Στην πρώτη εμφάνιση στη χώρα μας, του Αυστριακού, ηλεκτρονικού ντουέτου HVOB, βρεθήκαμε στις 8 του Απρίλη. Μια εμφάνιση που αναμενόταν για χρόνια, από τους πιστούς fans των HVOB, οι οποίοι κατέφτασαν γεμάτοι ενέργεια στο Gagarin, για να ‘ξεπληρώσουν’ και με το παραπάνω, τη μεγάλη αναμονή, με ένα καταιγιστικό show.
Τη βραδιά ανέλαβε να ανοίξει το εγχώριο ηλεκτρονικό ντουέτο των Lip Forensics, το οποίο και είχα ακουστά, αλλά δεν είχε τύχει να δω ποτέ, ζωντανά, ως τώρα. Την ώρα που έφτασα, είχαν ήδη ξεκινήσει, με τη μουσική τους, να ακούγεται σε πολύ δυνατή ένταση. Δυο τύποι επί σκηνής, πίσω από κονσόλες, έπαιζαν εν μέσω μπλε και μωβ φωτός, με αποτέλεσμα να μην είναι και πολύ ορατοί, ντυμένοι με ίδιες, μαύρες στολές με κουκούλα και φωσφορίζουσες γραμμές που έλαμπαν στο σκοτάδι, είχαν πάρει θέση στο δεξί, μπροστινό μέρος της σκηνής, αφού τα όργανα των HVOB είχαν ήδη στηθεί πιο πίσω.
Μεγάλης διάρκειας κομμάτια, πολλά ‘μπιμπλίκια’ και μια μουσική κάπως ψιλοαδιάφορη, ηλεκτρονική με ελαφριά ποπ στοιχεία, λούπες και φωνή σαν μουρμούρισμα. Not great, not terrible, ούτε τρελάθηκα, ούτε αγανάκτησα. Γράφοντας το κείμενο αυτό, δε θυμόμουν καν τη μουσική τους στα αυτιά μου – μπορεί να είναι και δικό μου το θέμα, δεν κατηγορώ απαραιτήτως εκείνους, απλώς η προσθήκη τους στη βραδιά, είτε υπήρξε, είτε όχι, το ίδιο και το αυτό για μένα και δε θέλω να ακουστεί υποτιμητικό, ειδικά εφόσον υπήρξε και κόσμος που τους απολάμβανε, απλώς εμένα δε με άγγιξε η μουσική τους
Ίσως να μην ήμουν και πολύ προσηλωμένος, ίσως οι HVOB μετά, που τα σάρωσαν όλα, να έσβησαν κάθε τι προηγούμενο από τη μνήμη μου. Θυμάμαι μάλιστα, το τελευταίο κομμάτι, κάπως να ξεχωρίζει, οπότε θα τους δώσω κι άλλη ευκαιρία. Μάλιστα, στο τέλος, σκεφτόμουν πως ίσως να ταίριαζαν μελλοντικά να ανοίξουν τους Follakzoid, σε κάποια επόμενη επιστροφή τους στη χώρα μας. Στις 22:18, ολοκλήρωσαν το σετ τους, ευχαρίστησαν και αποχώρησαν, με τον κόσμο από κάτω, να έχει αρχίσει να αυξάνεται.
Καθώς περιμέναμε τους HVOB, σκεφτόμουν πόσο μικρή ήταν η προσέλευση, για μια τέτοια μπάντα. Ευτυχώς, όσο η ώρα περνούσε, αυτή αυξανόταν με αποτέλεσμα να γεμίσει χαλαρά, το κάτω μέρος του Gagarin, αλλά και πάλι… Όταν βλέπεις σε τι χώρους παίζουν στο εξωτερικό και πόσοι χιλιάδες άνθρωποι πάνε να τους δουν, απορείς μετά και για το γιατί ήρθαν τόσοι λίγοι εδώ, ειδικά όταν αυτή η μπάντα έρχεται πρώτη φορά (απορούσαμε επίσης γιατί δεν είχε έρθει ξανά τόσα χρόνια) και όταν δεν είναι χθεσινή, αλλά έχει και μια δεκαετία στην πλάτη της. Παρ’ όλα αυτά, ένας ικανοποιητικός αριθμός κόσμου, με βάση τον χώρο, συγκεντρώθηκε για να τους παρακολουθήσει και τουλάχιστον, ο περισσότερος από αυτόν, ήξερε τι θα ερχόταν να δει και για αυτό και φάνηκε να το απολαμβάνει.
Δύο πάγκοι είχαν στηθεί αριστερά και δεξιά της σκηνής. Στον αριστερό, αυτόν του Paul Wallner, λάπτοπ και κονσόλα, στον δεξή, αυτόν της Anna Muller, πλήκτρα και μικρόφωνο. Στο κέντρο και πίσω, είχαν στηθεί τα ντραμς – αφού αν και τους HVOB αποτελούν οι δυο τους, στις περιοδείες παίρνουν και ντράμερ μαζί. Ένα εικοσάλεπτο πριν τις έντεκα, με μια δεκάλεπτη καθυστέρηση, δηλαδή, ο χώρος σείστηκε από τα χειροκροτήματα, καθώς οι HVOB έκαναν την είσοδό τους (πριν την οποία, ακούστηκε μια εισαγωγική μουσική) στη σκηνή, στης οποίας, το πίσω μέρος, υπήρχε το λογότυπό τους (το χαρακτηριστικό √), ενώ εξαιρετικά και πολύ ιδιαίτερα φώτα (πιθανώς της μπάντας) είχαν προστεθεί σε αυτή, κάτι που αντιληφθήκαμε με το που ξεκίνησε το σετ τους, με την ένταση του ήχου, να είναι, ευτυχώς, κάπως χαμηλότερη.
Μόλις ξεκίνησαν, βυθιστήκαμε στη μαγική, υπνωτιστική φωνή της Anna, ενώ οι οριζόντιες δέσμες (σαν καπνού) των ιδιαίτερων φωτών, έπεφταν πάνω μας, πριν στραφούν προς τα πάνω, σαν να δημιουργούν μια τύπου αστρική προβολή, ενώ η μουσική, μετέτρεψε αμέσως τον χώρο σε κλαμπ. Μας άρπαξαν από την πρώτη στιγμή, το μυαλό και το σώμα και δεν τα άφησαν πριν το τέλος, παρασύροντάς μας σε ένα ηλεκτρονικό, ψυχεδελικό, εγκεφαλικό ταξίδι, με μόνο συνοδό τον στραβοσκοπικό φωτισμό.
Η προσθήκη του ντράμερ, ακουστικά μιλώντας, ήταν αρκετά χαλαρή, δηλαδή αν δεν τον έβλεπες, δεν παρατηρούσες κάποια ιδιαίτερη συνδρομή του στον τελικό ήχο, πράγμα που με έκανε να απορήσω ως προς το γιατί δεν έχουν προηχογαφημένα τα τύμπανα. Παρ’ όλα αυτά, πρέπει οπωσδήποτε να υπογραμμίσω τη σημαντική δουλειά που έχουν κάνει στο σύνολο του ήχου τους, προσέχοντας να μην πάθουν αυτό που συμβαίνει με τις περισσότερες μπάντες, ασχέτως είδους: να χαθούν τα φωνητικά, να θαφτούν κάτω από την ένταση του ήχου, πράγμα τρομερά σύνηθες, ειδικά σε περιπτώσεις όπως αυτή, όπου τα φωνητικά είναι χαμηλά. Πραγματικά μπράβο τους για αυτό, εντυπωσιάστηκα, αφού είναι αμέτρητες οι περιπτώσεις που βλέπεις τα άτομα στα φωνητικά να ανοιγοκλείνουν στο στόμα τους και έτσι μόνο, καταλαβαίνεις ότι τραγουδούν, αφού στα αυτιά σου φτάνει μόνο κάτι σαν αλλοιωμένος ψίθυρος, χαμηλά μέσα στον βόμβο της μουσικής.
Με τον Paul να λικνίζεται και την Anna να χτυπιέται, το κοινό δεν άργησε να πάρει μπροστά και να τους ακολουθήσει, ειδικά στα πιο χορευτικά κομμάτια (αφού είχαμε και τη χαρά να ακούσουμε από αυτά, αλλά και από τα άλλα του, τα πιο αργά και ατμοσφαιρικά, το οποίο αναδεικνύουν ακόμα περισσότερο τη φωνή της Anna, η οποία αποτέλεσε και το σημείο επαφής με το κοινό, επικοινωνώντας μαζί του, χαμογελώντας του συνεχώς, χαιρετώντας το στην αρχή και λέγοντας στη συνέχεια πως είναι η πρώτη τους φορά στην Ελλάδα και χαίρονται πολύ που είναι εδώ.
Έπαιξαν κομμάτια και από τους τέσσερις προσωπικούς τους δίσκους (με πιο πρόσφατο, τον περυσινό ‘Τοο’, από τον οποίο ήταν λογικό πως θα ακούγαμε περισσότερα τραγούδια), ο κόσμος το καταδιασκέδαζε, αλλά ο χαμός έγινε όταν ακούστηκε το ‘Butter’, όπου στην κορύφωσή του, μπάντα και κοινό, λες και έπεσαν σε αμοιβαίο παροξυσμό και αυτό που γινόταν πάνω στη σκηνή και κάτω από αυτή, είναι δύσκολο να περιγραφεί με λόγια. Ωραίες εικόνες και συναισθήματα απόλαυσης, από αυτά που δεν συναντάμε συχνά σε συναυλίες στην Αθήνα, μιας κι σπανίως διοργανώνονται κανονικές συναυλίες ηλεκτρονικών μπαντών αφού συνηθίζουν να τις φέρνουν σε κάτι ολονυχτίες και αυτές να βγαίνουν κατά τις τρεις το πρωί, σε κάτι άκυρα, μη συναυλιακά μέρη, μετατρέποντας τη μουσική των μπαντών σε απλή background μουσική για κλαμπ, ξέρω ‘γω, κάτι που και τις μπάντες υποτιμά κατ’ εμέ, και δε δίνει στο κοινό την ευκαιρία να τις απολαύσει όπως πρέπει.
Μάλιστα, οι HVOB, όχι μόνο έδειξαν να χαίρονται που βρέθηκαν στην Αθήνα (είδαμε στα σόσιαλ και τον ενθουσιασμό τους για την πόλη), αλλά κυρίως, που ήρθαν και έπαιξαν για εμάς, βλέποντας πόσο το θέλαμε, το περιμέναμε και το χρειαζόμασταν. Ήρθε μια μεγάλη μπάντα (γιατί μεγάλη είναι, πια, με τόσους ακροατές και κοινό), έπαιξε και επικοινώνησε μαζί μας, με τα μέλη της να είναι σαν κανονικοί άνθρωποι και όχι τίποτα καβαλημένοι, όπως συμβαίνει με τον τελευταίο ανθυποστάρ, πόσο μάλλον με τέτοιες, γνωστές μπάντες. Σεβάστηκαν τους θεατές, την προσέλευσή αυτών και τα χρήματά τους και τους έδωσαν ένα οπτικοακουστικό υπερθέαμα, άξιο της φήμης και της πορείας τους.
Και το λέω αυτό, διότι κάποια στιγμή αποχώρησαν από τη σκηνή, επανήλθαν για encore και όταν ας αποχαιρέτισαν τελικώς, με εμάς να μένουμε όλοι, παραπάνω από ικανοποιημένοι, γύρω στις 00:25, είχαν κλείσει μία ώρα και σαράντα πέντε λεπτά πάνω στη σκηνή, στην εποχή που κάθε είδους μπάντες, προσπαθούν να κανονικοποιήσουν τη μία ώρα, ενώ τέτοιες, του ηλεκτρονικού ήχου, τελειώνουν συχνά και στα 45-50 λεπτά (απίστευτο). Οπότε ενώ όλοι χαρήκαμε αυτό που ζήσαμε και που ανταποκρίθηκε και με το παραπάνω στις όποιες προσδοκίες μας, προσωπικά, κέρδισαν και τον σεβασμό μας, και ως μπάντα, αλλά και ως άνθρωποι και αυτό, πόσο μάλλον ο συνολικός συνδυασμός, αποτελούν πια κάτι πολύ πιο σπάνιο από ένα τίμιο σόου (που αυτών ήταν παραπάνω από τίμιο, απλώς λέμε, για άλλα).
Έτσι, λοιπόν, μετά από υποκλίσεις, χαμόγελα και χαιρετούρες, ολοκληρώθηκε μια βραδιά που θα θυμόμαστε για πολύ καιρό, αφού τα είχε όλα και δεν άφησε κανέναν ανικανοποίητο. Σκεφτόμουν πως ίσως θα μπορούσε να γίνει καλύτερη επιλογή για το opening act, αλλά κατέληξα στο όποια μπάντα και να έμπαινε, απολύτως ταιριαστή με την κυρίως, δε θα ήταν, οπότε όλα καλά. Τα πάντα ήταν όπως έπρεπε (αν και θα ήθελα πιο χαμηλά τον ήχο), ο κόσμος θα μπορούσε να ήταν περισσότερος, αλλά εντάξει, δεν ήταν και ελάχιστος και είμαι σίγουρος, πως μετά από αυτή τη θριαμβευτική εμφάνιση των HVOB, την επόμενη φορά (η οποία ελπίζω να μην αργήσει πολύ), θα έρθει ακόμα περισσότερος. Τέλος, να ευχαριστήσουμε τη διοργανώτρια εταιρία Como Esta Events για την άψογη διοργάνωση, αλλά και για την επιλογή της και το θάρρος της να φέρει τους HVOB στην Αθήνα. Μια εταιρία που πραγματικά, κάθε φορά, μας εκπλήσσει με τις επιλογές της και ελπίζουμε να συνεχίσει έτσι!
Κείμενο & Φωτογραφίες: Πάνος Σταυρουλάκης
*












