Ανταπόκριση: Myrkur & Labri Giotto @ Fuzz Music Club – Κυριακή 11/11/2018

Κυριακή βράδυ, κι εμείς κατηφορίζουμε την Πειραιώς, προς το ύψος του Fuzz, για την πολυαναμενόμενη πρώτη συναυλία της Myrkur στα μέρη μας, με ανυπομονησία να τη δούμε, αλλά και για να διαπιστώσουμε αν αξίζει το όλο σούσουρο που έχει δημιουργηθεί τα τελευταία χρόνια γύρω από το όνομά της. 20:30, θα άνοιγαν οι πόρτες, σύμφωνα με το πρόγραμμα (το οποίο, μια – δυο μέρες πριν τη συναυλία, είχε αλλάξει). Στις 21:00, που εγώ έφτασα στον χώρο, ο κόσμος, μέσα, ήταν ελάχιστος, αλλά υπήρχαν ακόμα χρονικά περιθώρια αυξητικής βελτίωσης. Ας τα δούμε, όμως, όλα αναλυτικά.

Με μια καθυστέρηση μόλις ενός τετάρτου, ξεκίνησε η βραδιά, με την Ελληνίδα Λαμπρινή Γιώτη ή αλλιώς, Labri Giotto, όπως είναι το καλλιτεχνικό της όνομα, να αναλαμβάνει να φέρει εις πέρας τη δύσκολη ανάθεση του support. H Labri, έχοντας κάνει εκτεταμένες σπουδές στην εθνομουσικολογία στο εξωτερικό και έχοντας ζήσει για καιρό στην Ιρλανδία, την οποία και αποκάλεσε ‘δεύτερη πατρίδα’ της, διαθέτει μεγάλες γνώσεις πάνω στις παραδοσιακές μουσικές των τόπων, στα όργανά τους, στις μελωδίες, στις συνθέσεις και στους συνδυασμούς. Παρά το γεγονός πως είναι μέλος σχετικής μπάντας εδώ και χρόνια, με επιλεγμένες εμφανίσεις στη χώρα μας, την Κυριακή, εμφανίστηκε μόνη της, στην πελώρια (για ένα άτομο) σκηνή του Fuzz, μαυροφορεμένη, στάθηκε πίσω από το μικρόφωνο, και με μόνη συνοδεία ενός είδους λύρας και ενός συμβατικού τυμπάνου και έκανε όλο το κοινό να κρέμεται από τα χείλη της. Αυτό, είναι κάτι που κατάφερε με τη μοναδική φωνή της, με την οποία, ερμήνευσε solo, κομμάτια από Σκωτία, Σουηδία, Νορβηγία, Λαπωνία και Ιρλανδία, στις πρωτότυπες γλώσσες. Κομμάτια παραδοσιακά, όπως εξήγησε αρχικά, αλλά και προλογίζοντας και το καθένα ξεχωριστά, αναφέροντας την όποια ιστορία του. Έτσι, μέσα στα 32 λεπτά που διήρκεσε η εμφάνισή της – και τα οποία, κανείς δεν κατάλαβε για πότε πέρασαν, ακούσαμε 12 τραγούδια, μεταξύ των οποίων, δύο μοιρολόγια – το ένα σκωτσέζικο τρία σουηδικά – το ένα, για έναν χωρικό, το άλλο, για τον Μάιο, και το τρίτο, για ένα νεαρό που περιμένει το Σάββατο, για να δει το κορίτσι του. Ακόμα, ένα γεμάτο κατάρες, ένα άλλο, από τη λαπωνική περιοχή της Νορβηγίας, δύο από την Ιρλανδία – ένα με κλασικό θέμα, για έναν γκαιντΐστα, που θέλει να κάνει δική του τη Μαίρη, κι ένα λυπητερό. Ακόμα ένα από τη λαπωνική περιοχή της Νορβηγίας, από τους Σάμι και ολίγον τι, σαμανικό και κλείσιμο, με ένα σκωτσέζικο. Χρησιμοποιώντας εναλλάξ, το τύμπανο και τη λύρα, αναλόγως το κομμάτι, και μόνο με ένα σταθερό, γαλαζωπό φως, να πέφτει επάνω της, η Λαμπρινή, κατάφερε να συγκλονίσει τον κάθε έναν που βρισκόταν μέσα στο Fuzz, να τον κάνει να κρέμεται από τα χείλη της, με τα δικά του, κλειστά. Η Λαμπρινή, κέρδισε το στοίχημα του να αποτελέσει ιδανικό opening act, με διαφορά, μας έκανε να ξετρελαθούμε και να τη λατρέψουμε – και δικαίως. Μας ευχαρίστησε, αφού στην αρχή, είχε πει πως είναι τιμή της που συμμετέχει σε αυτή την ιδιαίτερη βραδιά και μας είπε, πως από την επόμενη ημέρα, θα υπήρχαν ανακοινώσεις για κάτι ιδιαίτερο που θα κάνει με τη μπάντα της στις 15/12 (τα μάθαμε, θα γίνει στο Gagarin και θα είμαστε όλοι μας εκεί). Υποκλίθηκε και αποχώρησε. Πραγματική καλλιτέχνις, με τα όλα της. Ανυπομονούμε να την ξαναδούμε.

 

 

Η ώρα περνάει, οι προετοιμασίες της σκηνής, ολοκληρώνονται (ήδη είχαν γίνει οι περισσότερες, αφού το support, δεν κατέλαβε ιδιαίτερο χώρο), και ακριβώς 20 λεπτά μετά την αποχώρηση της Λαμπρινής, είχε φτάσει πια η ώρα, στις 22:05, το κοινό (το οποίο είχε αυξηθεί λίγο και πρέπει να έφτανε τα 400 άτομα, πάνω κάτω, εκείνη την ώρα) ήταν έτοιμο να υποδεχτεί τη νορβηγίδα Myrkur (είχε προστεθεί στη σκηνή και η σημαία της Νορβηγίας), μετά της μπάντας της, βεβαίως βεβαίως, κάτι που έκανε με πολύ θερμό χειροκρότημα, κατά την είσοδο της. Ξεκινώντας δυναμικά, με δύο κομμάτια από το τελευταίο της άλμπουμ ΄Mareridt’, στο οποίο, όπως είναι και λογικό, βασίστηκε κυρίως, το σύνολο του σετ της, έδειξε ήδη τη δυναμική της ως τραγουδίστρια, η οποία, εν συνεχεία, επισκίασε ακόμα και την υπόλοιπη μπάντα, δικαιολογώντας το γιατί προβάλλει το δικό της καλλιτεχνικό όνομα, μπροστά, αντί πχ ένα όνομα μπάντας. Πιθανώς, έχοντας κάνει και solo καριέρα (με το πραγματικό της όνομα), αλλά έχοντας υπάρξει και σε μπάντα τύπου ντουέτου, ξέρει τι θέλει πια – τουλάχιστον, σε ό,τι έχει να κάνει με τα ‘περιμετρικά’, καθώς για την ουσία του παρόντος project της, εγώ προσωπικά, μέχρι να τη δω ζωντανά, είχα αμφιβολίες, οι οποίες την Κυριακή, απλώς υπογραμμίστηκαν και θα δούμε παρακάτω το γιατί.

 

Η Myrkur – κατά κόσμο, Amalie Bruun, έχει μεγάλη καλλιτεχνική εμπειρία στο σύνολό της. Solo καριέρα, ντουέτο, ξανά ντουέτο και ξανά solo. Περάσματα από την υποκριτική, αλλά και το μόντελινγκ. Όλα αυτά, έχουν βοηθήσει στο να ξέρει αρκετά πώς να παρουσιάσει αυτό που έχει προς παρουσίαση, αλλά μόνο τυπικά. Γιατί πέραν της πρώτης ματιάς, αυτό στερείται ψυχής, μάλλον και ουσίας. Η Bruun, ξέρει πώς να στήσει τη σκηνή της: τεράστιο πανώ στο background με το λευκό Μ σε κύκλο, πάνω σε μαύρο φόντο, ως λογότυπο της μπάντας, περικοκλάδες και λουλούδια γύρω από το μικρόφωνό της (το οποίο ήταν τοποθετημένο στο κέντρο της σκηνής, αλλά λίγο πιο πίσω από τα άλλα δύο μέλη της μπάντας που την περιστοίχιζαν), πολύ έντονοι φωτισμοί, χρωματικές αντιθέσεις (η ίδια, με κατάξανθο, πλέον, μαλλί και κατακόκκινο φόρεμα, αλλά και με μαύρο μακιγιάζ σε μορφή λωρίδας στο ύψος των ματιών), έμμεση οπτική υποβάθμιση της μπάντας, καθώς αυτή, με τα υπόλοιπα μέλη της μαυροντυμένα και κουκουλοφορεμένα, κατέληγε στο να μη γίνονται εύκολα εμφανή τα στοιχεία τους και το πρόσωπό τους, έχει θεατρικότητα, οι κινήσεις της έχουν χάρη κλπ.

 

Όλα τα παραπάνω, όμως, δεν είναι τίποτε άλλο μια προσπάθεια δημιουργίας μουσικής παράστασης, θα λέγαμε, η οποία παραμένει και ανέμπνευστη. Τα τραγούδια, συνέχισαν να διαδέχονται το ένα το άλλο, με γρήγορους ρυθμούς, αφού έχουν και μισές ή μέσες διάρκειες. Αφού ολοκληρώνει και το δωδέκατο κομμάτι της, οι υπόλοιποι, απομακρύνονται από τα όργανά τους, εκείνη από το μικρόφωνο και όλοι μαζί αποχωρούν. Το κοινό χειροκροτεί και συνεχίζει, ζητώντας του πίσω, επιστρέφουν, αλλά η υπόλοιπη μπάντα, πάει προς τα πίσω. Εκείνη παίρνει το μικρόφωνο και λέει πως τώρα της ήρθε να πειραματιστεί με κάτι που δεν έχει ξαναπαίξει (ένα cover), ενώ για το επόμενο κομμάτι, είπε πως έχει πολύ καιρό να το παίξει. Προσωπικά πιστεύω, πως ο υποκριτικός πρόλογος, ήταν περιττός,, αφού αυτά τα κομμάτια, τα έπαιξε μόνη της, στα πλήκτρα, τα οποία εξαρχής ήταν στημένα στη σκηνή και δεν είχαν χρησιμοποιηθεί ως τώρα, ούτε στο ελάχιστο, άρα καλό θα ήταν, να μην έλεγε πως ‘τώρα της ήρθε’ να παίξει κομμάτι που απαιτεί τα πλήκτρα, έχει και κάποιο μυαλό το κοινό, έτσι; Ας μην έλεγε τίποτα, καλύτερα.

 

Μόλις τελείωσε και με αυτά και καταχειροκροτήθηκε από τον κόσμο, ο οποίος, τελικά, δεν πρέπει να ξεπέρασε ποτέ τα 500 άτομα, αποχώρησε. Κοιτάξαμε μουδιασμένοι το ρολόι. Η διάρκεια του σετ της, ήταν 55 λεπτά. Πριν προλάβουμε να πούμε δυο λόγια με γνωστούς και φίλους, το προσωπικό του χώρου ζήτησε να τον αδειάσουμε. Βγήκαμε έξω, και εκεί πήρε το αυτί μας και από υπεύθυνα χείλη, πως η καλλιτέχνις, είχε συμβόλαιο για να παίξει 90 λεπτά, όχι σχεδόν 60. Υπογραμμίστηκε το γεγονός ότι αθέτησε τα όσα είπε από δικής της πλευράς και σχολιάστηκε το γεγονός πως οι καλλιτέχνες, θέλουν από τον διοργανωτή τα πάντα στην εντέλεια και τη χρηματική αμοιβή τους καταβεβλημένη πριν ακόμα έρθουν στη χώρα, αλλά οι ίδιοι, συχνά, όπως τώρα, δεν ανταποκρίνονται όπως πρέπει.

Συμπερασματικά:

  • Η Myrkur, μουσικά μιλώντας, έχει ταλέντο και ικανότητες. Έχε σπουδαία φωνή, την οποία μπορεί να εκμεταλλευτεί και στα σημεία κομματιών που χαρακτηρίζονται μέταλ, αλλά και στα υπόλοιπα. Πιστεύω, όμως, πως αυτό που κάνει με το συγκεκριμένο της project, δεν έχει κάτι το ιδιαίτερο, καθώς αποτελεί συνδυασμό πραγμάτων, τα οποία δε δένουν αρμονικά μεταξύ τους και δημιουργούν έναν ακουστικό αχταρμά. Τελικά, δεν είναι αδικαιολόγητο το γεγονός πως οι πραγματικοί φανς της μέταλ δεν της έδωσαν ποτέ σημασία και τη θεώρησαν ένα hype φαινόμενο. Κατ’ εμέ, αν δεν πάρει πιο ευδιάκριτες και συγκεκριμένες πορείες, δεν νομίζω ότι θα οδηγηθεί κάπου. Το πιθανότερο είναι να το παρατήσει και αυτό το project και να κάνει τίποτε άλλο
  • Ακριβώς εξαιτίας των παραπάνω, οι συναυλίες της, δεν αποτελούν κάποια σημαντική εμπειρία. Όχι επειδή δεν αξίζει η ίδια, ως καλλιτέχνης, αλλά επειδή το έργο της, δεν είναι κάτι το φοβερό, παρά τις κάποιες φωτεινές του στιγμές. Δεν λέω ότι βαρεθήκαμε ή κουραστήκαμε, αλλά δεν μας έδωσε κάτι για να μας κρατήσει, αγγίξει, συγκινήσει. Πέραν αυτού, πιστεύω πως είτε δεν έχει τα μέσα επικοινωνίας με το κοινό, αφού αδιαφόρησε για αυτό το κομμάτι της, το επικοινωνιακό, κατά τη διάρκεια του live, είτε το έχει αλλά δεν την ενδιέφερε να ασχοληθεί μαζί του την Κυριακή. Προσωπικά, η συναυλία της Κυριακής, μου φάνηκε ξεκάθαρα, από τη μεριά της, αυτό που λέμε ‘αρπαχτή’, κάτι το οποίο, σπάνια βλέπω και χαίρομαι για αυτό. Και αυτή, δεν είναι μόνο η δική μου άποψη, δεν είμαι κακοπροαίρετος – είναι και η άποψη των πολύ πωρωμένων της θαυμαστών. Η δεσποινίς Bruun, σκέφτηκε, γιατί να χάσει την ευκαιρία για μερικά χρήματα ακόμα, αφού τη θέλουν και στην Ελλάδα και ήρθε, κάνοντας διεκπεραιωτικά τη δουλεία της, με σκοπό να φύγει και όσο πιο γρήγορα γίνεται, σαν τον δημόσιο υπάλληλο σε ημιαργία. Ας την πληροφορήσει, όμως, κάποιος, πως είμαστε στο 2018. Από τη μια, οι συμφωνίες πρέπει να τηρούνται και από τις δυο πλευρές – και από εκείνη του καλλιτέχνη, δηλαδή, όχι μόνο του τοπικού διοργανωτή που σκίζεται να τον ικανοποιήσει, από την άλλη, το κοινό δεν είναι χαζό, αλλά έχει δει και πολλές συναυλίες και ξέρει τι γίνεται, καταλαβαίνει τις σπάνιες φορές που κάποιος τον δουλεύει μπροστά στα μούτρα του, ή βαριέται ή κάνει δήθεν πως δε βαριέται, ενώ βαριέται. Και αυτή, συν των άλλων, ε, ψιλοβαριόταν κιόλας. Τι να πω… Α, θα πω πως δικαίως, το fuzz γέμισε μέχρι τη μέση, δηλαδή το κάτω πάτωμα, και αυτό, όχι ασφυκτικά, λες και ο κόσμος προαισθανόταν πως δε θα έχανε κάτι το ιδιαίτερο – ε λοιπόν, εγώ, τον διαβεβαιώνω. Δεν έχασε κάτι. Σε αντίθεση με όσους ήρθαν, οι οποίοι μάλιστα πλήρωσαν και ένα υψηλό εισιτήριο για να ικανοποιηθούν οι απαιτήσεις της καλλιτέχνιδος, χωρίς εκείνη, να ικανοποιήσει όχι τις απαιτήσεις, αλλά τις λογικές επιθυμίες του κόσμου που ήρθε κυριακάτικα για να τη δει. Ας μην ξεχνάμε πως δε φτάνει ένα ωραίο παρουσιαστικό και μια καλή φωνή για να χαρακτηριστείς καλλιτέχνης ή για να αξίζεις τον κόπο να ασχοληθεί κανείς μαζί σου. Πρώτη προϋπόθεση, είναι το ήθος. Κατ’ εμέ, δε θα την ξαναδούμε στα μέρη μας. Επίσης κατ’ εμέ, δικαίως. Εν κατακλείδι, δε θα μας λείψει.
  • Μακριά από όλα αυτά, θα πρέπει να συγχαρούμε την εξαιρετική Λαμπρινή Γιώτη, που μας μάγεψε και μας συγκλόνισε, αλλά και τη διοργανώτρια εταιρία, για την άψογη παραγωγή της βραδιάς, τις εξαιρετικές συνθήκες και τα ακριβή ωράρια, αλλά να της πούμε και ένα ακόμα μπράβο για το γεγονός ότι μπαίνει στη διαδικασία να φέρει μεγάλα ονόματα, που εδώ και χρόνια κάνουν μεγάλο θόρυβο στο εξωτερικό και εμείς δεν είχαμε ακόμα την ευκαιρία να τα δούμε, ασχέτως των αν αυτά ανταποκρίνονται, τελικά, στη φήμη τους, αλλά και για εκείνο, της υπέροχης, πρωτότυπης και πολύ ταιριαστής επιλογής για το support.

 

****

MYRKUR’S SETLIST:

1) The Serpent

2) Ulvinde

3) Dybt i skoven

4) Onde børn

5) Vølvens spådom

6) Jeg er guden, i er tjenerne

7) De Tre Piker

8) Elleskudt

9) Juniper

10) Skøgen skulle dø

11) Måneblôt

12) Villemann og Magnhild

13) I riden så (Gjallarhorn cover)

14) Crown

***

Σημείωση συντάκτη: Η ανταπόκριση, δημοσιεύεται με μερικές ημέρες καθυστέρησης, λόγω κάποιων αναπάντεχων τεχνικών προβλημάτων ου γράφοντος, τα οποία, όμως, τελικά, επιλύθηκαν, ευτυχώς, σύντομα. Ευχαριστούμε για την κατανόηση.

**

Συντάκτης: Πάνος Σταυρουλάκης

Φωτογράφος: Θανάσης Μαϊκούσης

*

Tags from the story
, , ,
More from Πάνος Σταυρουλάκης

Ανταπόκριση: Batushka, The Slayerking, Karma Violens @ Gagarin 205 – Σάββατο 15/09/2018

  Πρώτη συναυλία της νέας σεζόν και πρώτη προς ανταπόκριση για το...
Read More