Ανταπόκριση: Kælan Mikla & Hiro Kone @ Temple – Σάββατο 18/05/2019

Άλλο ένα ξεχωριστό event στο οποίο και είχαμε την τύχη, να είμαστε καλεσμένοι (ίσως, να ήμασταν και το μοναδικό site, εκπρόσωπος του οποίου, βρέθηκε στο event, αφού τα υπόλοιπα, επέδειξαν πλήρη αδιαφορία και γύρισαν την πλάτη στη σπουδαιότητα αυτού), ήταν αυτό του Σαββάτου της 18ης Μαΐου, όπου στο αγαπημένο Temple, στο Γκάζι, σε μία σύμπραξη της 3 Shades Of Black με την Phormix, εορτάστηκαν τα πέμπτα γενέθλια της δεύτερης, μουσικής πλατφόρμας, διοργανώτριας αλλά και δισκογραφικής εταιρίας. Για αυτό τον λόγο, μια ιδιαίτερη βραδιά στήθηκε με τα εξής δύο σκέλη: Το πρώτο, το οποίο και ήταν αυτό, το οποίο παρευρεθήκαμε, που περιλάμβανε δύο ζωντανές εμφανίσεις, αυτή του synth punk trio από την Ισλανδία, των Kælan Mikla, και εκείνη της μινιμαλίστριας πολυοργανίστριας και παραγωγού από τη Νέα, της Hiro Kone. Το δεύτερο, το μεταμεσονύχτιο, το οποίο αποτελούταν από την πρώτη εμφάνιση στην Ελλάδα, των Γερμανών Schwefelgelb, μαζί με άλλη μία, από τον δικό μας Blakaut και κλείσιμο με dj set από τον Morah. Εμείς, βρεθήκαμε στο πρώτο (και σημαντικότερο, κατά τη γνώμη μας) part της βραδιάς, το οποίο και έλαβε χώρα σε λογικέ ώρες και είμαστε εδώ, για να πούμε τα πάντα για το τι συνέβη στην πολύ ενδιαφέρουσα διάρκεια αυτού. Πάμε, λοιπόν, να τα δούμε όλα αναλυτικά:

Πρώτη, εμφανίστηκε γύρω στις δέκα και, η πολυσχιδής καλλιτέχνης Hiro Kone (ή, κατά κόσμο, Nicky Mao), με τις κονσόλες της και τα ηλεκτρονικά της. Τα δύο τελευταία χρόνια, έχει κυκλοφορήσει δύο ολοκληρωμένους δίσκους (ενώ ο τρίτος, είναι στο στάδιο της μείξης), και τα προηγούμενα, τρία eps, αλλά και ένα ακόμα, με τον Drew McDowall, του οποίου και αποτελεί και στενό συνεργάτη (άλλωστε, ο τελευταίος της δίσκος, κυκλοφόρησε από την Dais Records, την εταιρία με την οποία συνεργάζεται στενά κι εκείνος). Έτσι, λοιπόν, είχαμε τη χαρά να ανέβει στη σκηνή του Temple, κι εμείς να την απολαύσουμε για σχεδόν μια ώρα. Μπορεί το κοινό να μην ήταν μεγάλο, αλλά σίγουρα, έμεινε ενεό μπροστά στην καθηλωτική performance της, η οποία κινήθηκε στα όρια του ambient, drone και techno industrial, με αποτέλεσμα, αντί στο Temple, να νιώθεις πως είσαι σε κάποιο υπόγειο του Βερολίνου.

Μπλε φώτα τα οποία έδεναν άψογα με την ψυχρή μουσική της, βαριά πλήκτρα πάνω στα προηχογραφημένα μέρη, μεγάλες ταχύτητες παιξίματος, ηχητικές εναλλαγές, sables ανά σημεία, ταχύτητα, αφοσίωση, οδύνη. Ένα καθηλωτικό μουσικό σκηνικό που σε μάγευε και σε παγίδευε μέσα στις ατελείωτες λούπες του και στα σκοτεινά, ηλεκτρονικά του στοιχεία. Συνεχής και ασταμάτητη ροή μουσικής, βαρύ, ψυχοδραματικό κλίμα και τα μυαλά, σούπα. Μπιτς που μάς παρέσυραν για ώρα, μέχρι τις 23:18, που το σετ της έφτασε στο τέλος της, αφήνοντας μας όλους παγωμένους, μαγκωμένους, παρασυρμένους, άφωνους και με την απορία στο πίσω μέρους του μυαλού μας: ‘γιατί δεν την είχε φέρει κάποιος νωρίτερα στην Ελλάδα;’. Εξαιρετική παρουσία που ήξερε να στέκεται στη σκηνή και να προσφέρει το υλικό της στο κοινό, σε τέτοια ποιότητα σαν σε συνθήκες στούντιο!

Η συνέχεια, άνηκε στις Kælan Mikla, το τρίο των κοριτσιών από την Ισλανδία και το οποίο, επισκέπτονται για δεύτερη φορά την Ελλάδα, δύο χρόνια, μετά την προηγούμενη, η οποία και ήταν τον Απρίλιο του 2017, στο Death Disco, όπου και άνοιξαν τη συναυλία των δικών μας Selofan, αφού εκείνοι, μέσω της δισκογραφικής τους, της Fabrika Records, είχαν κυκλοφορήσει τότε τον πρώτο ολοκληρωμένο, φερώνυμο δίσκο των Kælan Mikla, για αυτό και τις είχαν προσκαλέσει τότε, να παίξουν μαζί τους και έτσι, να τις συστήσουν και στο ελληνικό κοινό, πράγμα που έγινε, αλλά όχι και με μεγάλη επιτυχία, αφού η τότε εμφάνισή τους, θα χαρακτηριζόταν επιεικώς χλιαρή, μέτρια και αδύναμη, με αποτέλεσμα, να μην πείσει ή ξετρελάνει κανέναν. Κάνουμε ένα rewind, για να πούμε πως οι Kælan Mikla, ξεκίνησαν την πορεία τους, κερδίζοντας έναν διαγωνισμό ποίησης στη χώρα τους, στις αρχές του 2013. Στα μέσα του ’14, άρχισαν με ελάχιστα μέσα, να γράφουν μουσική και έβγαλαν μόνες τους ένα ep διαδικτυακά. Το ’15, βγάζουν μόνες τους ένα demo cd και ύστερα, βρήκαν παραγωγό και ετοίμασαν μερικά κομμάτια για κυκλοφορία, η οποία τελικά δεν βγήκε. Το ’16, τους ανακαλύπτει η Fabrika και στα τέλη της χρονιάς, κυκλοφορεί το ντεμπούτο τους, με άλλα, νέα, ολοκληρωμένα κομμάτια. Το ’17, κυκλοφορούν τελικά τα κομμάτια που είχαν ‘χαθεί’, τα οποία το 18, επανακυκλοφόρησαν remastered, με μερικά ακόμα. Τέλη του ’18, κυκλοφορούν τον δεύτερο, ολοκληρωμένο δίσκο τους, από άλλη εταιρία, καθώς η συνεργασία με τη Fabrika έσπασε, για τον εξής λόγο: μία από τις τρεις κοπέλες (η Sólveig Matthildur, η οποία, ήδη έχει κυκλοφορήσει δύο δίσκους και ένα ep)   , ξεκίνησε και solo project. Πρότεινε στη Fabrika να βγάζει εκείνη τις κυκλοφορίες του, αυτή δεν τρελάθηκε από αυτό και αρνήθηκε, και εκείνη, έπεισε τις άλλες, να διακόψουν τη συνεργασία με τη Fabrika (παρά το γεγονός πως μέχρι και τώρα, συμμετείχαν σε ‘Fabrika Fests’ ανά τον κόσμο, με Selofan, Lebanon Hanover και She Past Away). Βέβαια, αυτό έγινε επειδή τις ‘έπαιρνε’, αφού στο μεταξύ, είχαν γίνει διεθνώς γνωστές, είχαν παίξει με μεγάλα ονόματα του είδους τους (Drab Majesty, King Dude κλπ), αλλά και με άλλα, γενικώς, μεγαλύτερα (όπως μέχρι και με τους Cure, με προσωπική επιλογή του τραγουδιστή τους). Και φτάνουμε στο σήμερα, με τον δεύτερο, εκπληκτικό τους δίσκο, να επιστρέφουν στην Ελλάδα. Εγώ, μην έχοντας ακούσει δουλειά τους από όταν τις είδα και δε με ενθουσίασαν, δεν περίμενα και πολλά. Ευτυχώς, διαψεύστηκα πανηγυρικά.

Στις 23:35 λοιπόν, είχε φτάσει η ώρα να υποδεχτούμε την κοριτσίστικη τριάδα, η οποία ανέβηκε στη σκηνή και πήρε τις θέσεις της: η μία στο στα πλήκτρα, στο συνθεσάιζερ, στον υπολογιστή και στα ηλεκτρονικά της, η άλλη στο μπάσο και η τελευταία, στη μέση, πίσω από το μικρόφωνο, ενώ από πίσω, στο video wall, διάφορα περίεργα βίντεο, σαν από τελετές, άρχισαν να παίζουν. Και οι τρεις , ντυμένες με περίεργα, αραχνούφαντα φορέματα, με σαν κεντημένα λουλούδια, επάνω τους, έντονο μακιγιάζ και ίδιο ροζ μαλλί (προφανώς, περούκες), ενώ και οι άλλες δύο είχαν μικρόφωνα μπροστά τους, αν και η τύπισσα με το μπάσο, δεν το χρησιμοποίησε. Το σετ, ξεκίνησε με την πληκτρού να βγάζει κραυγές και την τραγουδίστρια, να ψιθυρίζει δυνατά στο δικό της μικρόφωνο, ενώ τα μηχανήματα καπνού, είχαν πάρει φωτιά και τύλιγαν τη σκηνή. Φοβερές οι κραυγές της πληκτρούς, με την μπασίστρια, να δίνει πόνο εξαρχής και καθ’ όλη τη διάρκεια, σαν να το ζει. Η τραγουδίστρια, πήρε με τη χούφτα, λίγη σκόνη από ένα βαζάκι που είχε μπροστά και κάτω της, την έφερε ψηλά, μπροστά στο στόμα της, και τη φύσηξε στο κοινό. Μετά από αυτό το ιδιαίτερο intro, ξεκίνησε κανονικά να παίζει το συνθεσάιζερ και μαζί, το σύνολο του τρίο. 

Μετά το πρώτο κομμάτι, ευχαρίστησαν και είπαν πως είναι οι Kælan Mikla και πως είναι από την Ισλανδία. Συνέχισαν, με πολλά σημεία, να τα τραγουδάει η πληκτρού, και σε άλλα, να τραγουδούν και οι δυο μαζί – προφανώς, το υπόλοιπο και μεγαλύτερο μέρος, άνηκε στη βασική τραγουδίστρια. Σε κάποια φάση, στο τρίτο κομμάτι, έκανε τη φωνή της πολύ ψιλή, σαν μικρού κοριτσιού, κάτι το οποίο και έμελλε να επαναλάβει αρκετές φορές στη συνέχεια. Βέβαια, ασχέτως αν αυτό άρεσε σε κάποιους ή όχι (καλά, δεν εξέπληξε, πιστεύω, αυτούς που τις γνωρίζουν, αφού αυτές οι φωνητικές εναλλαγές, υπάρχουν και στις studio versions τους –το ίδιο και οι κραυγές), σίγουρα δείχνει τις φωνητικές ικανότητές της (βασικά, τις υπογραμμίζει, μιας που ήδη ήταν ορατές). Το πέμπτο, το οποίο σε όλη του τη διάρκεια, η φωνή της ήταν έτσι, σαν κουνελίσια, ήταν το ‘Kalt’, ένα από τα πρώτα τους κομμάτια, το οποίο μάλιστα, είχε συμπεριληφθεί και σε μια συλλογή της Fabrika, στην ‘Monosynth Compilation II’. Το έκτο, ξεκίνησε με τους στίχους να εκφέρονται αργά και δυνατά, σαν μοιρολόι, από την πληκτρού, με την τραγουδίστρια να ψιθυρίζει ανά διαστήματα. Έτσι συνεχίστηκε, ωσάν (υπέροχο) μοιρολόι, με το όνομα της μπάντας να ακούγεται, κιόλας, μέσα στους στίχους. Στα χαλαρά σημεία των κομματιών, κινούνταν αέρινα στη σκηνή, ειδικά η τραγουδίστρια, που είχε και ελευθερία κινήσεων, ελλείψει μουσικού οργάνου. Αλλά γενικώς, ήταν σαν να χόρευαν σαν μάγισσες, πράγμα λογικό, αφού τα κομμάτια τους ήταν μαγικά, και έκαναν και τον κόσμο να θέλει να χορέψει. Το όγδοο, θύμιζε το synth wave της Hante., ενώ το ένατο, θύμιζε στο μπάσο, τους Selofan (είναι γνωστό πως μπάντες τέτοιων ειδών, μοιάζουν συχνά πυκνά, και είναι και λογικό). Υπέροχο και με συνοδεία ουρλιαχτών.

Μετά από αυτό, ευχαρίστησαν, επανασυστήθηκαν και είπαν πως είχαν δύο κομμάτια ακόμα, με το πρώτο από αυτά, να έχει και τον τίτλο του νέου τους δίσκου (ζητήθηκε από τον ηχολήπτη, να ανέβει λίγο και η ένταση του μπάσου).  Αυτά μας είπε η τραγουδίστρια, ψιλοξεψυχισμένα, από τη φωνητική προσπάθεια που είχε καταβάλλει στο προηγούμενο κομμάτι. Αυτό, το δέκατο, δηλαδή, ήταν αργό, αλλά επίσης με τις κραυγές του. Αργές συστροφές και απαγγελίες χορεύοντας. Στο εντέκατο, άναψε και ένα αρωματικό στικ, καθώς το γεμάτο μπίτια, κομμάτι αυτό, ξεκινούσε. Ισχυρά synths, από κοινού φωνητικά, χαμός. Με το τέλος του, αφήνουν όργανα, πιάνουν χέρια και κάνουν όλες μαζί, υπόκλιση. Αποχωρούν, επιστρέφουν για encore, ρωτούν αν θέλουμε άλλο ένα, όλοι απαντούν θετικά, και εκείνες αρχίζουν με τρομερό, επαναλαμβανόμενο synth, σχετικά κοριτσίστικη φωνή, μεγάλη διάρκεια, ουρλιαχτά στο τέλος από την τραγουδίστρια, και άμεση μεταστροφή της, τελειώνοντας, καθώς είπε γλυκούλικα: ‘Ευχαριστούμε, Αθήνα’. Η κάθε μία, υποκλίθηκε μόνη της, έστειλαν όλες, φιλιά στο κοινό και αποχώρησαν οριστικά, στις 00:35, ακριβώς μία ώρα, μετά την έναρξη του σετ τους και την εκτέλεση 12 κομματιών.

Συμπερασματικά, η βραδιά (το πρώτο μέρος της, τουλάχιστον, το οποίο και παρακολουθήσαμε εμείς, γιατί επόταν και μεγάλη συνέχεια), ήταν εξαιρετική και καθ’ όλα επιτυχημένη, αν και σίγουρα, ο κόσμος θα μπορούσα να ήταν πολύ περισσότερος. H Hiro Kone, κέρδισε το ελληνικό κοινό με την πρώτη της, πολύ δυναμική της εμφάνιση, στην Αθήνα. Ηλέκτρισε τον χώρο και μετέτρεψε το κλαμπ σε σκοτεινό υπόγειο τρομερών μουσικών. Μας κατέπληξε όλους και μας κράτησε το ενδιαφέρον μέχρι τέλους, για αυτό και θα θέλαμε να την ξαναδούμε σύντομα, ίσως σε ένα πακέτο βραδιάς και με κάνα δυο ακόμα εκπροσώπους του είδους της. Η πραγματική έκπληξη, όμως, ήταν οι Kælan Mikla, οι οποίες δε θύμιζαν σε τίποτα τις σκιές του παρελθόντος τους, όταν εκείνες, πριν δύο, μόλις, χρόνια, ανέβηκαν φοβισμένες στη σκηνή του Death Disco, και έβγαλαν ένα μέτριο, χλιαρό, άνοστο, άγευστο, άοσμο και ανούσιο σετ, ούσες μαγκωμένες καθ’ όλη τη διάρκειά του.

Ωρίμασαν σαν παρουσίες και καλλιτέχνιδες, απέκτησαν τριβή με το κοινό και πλέον, ατρόμητες, κατέκτησαν τη σκηνή του Temple και μαζί, κι εμάς. Με τρομερά εμφανείς προόδους στο συνθετικό τους κομμάτι, μουσικά μιλώντας, έπαιξαν ένα τρομερά ενδιαφέρον σετ, πλήρως άρτιο, από κάθε άποψη και επιβεβαίωσαν πανηγυρικά πως τους αξίζει μία θέση, και μάλιστα από τις υψηλές, στο πάνθεον των εξαιρετικών, νέων post punk μπαντών, που έχουν πολλά να δώσουν ακόμα, μελλοντικά, στο κοινό και στην μουσική την ίδια, για αυτό και όλοι μείναμε παραπάνω από ικανοποιημένη, από την τρομερή εμφάνισή τους, και τις περιμένουμε ξανά στην Αθήνα, ακόμα πιο σύντομα, την επόμενη φορά. Από κει και πέρα, φώτα και ήχος άψογα, διοργάνωση, παραγωγή, χρόνοι και προγραμματισμός, όπως έπρεπε να είναι. Ευχαριστούμε θερμά τους αρμόδιους και ελπίζουμε και σε αντίστοιχης ποιότητας διοργανώσεις και συνδιοργανώσεις στο εγγύς μέλλον. Τέλος, χρόνια πολλά στο Phormix, με ευχαριστίες και συγχαρητήρια, για αυτή τη βραδιά.

Σημείωση συντάκτη: Λόγω έλλειψης φωτογράφου από το site μας, εκείνη τη μέρα, όλες οι φωτογραφίες που συνοδεύουν το κείμενο, είναι δικές μου, ερασιτεχνικές, τραβηγμένες από το κινητό. Απολογούμαστε και ευχαριστούμε για την κατανόηση.

_

Κείμενο και φωτογραφίες, για το sinavlia.gr, από τον Πάνο Σταυρουλάκη.

*

Tags from the story
,
More from Πάνος Σταυρουλάκης

Το αγαπημένο garage pop ντουέτο των The Limiñanas επιστρέφει στην Αθήνα!

Για μία και μοναδική συναυλία στην Αθήνα, στο αγαπημένο στέκι του Κεραμεικού,...
Read More