Τι προκύπτει όταν «παντρεύεις» ένα νέο τραγουδιστή, με την ορμή και τα συναισθήματα του να πλημμυρίζουν με έναν (ας πούμε) ωριμότερο που ξέρει καλά πλέον τα όριά του, έχει τη «μεστότητα» και την εμπειρία να αγκαλιάσει το κοινό του, τραγουδώντας πάνω στις δυνατότητές του; Ε, αυτό είχαν την τύχη να διαπιστώσουν όσοι βρέθηκαν στο Christmas Theater την 28.04.2023.

Νομίζω ότι τίποτα δεν προμήνυε από την cool εισαγωγή (“I’ m the light”- των Blue Cheer), στις 21.00 ακριβώς (το ξαναγράφω γιατί δε μου έχει συμβεί ποτέ:
Η συναυλία ξεκίνησε ακριβώς στις 21.00!
Πόσο «Εγγλέζος» είστε κύριε Peter Mark Sinclair Almond;) την κορύφωση της βραδιάς.
Ο Almond διάλεξε να γεμίσει ένα Christmas Theater, «αδειάζοντας (επί σκηνής) τη βαλίτσα των συναισθημάτων του». Και ήταν όλα εκεί: ο έρωτας, η ένταση, η ματαίωση σε μια διαδικασία πολύ ομαλής κλιμάκωσης από ένα πρώτο μέρος με σχεδόν αποκλειστικά, δικά του (πλην του intro song) τραγούδια (Black Sunrise, The Stars We Are, Bitter Sweet, Burn Bright, My Hand Over My Heart, Under Your Wing, Mother Fist, Hollywood Forever, Golden Light, Burn Bright, Child Star, You Have), σε ένα δεύτερο μέρος στο οποίο “προσκάλεσε” όλα τα φαντάσματα και μη του παρελθόντος του: τον Rod McKuen (Τrashy), τον “νονό” (χάρις σε αυτόν βαπτίστηκε Marc) Marc Bolan των T-Rex (για το “Βy the light of a magical moon”), τον Gene Pitney (για το “Something’s gotten hold of my heart”), τους Pet Shop Boys (για το “Purple Zone”), τους συμπαίκτες του στους Marc and the Mambas (για το “Black Heart”), τον David McWilliams (για το “The Days of Pearly Spencer”), τον Jacques Brel (για το “Jacky”), τον Βowie (για το “John, I’m only dancing”) και last but not least την Gloria Jones (για το “Tainted love”) [δεν παρέλειψε βέβαια, εμβόλιμα, να εκτελέσει και δικά του (
My Love, A Lover Spurned, Tears Run Rings].

Προς Θεού, δεν εμφανίστηκε κάποιος από τους ως άνω. Ο Αlmond συνοδευόταν από τους μουσικούς του και δύο συμπαθέστατους gospel-ίζοντες backing vocals singers, οι οποίοι έδωσαν ένα επιπλέον βάθος στις εκτελέσεις από την ομολογουμένως καλοδιατηρημένη φωνή του Almond. To setlist του όμως είχε όλες τις μουσικές του αναφορές, εκτελεσμένες πάντα με τον δικό του, ιδιαίτερο τρόπο να λέει τα τραγούδια.

Η σκηνική δε παρουσία του είχε μια επιβλητικότητα, δυσανάλογη προς τον αχανή χώρο του venue, απόλυτα συμβατή όμως με το ύφος και το περιεχόμενό τους. Ο Μarc Almond δεν είναι ίδιος με τη νιότη του, μοιάζει να έχει αποκοιμίσει τον kitchy εαυτό του, δεν προβάλλει την queer persona του (χωρίς ωστόσο να αποχωρίζεται το κασκολάκι του καθ’ όλη τη διάρκεια του live) αλλά την ίδια στιγμή έχει αγκαλιάσει τον σημερινό του εαυτό: δε δίστασε να γελάσει όταν θυμήθηκε μια αστεία ιστορία, απαίτησε από τον κόσμο να σηκωθεί από την comfort θέση του όταν ξεκίνησε να τραγουδά το “Something’s gotten hold of my heart”!

Kαι προς τιμήν του, τους κράτησε (και σταδιακά πολλαπλασίασε εδώ που τα λέμε) στην τάφρο μπροστά από τη σκηνή, συνοδοιπόρους του, έως την κορύφωση του “Say Hello, Wave Goodbye”. Ειδικότερα από το “John I’m only dancing” και μετά, είναι σαν να ζήσαμε μια εντελώς διαφορετική εμπειρία, κάτι που του πιστώνεται απόλυτα.

Οverall, χωρίς να αποτελούσε το πλέον high-end συναυλιακό event της χρονιάς, ας πούμε ότι λειτουργεί ως μια πολύ καλή πρόγευση της «πρώτης χρονιάς από τις υπόλοιπες ζωές μας».
Και σε εσάς, κύριε Αlmond, όσο και αν δυσκολεύομαι να το πιστέψω (το live φάνηκε αρκετά farewell για να αναμένουμε επανεμφάνιση στα μέρη μας, όπου δεν είναι και ο πιο τακτικός), «au revoir»!