Στις 9 του Μάη, βρεθήκαμε στο αγαπημένο Temple, για τη συναυλία του αγαπημένου Νεοζηλανδού μουσικού, Jonathan Bree, ο οποίος επέστρεψε στη χώρα μας για δεύτερη φορά, 4,5 χρόνια μετά την πρώτη και επιτέλους, τον είδαμε σε έναν δέοντα, συναυλιακό χώρο (μιας και την προηγούμενη φορά, είχε εμφανιστεί σε ένα μπαράκι στο Κουκάκι), μια δυο μέρες μετά τη συμμετοχή του στη συναυλία της στενής του φίλη και συνεργάτιδας, Princess Chelsea, στο Fuzz.
Δυστυχώς, δεν πρόλαβα το opening act, διότι σχεδόν δεν ανακοινώθηκε (όπως επίσης, δεν ανακοινώθηκε και το ωρολόγιο πρόγραμμα της βραδιάς, για να κανονιστούμε), παρά προστέθηκε, από ότι είδα, αργότερα, το όνομά του, δίπλα σε αυτό του Bree, στη διαδικτυακή εκδήλωση της συναυλίας. Όχι μόνο θα έπρεπε να είχε ανακοινωθεί νωρίτερα, αλλά θα έπρεπε να έχει υπογραμμιστεί και διαφημιστεί επίσης, εφόσον δε μιλάμε απλώς για ένα εγχώριο σχήμα που τοποθετήθηκε έτσι, τελευταία στιγμή, για να ανοίξει τη βραδιά, αλλά για έναν καλλιτέχνη που ξέρω πως πολλοί, ασχέτως του Bree, θα ήθελαν να δουν. Μιλάμε για το solo, πια, project, του Jonas Wehner, ‘Warm Graves’, με το οποίο, κυκλοφόρησε τον δεύτερο, εξαιρετικό δίσκο του με τίτλο ‘Ease’ (και μάλιστα από την Fuzz Club Records), πέρυσι, οπότε και έκλεισε και μια δεκαετία πορείας με το project του. Δε μας είχε επισκεφτεί ποτέ, ως τώρα και είναι κρίμα που η εμφάνισή του, χαντακώθηκε έτσι. Ελπίζω να υπάρχει επανόρθωση μελλοντικά και να τον (ξανα)δούμε σύντομα εδώ.
Δέκα και κάτι, ο Jonathan Bree και η μπάντα του, κατέλαβαν τη σκηνή του Temple, γεμίζοντάς την με την παρουσία τους ως εξάδα. Τρεις άντρες και τρεις γυναίκες, όλοι με μάσκες στα πρόσωπά τους. Κιθάρα, πλήκτρα, ντραμς, ο Bree στη μέση και μπροστά να τραγουδάει και δυο κοπέλες να χορεύουν αριστερά και δεξιά του. Ο ήχος ήταν εξαρχής πολύ καλός (αν και λίγο δυνατός), αναδεικνύοντας τη φωνή του, ενώ πάνω και πίσω, στο video wall, βλέπαμε διάφορα βίντεό τους και κινούμενα σχέδια. Ακόμα, επιπλέον, κόκκινες, κάθετες λάμπες ήταν απλωμένες περιμετρικά της σκηνής, προσθέτοντας στον ήδη εξαιρετικό φωτισμό.
Την προηγούμενη φορά που είχε παίξει στην Αθήνα, δεν είχα πάει να τον δω, διότι δεν είχα ενθουσιαστεί με τη μουσική του (απ’ όσο την είχα ακούσει), κάτι που συνέβη, όμως, τον τελευταίο καιρό που το αποπειράθηκα ξανά, χωρίς να με εντυπωσιάζει το γεγονός αυτό, για τον απλό λόγο πως όλοι μας, με τον καιρό, αλλάζουμε απόψεις και προτιμήσεις, ‘ωριμάζουμε’ μουσικά, προχωράμε και δοκιμάζουμε πιο άφοβα νέα, για εμάς, ακούσματα. Έτσι, επιστρέφοντας στη δισκογραφία του Bree, τη βρήκα άκρως συμπαθητική και για αυτό και ήθελα να τον δω και από κοντά, όπου η αλήθεια είναι πως εκεί, ενθουσιάστηκα ακόμα περισσότερο.
Αυτό συνέβη, γιατί εκτός του ότι βρίσκεται ο ίδιος και η απόδοση των κομματιών του σε εξαιρετικό επίπεδο, αντίστοιχο του studio, προσφέρει και ένα εξαιρετικό, ζωντανό σόου, στο οποίο ο κόσμος συμμετείχε με πολλή χαρά, ζωντάνια και διάθεση. Ομολογουμένως, ίσως να ήμουν και ελάχιστα αρνητικά προκατειλημμένος από το γεγονός της κάλυψης του εαυτού του με λάτεξ, μιας και κάτι τέτοια, τα θεωρώ λίγο χιπστερικά τρικ μιας δήθεν καλλιτεχνικής διαφοροποίησης, αλλά ξέρετε, όταν τελικά αποδεικνύεται πως ο καλλιτέχνης όντως αξίζει, όπως συμβαίνει με τον Bree, αυτά τα έξτρα, μου είναι αδιάφορα (όταν, δηλαδή, δεν χρησιμοποιούνται για την κάλυψη ‘ελλείψεων’).
Φοβερό σύνολο, άριστα δεμένο μεταξύ τους και καλοπροβαρισμένο. Οι κοπέλες δίπλα από τον Bree, ντυμένες βοσκοπούλες (σαν αυτή πάνω στα κουτάκια του ΝΟΥΝΟΥ), χόρευαν, έκαναν φιγούρες, σε μια φάση συγχρόνιζαν και τις κινήσεις τους με αυτές που έκαναν στο βίντεο που έπαιζε από πάνω τους σε ένα τραγούδι, ενώ σε μια άλλη, πήραν δυο φλογέρες και έπαιζαν αντικριστά, πάνω από τα μικρόφωνα, αργότερα, έπιασαν μπάσο και ντέφι κι έπαιζαν, πράγμα που δείχνει πως είναι ενεργές και μουσικά μέσα στη μπάντα και για όλα αυτά, συνεχώς καταχειροκροτούνταν, μια πολύ ενδιαφέρουσα προσθήκη η ύπαρξη τους, που ούτε την είχα σκεφτεί ποτέ σε κάποια μπάντα ή καλλιτέχνη, ούτε πίστευα πως θα ταίριαζε, πράγμα που συνέβαινε απόλυτα εδώ πέρα.
Φυσικά, δε θα μπορούσε να μην καταχειροκροτείται και ο ίδιος ο Bree, ο βασικός πρωταγωνιστής της βραδιάς, του οποίου η επιστροφή, μάζεψε καμιά 250αριά άτομα, πράγμα που υπογραμμίζει την ανάγκη και την επιθυμία του κόσμου και για τέτοιες, μικρές, εναλλακτικές συναυλίες ενδιαφέροντων καλλιτεχνών που μπορεί να μην έχουν την τεράστια βάση θαυμαστών στη χώρα μας ή και γενικώς, αλλά που είναι πραγματικά αξιόλογοι. Ο Bree μάγεψε το κοινό με τη βαριά, μαγική, αισθησιακή φωνή του, η οποία γέμισε τους τοίχους του Temple και τις καρδιές του κοινού. Ένας σιωπηλός συντονιστής της ομάδας του, χωρίς καμία ένδειξη ψωνισμού, δηθενιάς, υπεροψίας.
Κατά τις έντεκα και τέταρτο, αποχώρησαν χαιρετώντας μας για να επανέθουν για το καθιερωμένο encore, υπό την προτροπή και το κάλεσμα του κόσμου. Κατά τη διάρκεια του τελευταίου κομματιού, η οθόνη από πάνω, έγραψε FIN. Η μπάντα άρχισε να μας χαιρετάει ενώ από τα ηχεία, ακουγόταν η φωνή του Elvis Prisley στο ‘Can’t help falling in love with you’. Οι βοσκοπούλες, έκαναν τις τελευταίες τους φιγούρες κρατώντας βεντάλιες, υποκλίθηκαν και η υπέροχη βραδιά έλαβε τέλος σε κλίμα συγκίνησης, ευθυμίας και ψυχικής πληρότητας. Μια βραδιά που άφησε τις καλύτερες των εντυπώσεων σε όλους και την επιθυμία να ξαναδούμε τον Bree και την υπέροχη μπάντα του σύντομα, στη χώρα μας. Ευχαριστούμε τη διοργάνωση της Stereomatic Productions για αυτή την όμορφη εμπειρία.
Κειμενο & Φωτογραφίες: Πάνος Σταυρουλάκης
*














