Μετά από σχεδόν έξι χρόνια, η αγαπημένη μας Michelle Gurevich επέστρεψε, επιτέλους, στην Αθήνα, για ακόμα μία συναυλία στην πόλη που τόσο την έχει αγαπήσει. Μια συναυλία, η οποία αποτελεί μάλιστα την πρώτη κατά την επανέναρξη των ζωντανών εμφανίσεών της, σχεδόν δύο χρόνια μετά την ξαφνική παύση τους για λόγους υγείας και παράλληλα, την πρώτη για την προώθηση του νέου, έβδομου δίσκου της, που κυκλοφόρησε προ τριμήνου, τεσσεράμισι χρόνια μετά τον προηγούμενο, μα επιπλέον, και την πρώτη συναυλία της σε μεγάλο χώρο της Αθήνας, που έγινε και επίσημα sold out! (Εξαιρείται η πρώτη της, διπλή επίσκεψη, το 2013, στον συμπαθέστατο, αλλά μικρό χώρο του Six Dogs, ενώ όλες τις υπόλοιπες φορές – τρεις στο Fuzz και μία στο Gagarin, το sold out ήταν κοντά, αλλά δεν είχε επιτευχθεί, κάτι το οποίο, δεν ήταν καθόλου δύσκολο αυτή τη φορά). Κι εμείς, δε θα μπορούσαμε να λείπουμε από αυτή την πολυαναμενόμενη βραδιά.
Φτάνοντας στο αγαπημένο Fuzz (το οποίο, επισκέφτηκα για πρώτη φορά προ δεκαετίας, στη δεύτερη επίσκεψη της Michelle – Chinawoman τότε, όταν μετά το διπλό sold out στο six dogs, η αναζήτηση μεγαλύτερου χώρου ήταν επιτακτική και το Fuzz, αποτέλεσε την ιδανική επιλογή), ακριβώς στις 20:00, οπότε και είχε ανακοινωθεί ότι θα άνοιγαν οι πόρτες (λίγο νωρίτερα, είχε κοινοποιηθεί διαδικτυακά η είδηση πως η συναυλία ήταν sold out, οπότε το ταμείο παρέμεινε κλειστό), αφενός, χάρηκα που είδα πως οι πόρτες είχαν ήδη ανοίξει χωρίς καθυστέρηση, αφετέρου, εντυπωσιάστηκα από το γεγονός πως ήδη είχε σχηματιστεί ουρά κόσμου που περίμενε να εισέλθει στον χώρο. Λέω πως εντυπωσιάστηκα, όχι επειδή δεν ήταν αναμενόμενο ότι θα έχει κόσμο η συναυλία (προφανώς, αφού τα εισιτήρια είχαν εξαντληθεί), αλλά επειδή είναι γνωστή η καθυστέρηση προσέλευσης του ελληνικού κοινού στις συναυλίες και μάλιστα, αυτό συμβαίνει και όταν, σχεδόν πάντα, υπάρχει και καλλιτέχνης / μπάντα, εγχώριος ή/και ξένος που θα ανοίξει τη συναυλία και οι περισσότεροι χάνουν την ευκαιρία να τον γνωρίσουν και να τον ακούσουν, πόσο μάλλον στη συγκεκριμένη περίσταση, που δε θα υπήρχε opening act, κι όμως, αρκετός κόσμος έσπευσε από νωρίς στον χώρο.
Γρήγορα βρεθήκαμε μέσα και απλωθήκαμε στον χώρο, ο οποίος, σταδιακά, άρχισε να γεμίζει. Είχαμε γύρω στο δίωρο μπροστά μας και η αναμονή φαινόταν κάπως μεγάλη, αλλά τελικά, καλύτερα που δεν υπήρχε support, όπως είχα ξαναπεί και το 2019, οπότε και επίσης απουσίαζε, διότι πραγματικά, η Michelle αποτελεί από μόνη της ένα καλλιτεχνικό / μουσικό είδος, που συναφές ή αντίστοιχό του, δε βρίσκεις, ούτε εγχώριο, ούτε ξένο, για αυτό δεν έχει και νόημα να το προσπαθήσεις και να πετάξεις, έτσι και τον κόσμο εντελώς έξω από τη συνθήκη στην οποία ετοιμάζεται να μπει, αυτή στην οποία μόνο η μουσική της Michelle μπορεί να τον ωθήσει… Έτσι, λοιπόν, πέρασε η ώρα με τον κόσμο να αυξάνεται σιγά σιγά και την ανυπομονησία του να φτάνει στο κόκκινο. Στις 21:45 είχε ανακοινωθεί πως θα έκανε την εμφάνισή της στη σκηνή η Michelle, πράγμα που έκανε οχτώ λεπτά αργότερα, εν μέσω θερμών χειροκροτημάτων.
Ανέβηκε και πήρε τη θέση της στη σκηνή, μαζί με την υπόλοιπη μπάντα της, η οποία αποτελούταν, αυτή τη φορά, από τον Robin Beer, ο οποίος τουλάχιστον εδώ και δέκα χρόνια, τη συνοδεύει ζωντανά στις εμφανίσεις της, αφού από την εμφάνιση της του 2014, τον βλέπουμε μαζί της στη σκηνή, σε διάφορα πόστα, από τον Tim Isherwood, τον οποίο τον είχαμε δει μόνο σε εκείνη την εμφάνιση του 2014 (την οποία είχε ανοίξει κιόλας μόνος του) και ο οποίος, επέστρεψε στη μπάντα πριν 2-3 χρόνια, αλλά και από ακόμα έναν κύριο που πρώτη φορά βλέπαμε. Ο Robin ήταν στο μπάσο, ο Tim στα πλήκτρα και στην κιθάρα και ο τρίτος, στα ντραμς. Παρατάχθηκαν σε μια ευθεία και η συναυλία ξεκίνησε με πρώτο κομμάτι, το πρώτο του νέου δίσκου, το ‘Carried Away’ (και πριν συνεχίσει με το υπέροχο ‘Friday Night’ που ταίριαζε γάντι και με την περίστασή, αφού ήταν νύχτα Παρασκευής).
Ο νέος, έβδομος δίσκος ‘It Was The Moment’, κυριάρχησε και στο setlist με έξι από τα εννιά κομμάτια του να υπάρχουν σε αυτό. Το μεγαλύτερο μέρος του κοινού, δεν ήταν εξοικειωμένο με τον νέο δίσκο, πράγμα σύνηθες και αναμενόμενο (αν και τώρα, είχε ένα τρίμηνο στη διάθεσή του να τον μελετήσει, αλλά το αγνόησε), παρ’ όλα αυτά, υποδέχτηκε το κάθε κομμάτι με ενθουσιασμό. Η πάντα κομψή, μαυροφορεμένη Michelle, μας ευχαρίστησε και ομολόγησε πως δεν είχε συνειδητοποιήσει πως είχε περάσει τόσος καιρός που είχε να μας επισκεφτεί, μέχρι που κοίταξε το ημερολόγιο και διαπίστωσε πως είχαν περάσει έξι χρόνια (βέβαια, δεν ευθύνεται αυτή, αφού από το 2019, οπότε και ήταν η τελευταία φορά, ήρθε η πανδημία, κάτι που κατέστησε ανέφικτες τις περιοδείες και τις συναυλίες, με εκείνη να εμφανίζεται ξανά ζωντανά το 2022, για να προωθήσει, έστω και καθυστερημένα, τον δίσκο του 2020 – το κακό είναι πως κανείς εδώ, δεν την έφερε τότε. Έγινε απόπειρα το 2023, οπότε και οι εμφανίσεις της συνεχίζονταν, αλλά αρχικά, η συναυλία που προγραμματίστηκε αναβλήθηκε και έκτοτε ακυρώθηκε, για λόγους υγείας της Michelle, οι οποίοι την οδήγησαν στο να διακόψει την περιοδεία της τον Απρίλιο του 2023 και να εμφανίζεται ξανά, για πρώτη φορά από τότε, τώρα, το 2025, στην Αθήνα, με τους επόμενους σταθμούς της να έχουν προγραμματιστεί με μεγάλα χρονικά κενά ανάμεσά τους).
Όπως ήταν φυσικό, δε θα μπορούσε, στη συνέχεια να μη δοθεί και ένα σχετικό βάρος στον προηγούμενο, έκτο δίσκο της, τον ‘Ecstasy In The Shadow Of Ecstasy’, του 2020, για τον οποίο, λόγω των προαναφερθέντων λόγων, δεν κατάφερε να έρθει στα μέρη μας, επομένως ακούσαμε και τέσσερα κομμάτια από αυτόν. Πριν το κομμάτι ‘Mrs Robinson’, μας είπε την ιστορία που το ενέπνευσε. Κάποια στιγμή, σε κάποια συναυλία της, υπέγραφε δίσκους για το κοινό και ένα νεαρό κορίτσι την πλησίασε και την προσφώνησε κυρία, κάτι που την έκανε να αναρωτηθεί για το πότε μεγάλωσε και έφτασε στο σημείο να την αποκαλούν κυρία, ως ένδειξη ατόμου μεγαλύτερης ηλικίας. Τη σχετική ιστορία και για το τραγούδι ‘There is no one answer for life’ μας είχε πει νωρίτερα, λέγοντας πως όταν ήταν στο Λύκειο, βρισκόταν συχνά πυκνά στο γραφείο της σχολικής συμβούλου επαγγελματικού προσανατολισμού, μιας και δεν ήξερε τι θα κάνει στη ζωή της, αφού δε μπορούσε να επιλέξει, θέλοντας να ασχοληθεί με τα πάντα, για αυτό και άλλαζε γνώμη κάθε τρεις και λίγο, αλλά εν τέλει, αυτό έκανε στη ζωή της: πήγαινε από το ένα αντικείμενο στο άλλο, αναλόγως με το τι της τραβούσε την προσοχή και το ενδιαφέρον.
Ακούσαμε ακόμα δύο κομμάτια, από τον τέταρτο δίσκο της, τον ‘New Decadance’ (2016), αλλά και άλλα δύο, ένα από τον πρώτο, τον ‘Party Girl’ (2007) και ένα από τον δεύτερο, τον ‘Show Me The Face’ (2010). Συνολικά, ακούσαμε δεκατέσσερα κομμάτια, τα δύο τελευταία ως encore. Εκκωφαντική η έλλειψη κομματιών εκπροσώπησης από τον τρίτο και πέμπτο της δίσκο, αντίστοιχα [‘Let’s Part In Style’ (2014) & ‘Exciting Times’ (2018)], αλλά και εντυπωσιακή διαπίστωση της μη εκτέλεσης του κομματιού – ορόσημου της δισκογραφίας της, αυτού που εκτόξευσε τη δημοφιλία της και ενός από τα πρώτα που έγραψε, του ‘Party Girl’, από τον πρώτο, ομώνυμό της δίσκο, το οποίο αποτελεί σήμα κατατεθέν, το έπαιζε πάντα και παντού, συνήθως στο encore, μόνη της, με την κιθάρα της και όπως είχε πει χιουμοριστικά, πριν χρόνια, ‘Θα φτάσω εκατό ετών και θα τραγουδάω το ‘Party Girl’. Θα θέλαμε να το ακούσουμε, όπως πάντα, αλλά δεν είναι αυτό ακριβώς το θέμα, αφού αν δινόταν, θεωρητικά μιλώντας, στις συναυλίες, δυνατότητα επιλογής, καλό θα ήταν να ακούγαμε τραγούδια από τον εκάστοτε καλλιτέχνη, που δεν έχει ξαναπαίξει (στη χώρα μας ή και) γενικά (και υπάρχουν μπόλικα από τη δισκογραφία της Michelle), αλλά το γεγονός που ‘ενόχλησε’ κατά κάποιον τρόπο μέρος του κοινού, ήταν η διάρκεια της εμφάνισής της, η οποία ανήλθε στα 75 λεπτά, αφού ξεκίνησε στις 21.53 και τελείωσε στις 23:08.
Θα πει κανείς, η ποιότητα μετράει όμως, όχι η ποσότητα. Σε τέτοιες περιπτώσεις, μετράει ο συνδυασμός και των δύο, θα έλεγα. Νομίζω πως ο αριθμός των κομματιών, δεν ήταν μόνος λόγος που οδήγησε στη διάρκεια αυτή, αφού και στο παρελθόν έχει παίξει αντίστοιχο αριθμό κομματιών (αν και άλλες, έχει παίξει και περισσότερα και πιστεύω πως αν είχε παίξει άλλα τρία πχ, το ‘Party Girl’, ας πούμε και άλλα δύο από τους δίσκους που παρέλειψε, θα ήταν καλύτερο το πράγμα). Αυτό που συνέβαλλε στη μικρότερη, σε σχέση με άλλες φορές, διάρκεια της εμφάνισής της, ήταν το γεγονός πως δεν είχε η ίδια, τόση ‘συμμετοχή’, εννοώντας μη μουσική, στη βραδιά. Συνήθως, είναι πολύ επικοινωνιακή και διαδραστική με το κοινό, λέει ιστορίες, κάνει πλάκα, πηγαινοέρχεται, τα δίνει όλα κλπ, αυτή τη φορά, όμως, δεν ήταν έτσι.
[embed]Ταμπουρώθηκε πίσω από το μικρόφωνο (το οποίο, για πρώτη φορά, ήταν ασύρματο, πράγμα που με έκανε να σκεφτώ ότι τι ωραία, θα έχει και μεγάλη ελευθερία κινήσεων, γιατί πάντα κινούταν πολύ και με ενσύρματο καλώδιο, κόντευε να μπερδευτεί και να πέσει στο παρελθόν, με τα πέρα δώθε της) και δεν κινήθηκε από τη θέση της. Για άγνωστους λόγους, τοποθετήθηκε όλη η μπάντα σε μια ευθεία γραμμή, λες και είναι φρουροί σε παρέλαση και μάλιστα στη μέση της σκηνής, δηλαδή αρκετά πίσω από το κοινό, από την οποία μέση δεν κουνήθηκε ρούπι και δεν έκανε καμία προσπάθεια, μεταφορική ή κυριολεκτική, να κινηθεί προς το κοινό, με τη στάση της να δείχνει έναν προσωπικό ή και καλλιτεχνικό απομονωτισμό από τον κόσμο, αντίθετο, μάλιστα, με την πρότερη, επί σκηνής, συμπεριφορά της. Προσοχή, όμως, για να μην παρεξηγηθώ! Δεν εννοώ σε καμία περίπτωση ότι ήταν ψυχρή, καλλιτεχνικά αποστασιοποιημένη, αδιάφορη ή διεκπεραιωτική. Σε καμία περίπτωση! Δε θα μπορούσε, άλλωστε, ως άνθρωπος, που ξέρουμε τι άνθρωπος είναι αλλά και ως καλλιτέχνης που πάντα δίνει τον εαυτό της στη σκηνή και στα κομμάτια της, αλλά και στο κοινό που τόσο την αγαπάει, ιδίως στο ελληνικό κοινό που τη στηρίζει διαχρονικά. Απλώς, ήταν πιο μαζεμένη σε σχέση με τις άλλες φορές και δε δημιούργησε ένα πιο δυνατό, συναισθηματικό ή κα κεφάτο, ανάλογα με τα τραγούδια, κλίμα και σύνδεση μεταξύ της ίδιας και του κοινού, όπως τόσο καλά ξέρει και μπορεί διαπιστωμένα (αν δεν το είχαμε ζήσει, δε θα το αναμέναμε) να κάνει.
Αυτά είχαν ως αποτέλεσμα να είναι μια ωραία, τίμια και κομψή εμφάνιση, αυτή της περασμένης Παρασκευής, με αγαπημένα νέα και παλιότερα κομμάτια να ακούγονται άψογα, με πολύ καλύτερο ήχο (τεχνικά μιλώντας) σε σχέση με κάποιες προηγούμενες φορές αλλά και ως προς αυτόν που παράγει η μπάντα, με τα όργανα πολύ καλοδουλεμένα, να δημιουργούν ένα εξαιρετικό τελικό, ηχητικό αποτέλεσμα, αλλά χωρίς πολλή ‘ψυχή’ να μένει στο τέλος, μια επίγευση όχι γλυκόπικρη, όχι άσχημη, αλλά πολύ απαλή και όχι έντονη, όπως άλλες φορές. Διότι βλέπετε, όταν περνούν τα χρόνια και ένας καλλιτέχνης συνεχίζει την πορεία του, δε φτάνει να διατηρείτε στα ίδια επίπεδα δισκογραφικά, προσωπικά και καλλιτεχνικά, ή στα ίδια επίπεδα ως προς την επί τη σκηνής απόδοσή του, αλλά πρέπει να μένει και στα ίδια (ή και να τα ξεπερνάει) αναφορικά με τη σχέση που έχει χτίσει στο live με το κοινό μιας χώρας που έχει επισκεφτεί πολλάκις. Όχι ότι έχει διαρραγεί η σχέση μας, προς θεού, απλώς, πώς να το πω; Αυτή τη φορά, ε, δεν πεθάναμε κιόλας, αν και σίγουρα περάσαμε ωραία, αυτό να λέγεται. Και πολλοί που την έχουμε ξαναδεί και την ξέρουμε, γνωρίζουμε και τις ικανότητές της.
[embed]Υπήρξε κόσμος που ήρθε για πρώτη φορά, ψιλοαπογοητεύτηκε, εμείς δεν τον αδικούμε, αλλά θα το προτείνουμε σθεναρά, να μη μείνει σε αυτή την εμπειρία και να ξανάρθει να τη δει, την επόμενη φορά. Γιατί; Επειδή η δική μου γνώμη είναι (και βασίζεται και στο γεγονός πως δεν ήταν ας πούμε χάλια, μια χαρά ήταν, απλώς δεν ήταν εκπληκτικά – αν ήταν χάλια, δε θα έλεγα τα εξής) ότι όλα αυτά δικαιολογούνται από το γεγονός της διετούς αποχής από τα ζωντανά δρώμενα και το θέμα υγείας που πέρασε. Τώρα, προσπαθεί να ξαναβρεί τα πατήματά τη, τον καλλιτεχνικό εαυτό της και να ξαναπάρει μπρος δυναμικά. Μην ξεχνάμε πως η αθηναϊκή συναυλία ήταν η πρώτη της μετά από καιρό, άρα βρίσκεται στο ξεσκούριασμα τώρα, αφού πήρε το βάπτισμα του πυρός με εμάς, για αυτό και δεν την παρεξηγούμε και αναμένουμε με πολλή χαρά την επόμενη φορά, οπότε και όλα θα είναι πολύ καλύτερα, πράγμα που όχι μόνο το πιστεύουμε, αλλά το διαβεβαίωσε και εκείνη, γράφοντας την επόμενη μέρα στο Facebook πως το γνωρίζει πως η συναυλία θα μπορούσε να διαρκέσει περισσότερο και υπόσχεται πως θα επανορθώσει την επόμενη φορά (μια έμμεση εξομολόγηση που επιβεβαιώνει τις υποψίες μας για τα παραπάνω). Ανυπομονούμε για την επόμενη και τώρα πια, που έγινε και sold out αυτή, ελπίζω να μην υπάρξουν δικαιολογίες και καθυστερήσεις και να βρεθεί πρόθυμος διοργανωτής για να την ξαναφέρει σύντομα. Εμείς ευχαριστούμε θερμά το αγαπημένο Plissken Festival που την έφερε και τώρα και την προηγούμενη φορά και το συγχαίρουμε που επέλεξε και το Fuzz, που τόσο της πάει ως χώρος (και την προηγούμενη φορά είχαμε αναρωτηθεί ως προς το γιατί είχε σπάσει το σερί του Fuzz και είχε πάει Gagarin).
Πέραν αυτών, περάσαμε πολύ όμορφα. Μπορεί να νιώσαμε πως έλειπε αυτό το κάτι παραπάνω, αλλά θα ήταν ψέματα αν λέγαμε πως η Michelle δεν είναι επαγγελματίας καλλιτέχνις. Έχοντας απαλλαχθεί από το βάρος των πλήκτρων, έπαιρνε μόνο σε κάποια τραγούδια την κιθάρα της, κατά τα άλλα, στάθηκε χαλαρή πίσω από το μικρόφωνο, λικνιζόταν και αφηνόταν στον μελαγχολικό ρυθμό των κομματιών της. Η μπάντα της ήταν μια χαρά και λογικό, αφού οι περισσότεροι γνωρίζονται και έχουν βρει πια, τα πατήματά τους, με αποτέλεσμα και ο ήχος να έχε αποκτήσει βάρος και βάθος και τα προηχογραφημένα μέρη να έχουν μειωθεί στο ελάχιστο. Αγκαλιασμένοι, όλοι και χαμογελαστοί, υποκλίθηκαν, στο τέλος, υπό τα ξέφρενα χειροκροτήματα του κοινού και μας αποχαιρέτησαν, αφήνοντάς μας να θέλουμε κι άλλο, τόσο όσο απαιτείται μέχρι την επόμενη φορά, η οποία ευελπιστούμε να μην καθυστερήσει ξανά τόσο.
[embed]Η διοργάνωση και ο χώρος ήταν άψογα, οι ενστάσεις οι δικές μου ήταν στα φώτα, τα οποία αδίκησαν πολύ τα επί της σκηνής τεκταινόμενα, ενώ ενστάσεις είχε μεγάλη μερίδα του κοινού ως προς την ανεξήγητη, ανούσια και αδικαιολόγητη – γενικότερα, αλλά ειδικά προς τη συγκεκριμένη καλλιτέχνιδα, με το συγκεκριμένο είδος μουσικής που παίζει, η εκτεταμένη και συνεχής χρήση καπνού, η οποία δεν ξέρω ποιου ιδέα ήταν και γιατί, αλλά σίγουρα όχι της καλλιτέχνιδος, της οποίας ο εμφανίσεις στο εξωτερικό, έχουν από μηδενική έως ελάχιστη χρήση καπνού. Λεπτομέρειες, θα μου πείτε, αλλά κάνουν κι αυτές τη διαφορά, αφού παίζουν τον ρόλο τους, έστω και μικρό. Συμπερασματικά, μια ωραία βραδιά με την αγαπημένη Michelle και τα τραγούδια της. Την ευχαριστούμε, όπως και το επίσης αγαπημένο Plissken και αναμένουμε σύντομα, ακόμα μία και λίγο καλύτερη – κάτι που λέω με πολλή αγάπη, ως πραγματικός, πιστός και μακροχρόνιος θαυμαστής, λάτρης και ακροατής της Michelle και του μοναδικού έργου της αλλά και της συνολικής diy, ουσιαστικής και εναλλακτικής φιλοσοφίας της. Κλείνω, λέγοντας πως η αγαπημένη μου στιγμή, ήταν η ερμηνεία του σπουδαίου ‘God Bless My Socially Retarded Friends’.
SETLIST:
1) Carried Away
2) Friday Night
3) Art of Life
4) There’s No One Answer for Life
5) My Familiar Unfamiliar
6) Tragedy for Sale
7) Every Night Feels Like the Last
8.) Love From a Distance
9) Mrs. Robinson
10) Kosovo
11) God Bless My Socially Retarded Friends
12) It Was the Moment
Encore:
13) For Old Time‘s Sake
14) First Six Months of Love
Κείμενο & Φωτογραφίες: Πάνος Σταυρουλάκης
*










