίζεται ζωντανά, τόσο με το κοινό της, όσο και με τον εξοπλισμό της – είτε τον κλασικό, είτε μέρη άλλου, που μπορεί να έχει μαζί της, όπως παλιότερα, που κάπου είχε παίξει χτυπώντας ζωντανά ένα κομμάτι μέταλλο, για να πετύχει τον ήχο που θέλει, σε συνδυασμό με τα προηχογραφημένα μέρη που όπως είναι σαφές, δε θα μπορούσαν να λείπουν, μιας που είναι κάτι που συνηθίζεται στην diy σκηνή, στην οποία αποτελεί πιονέρο η Pharmakοn.
Η αρχή του σετ, βρήκε τη Margaret να βγάζει κραυγές στο μικρόφωνο, ούσα πίσω από τον πάγκο της, πριν ξεκίνησε ο ηχητικός όλεθρος που θα ακολουθούσε και η σχεδόν τρομακτική της παρουσία, να σαρώνει τη σκηνή, αλλά και τον χώρο του κοινού, κάτω από τη σκηνή. Με τις κονσόλες να δουλεύουν στο φυλ, η Margaret ξεκίνησε να ξερνάει τη βορβορώδη φωνή της στο μικρόφωνο και να πηγαινοέρχεται πάνω στη σκηνή, ουρλιάζοντας, μπροστά και πίσω από τον πάγκο, περπατώντας κανονικά, αλλά και με την ‘όπισθεν’, να κοπανιέται μόνη της, να χτυπάει το στήθος της, να παίρνει βαριές ανάσες, να πέφτει στα γόνατα, να βαράει το πάτωμα ενώ οι κραυγές και τα αγκομαχητά, γέμιζαν τον χώρο, σε συνδυασμό με τη δυνατή, ταχεία industrial που έφτανε σε noise σημεία, τα οποία οδηγούνταν στον λευκό θόρυβο, στις κορυφώσεις τους.
Αρκετές φορές κατέβηκε από τη σκηνή, ανακατεύτηκε με το πλήθος ‘τρομοκρατώντας’ το, ερχόμενη μπροστά από πολλά άτομα, εστιάζοντας στο καθένα ξεχωριστά, καρφώνοντάς τον με το βλέμμα και κοιτώντας τον σαν με μίσος και όρεξη για εκδίκηση προς το πρόσωπό του, ενώ πίσω της έσερνε το μακρύ καλώδιο του ενσύρματου μικροφώνου της, το οποίο μπερδευόταν στα πόδια του κόσμου, εμποδίζοντας την να προχωρήσει, λες και το έκανε επίτηδες και αγριοκοιτάζοντας το πλήθος με ακόμα περισσότερη απέχθεια, ενώ δεν ήταν λίγες οι φορές που μπερδευόταν και στα δικά της πόδια, χωρίς αυτό να φαίνεται να της δημιουργεί εμπόδιο στο να συνεχίσει το σαρωτικό πέρασμά της, να πέφτει επίτηδες πάνω στο κοινό, αλλά σε κάποια φάση, να μπερδεύεται πραγματικά στα γυρίσματα του καλωδίου, να σκοντάφτει και σχεδόν να πέφτει κάτω, με το κοινό να τη βοηθάει να ανασηκωθεί στα πόδια της, χωρίς η ίδια να προβληματίζεται, λες και όλα είναι πλήρως σκηνοθετημένα (και πιθανώς και να είναι κιόλας) και να επιστρέφει στη σκηνή για να συνεχίσει την ‘καταστροφή’ της.
Όταν κατά τις 23:40, έφτασε το τέλος, ήμασταν όλοι ξέπνοοι, κι εμείς κι αυτοί, σε ένταση και σε έναν μίνι πανικό, από τον οποίο και δε θέλαμε με τίποτα να βγούμε. Τότε ήταν που η Margaret επανήλθε τον εαυτό της, απεκδυόμενη την περσόνα της Pharmakon, έχοντας ρίξει αυλαία στην ιδιαίτερη performance της και με ένα μεγάλο χαμόγελο, μας ευχαρίστησε όλους θερμά, δείχνοντας πως κι εκείνη το ευχαριστήθηκε, όχι μόνο εμείς, οι λίγοι και εκλεκτοί, που είχαμε την τιμή να αποτελέσουμε κοινωνοί του έργου της. Λίγοι, διότι είναι φοβερή η απαξίωση που επέδειξαν μεγάλες μερίδες του metal, noise, industrial, experimental, alternative κοινού, που συχνά πάνε και αποθεώνουν την κάθε χιπστερική μπουρδολογία που τους υπαγορεύεται να ακολουθήσουν, αλλά μετά σνομπάρουν ή αγνοούν την ύπαρξη πραγματικά πρωτοπόρων καλλιτεχνών, που άνοιξαν μονοπάτια για να διαβούν άλλοι, με λιγότερο ταλέντο, αξία και ήθος.
Δεν πειράζει, όμως, ο καθένας με τις επιλογές του, όπου του πρέπει. Εμείς φύγαμε συγκλονισμένοι από το Temple, χωρίς να μπορούμε εύκολα να μιλήσουμε, μετά από αυτό που βιώσαμε. Ευχαριστούμε θερμά τη διοργάνωση που την έφερε και μάλιστα παρά τις δυσκολίες και τις αναβολές της πανδημίας. Ελπίζουμε να την ξαναφέρει μελλοντικά και μάλιστα, σύντομα, αλλά και να συνεχίσει να φέρνει ενδιαφέροντες, μεγάλους καλλιτέχνες, ακόμα κι αν το κοινό είναι μικρό. Το λέω και γενικά, αλλά και επειδή θεωρώ πως ήταν χαμένη ευκαιρία που δεν έφεραν μαζί και τους φοβερούς Αυστραλούς Kollaps, που έπαιζαν με τη Pharmakon τις προηγούμενες, της ελληνικής συναυλίας, ημέρες, στην Ιταλία, ανοίγοντάς την και παρά την επιθυμία της μπάντας να την ακολουθήσει και στην Αθήνα. Κρίμα και ελπίζω αυτή η αδικία να αποκατασταθεί σύντομα και να τους δούμε κι αυτούς, για πρώτη φορά, αλλά και πολλούς ακόμα, που περιμένουμε εδώ και χρόνια. Προς το παρόν, ευγνώμονες για τη Pharmakon, αλλά και για τα πάντα, σε σχέση με τη συγκεκριμένη βραδιά, που ήταν όλα εξαιρετικά
Κείμενο & Φωτογραφίες: Πάνος Σταυρουλάκης
*










