Ανταπόκριση: Hooverphonic, Marva Von Theo @ Fuzz Music Club – Σάββατο 14/12/2019

Το βράδυ του Σαββάτου, βρεθήκαμε μετά από καιρό, στο αγαπημένο μας Fuzz στην Πειραιώς για μια συναυλία που προμηνυόταν μαγική – και αποδείχτηκε πως όντως ήταν: αυτή των αγαπημένων Βέλγων Hooverphonic, οι οποίοι επέστρεψαν στην Αθήνα, μόλις έξι μήνες μετά την προηγούμενή του εμφάνιση σε αυτή, το καλοκαίρι, στο 4ο Release Festival. Αυτή τη φορά, ξανά σε κλειστό χώρο, όπως και τους ταιριάζει καλύτερα, όπου παραλίγο να τον κάνουν sold out! Πάμε, όμως, να πιάσουμε το νήμα της πανέμορφης αυτής βραδιάς από την αρχή και να τα δούμε όλα αναλυτικά!

Τη βραδιά, αυτή, λοιπόν, ανέλαβε να ανοίξει το αθηναϊκό ηλεκτρονικό ντουέτο των Marva Von Theo, το οποίο μετράει γύρω στα τέσσερα χρόνια ζωής, αν δεν κάνω λάθος. Οι Hooverphonic, ήταν το τρίτο ξένο όνομα που άνοιξαν και το πρώτο, του οποίου η συναυλία μάζεψε τόσο κόσμο (συγκριτικά και με το μέγεθος των άλλων), οπότε και αποτέλεσε ευκαιρία να βρεθούν και να παίξουν μπροστά και σε μεγαλύτερο ακροατήριο. Οι προηγούμενες δύο, στις οποίες και είχε τύχει να είμαι παρών, ήταν και οι δύο στο Death Disco: πρώτα στην sold out συναυλία της τέταρτης επίσκεψης της Molly Nilsson στην Αθήνα, στα τέλη του Σεπτέμβρη του 2017 και στη συνέχεια, στην πέμπτη επίσκεψη των Motorama, στα μέσα του Μάρτη του 2019, οπότε και η συναυλία που είχε ανακοινωθεί, έγινε sold out, για αυτό προστέθηκε και δεύτερη μέρα (μία μέρα νωρίτερα, με σαφώς λιγότερο κόσμο), την οποία και άνοιξαν οι Marva Von Theo (μιας και για την πρώτη μέρα, είχε οριστεί ήδη άλλο support). Επομένως, ήξερα πάνω κάτω τι θα δω, δε μου ήταν άγνωστο το όνομα του ντουέτου, δηλαδή.

Σύμφωνα με το πρόγραμμα, οι πόρτες θα άνοιγαν στις 20:00 και οι Marva Von Theo θα ανέβαιναν στη σκηνή γύρω στις 21:15, αν θυμάμαι καλά. Φτάνοντας στον χώρο στις 21:20, τον βρήκα αρκετά γεμάτο, κάτι που μου έκανε θετική εντύπωση, ενώ το ντουέτο ήταν ήδη στη σκηνή και πρέπει να έπαιζε το πρώτο του τραγούδι. Εκείνη κρατώντας το μικρόφωνο, κι εκείνος πίσω από τα πλήκτρα και τις κονσόλες του. Οι σκοτεινοί και ηλεκτρονικοί τους ήχοι, γέμιζαν το χώρο, παρά το γεγονός πως εκείνοι, δε γέμιζαν τη μεγάλη σκηνή και το άλλο, πως αρκετή από τη μουσική τους, πρέπει να ήταν προηχογραφημένη.

Οι μελωδίες τους είναι ενδιαφέρουσες, όμως νομίζω πως δεν έχουν βρει κάποια σαφή μουσική κατεύθυνση. Κινούνται ανάμεσα στην ηλεκτρονική και την χορευτική μουσική, την pop και την trip hop, αλλά όχι τόσο επιδέξια. Νομίζω πως έχουν διάφορες ιδέες, τις οποίες προσπαθούν να τις συνδυάσουν όλες, με αποτέλεσμα να χάνονται λίγο. Καλές οι προσμείξεις ειδών, αλλά δεν πετυχαίνουν πάντα, θα ήταν καλύτερο αν έπαιρναν έναν πιο οριοθετημένο, όσο γίνεται, δρόμο, γιατί κάπου το χάνουν στην πορεία, παρά την όλη καλή τους διάθεση.

Για αυτό και δεν είχα τρελαθεί ούτε τις άλλες φορές που τους είχα δει, ούτε τώρα, χωρίς όμως να μπορώ να πω πως είναι κακοί ή αδιάφοροι. Ακόμα, θεωρώ πως δεν πάνε στην τραγουδίστρια, οι εναλλαγές στη φωνή τους, καλύτερα να συνεχίζει να τραγουδάει με την ‘κανονική’ της. Σε κάποια φάση, εκείνη ‘φόρεσε’ πάνω της και ένα πληκτροφόρο όργανο που το είχα δει και τις άλλες φορές, αλλά δεν ξέρω πως ονομάζεται ακριβώς. Την είδα, πάντως, λίγο ‘μαγκωμένη’ γενικά, ίσως ευθυνόταν η μεγάλη σκηνή ή το μεγάλο ακροατήριο.

Παρ’ όλα αυτά, έκαναν μια επαγγελματική εμφάνιση, η οποία μπορεί να μην είχε εκρήξεις και κορυφώσεις, αλλά αποτέλεσε ένα κάποιο ζέσταμα για τη συνέχεια. Μετά το έβδομο (;) κομμάτι, συστήθηκαν, ευχαρίστησαν, είπαν πως έπαιξαν τραγούδια από τον πρώτο τους δίσκο και από τον δεύτερο που θα κυκλοφορήσουν και έκλεισαν με ένα τελευταίο κομμάτι, καινούργιο αφού ευχαρίστησαν και την παραγωγή για την εμπιστοσύνη. Έτσι, αποσπώντας το χειροκρότημα του κόσμου, αποχώρησαν γύρω στις 22:00, τελειώνοντας το σετ τους.

Ένα μισάωρο αργότερα, η ώρα που όλοι περιμέναμε, είχε φτάσει. Ο χώρος, είχε γεμίσει πια, σχεδόν εντελώς (από ότι διάβασα αργότερα, ήταν λίγο πριν το sold out), μα ευτυχώς, οι συνθήκες δεν ήταν ασφυκτικές. Αυτό σημαίνει πως περισσότερα από 1000 άτομα, συνέρρευσαν το σαββατιάτικο αυτό βράδυ στον Ταύρο, για να δουν τους Hooverphonic, κάτι που μου κάνει θετική εντύπωση, όχι επειδή η μπάντα δεν αξίζει την προσοχή και την παρουσία του κόσμου – το αντίθετο, μάλιστα, αλλά απλώς και μόνο επειδή είχε ξανάρθει μόλις 6 μήνες πριν, στην Πλατεία Νερού. Βέβαια, κακά τα ψέματα, ο κλειστός χώρος τούς ταίριαζε καλύτερα, θεωρώ και χρειαζόταν και μια τέτοια επίσκεψη, γιατί είχαν να παίξουν σε κλειστό χώρο από το 201, μιας και η προηγούμενη τους εμφάνιση, πριν το Release, φέτος, ήταν ξανά σε ανοιχτό χώρο, σε φεστιβάλ στην Τεχνόπολη, το καλοκαίρι του 2014. Για αυτό και δεν παραπονούμαστε.

Στις δύο φετινές τους επισκέψεις, είχαν μαζί τους, την έκτη (!) τραγουδίστρια που έχει περάσει από τη μπάντα στο διάστημα των 24 ετών της καριέρας τους, την Luka Cruysberghs, η οποία πριν λίγες μέρες έκλεισε μόλις τα 19 (!) – ήταν αγέννητη όταν δημιουργήθηκε η μπάντα, δηλαδή. Την επέλεξαν μετά από τη συμμετοχή της σε τηλεπαιχνίδι, στην ηλικία των 17 ετών και νομίζω πως τους έβγαλε ασπροπρόσωπους, αφού η μπάντα πήρε ξανά τα πάνω της, με την φρεσκάδα που έφερε εκείνη. Να υπενθυμίσουμε εδώ, ότι στην Ελλάδα, δεν είδαμε ποτέ τις τρεις πρώτες τραγουδίστριες της μπάντας, οι οποίες παρέμειναν σε αυτή, μικρό διάστημα έκαστη, μεταξύ 1995 – 1997. Πρώτη φορά μας επισκέφθηκαν στο Ρόδον, το 1998, με την τέταρτη τραγουδίστριά τους, όπως και το 2000, 2002 και 2004, στον ίδιο χώρο, αλλά και το 2006, στο Ejekt Festival, μα και το 2008, στο παλιό Fuzz, ενώ το 2011, στο νέο Fuzz, αυτό, στον Ταύρο. To 2014, στην Τεχνόπολη, ήρθαν με την πέμπτη τους τραγουδίστρια, και τις δύο φετινές φορές, τους είδαμε με την έκτη, οι οποίες δικαίωσαν την νέα τους επιλογή.

Η αναμονή, λοιπόν, είχε τελειώσει και οι Hooverphonic, ανέβηκαν στη σκηνή στις 22:30 ακριβώς, για τη δέκατη εμφάνισή τους στην πόλη μας. Δυστυχώς, στο σημείο που εγώ βρισκόμουν, πάνω, στην άκρη, δε μπορούσα να δω τα πάντα και τους πάντες (οι οποίοι, ήταν έξι, από ότι είδα στο τέλος που ήρθαν μπροστά) που γίνονταν στη σκηνή, παρά μόνο όσους βρίσκονταν πιο προς ‘τα μπροστά’ αυτής. Επομένως, είδα την τραγουδίστρια, που ήρθε μπροστά, στο κέντρο, δεξιά της ένας κιθαρίστας και αριστερά, ο μπασίστας, ένας από τα ιδρυτικά μέλη της μπάντας, ο οποίος έπαιρνε και πήρε πολλάκις τον λόγο, κατά τη διάρκεια της βραδιάς. Πρώτη φορά, μίλησε μετά το πρώτο κομμάτι, που μας χαιρέτησε σε σπαστά ελληνικά, είπε πως τη προηγούμενη μέρα έπαιζαν στη Θεσσαλονίκη, αλλά πως εδώ (στην Αθήνα) νόμιζε πως θα περάσουν καλύτερα. Ξεκίνησαν με ένα κομμάτι από τον τελευταίο τους, περυσινό τους δίσκο ‘Looking For Stars’, στον οποίο έριξαν, όπως ήταν αναμενόμενο, το βάρος τους, σε αυτή την περιοδεία, παίζοντας οκτώ κομμάτια συνολικά, από αυτόν. Όμως, είχαν δημιουργήσει μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα setlist, αφού με αυτή, κάλυψαν αντιπροσωπευτικά πάντα, το μεγαλύτερο μέρος της δισκογραφίας τους, παίζοντας κάτι από τους οκτώ από τους δέκα δίσκους που κυκλοφόρησαν σε 23 χρόνια. Από αυτούς, δεν άγγιξαν καθόλου τον πρώτο τους ‘A New Stereophonic Sound Spectacular’, του 1996 και τον τέταρτο ‘Hooverphonic Presents Jackie Cane’, του 2002. Σύμφωνα με τα στατιστικά, καθόλου και πουθενά, δεν έπαιξαν τίποτα από τον πρώτο δίσκο, μέσα στο 2019, εν αντιθέσει με τον τέταρτο, απ’ όπου έπαιζαν ένα κομμάτι. Κανείς δεν παραπονέθηκε, όμως, για τίποτα, αφού είχαν ετοιμάσει για εμάς μια ξεχωριστή βραδιά που όλοι απολαύσαμε, χωρίς να κολλάμε σε τέτοια.

Η τραγουδίστριά τους, η οποία εξωτερικά, έχει κάτι από τη Holly Martin, των Archive και τις ηθοποιούς Elle Fanning και Amanda Seyfried, καταφέρνει να σταθεί άψογα στη σκηνή, και μουσικά μιλώντας, αλλά και σκηνικά. Η φωνή της, με μια νεανική, καθαρή χροιά, δίνει νέο αέρα στη μπάντα, με τα τραγούδια που έχει ηχογραφήσει με εκείνη μέσα, αλλά παρουσιάζει και μια άλλη, πολύ ενδιαφέρουσα όψη των παλαιότερών τους τραγουδιών, πολλά από τα οποία, ίσως είχαμε ταυτίσει με τις γυναίκες που τα ερμήνευσαν, στον ρόλο της frontwoman, έκαστη στην εποχή της. Τώρα, όμως, δεν κάνεις σύγκριση στο μυαλό, απλώς απολαμβάνεις τη φρέσκια εκδοχή τους. Ανάμεσα στα τραγούδια, άλλαζε, όσο και όποτε μπορούσε κα κάτι μικρό στην εμφάνισή της, αφού αρχικά, βγήκε μαυροφορεμένη, ύστερα αφαίρεσε το μαύρο ρούχο από πάνω της, και έμεινε με ένα κόκκινο, από κάτω, ενώ αργότερα, πρόσθετε και κάποιο άλλο, ασημί, από πάνω. Γενικά, νομίζω πως οι Hooverphonic, παρ’ όλο που (αδίκως) δεν είναι και δε θεωρούνται πια από τις top μπάντες, αυτό δε σημαίνει πως δεν είναι. Εκτός από τον μουσικό πειραματισμό τους, κάτι το οποίο έχει να κάνει, υποθέτω και με την εποχή κατά την οποία ξεκίνησαν, στα μέσα των ‘90s, η οποία κατέστησε πολυσύνθετες, αρκετές εκπληκτικές μπάντες που ξεκίνησαν τότε (όπως Evanescence, Placebo, Anathema, Archive κ.ά.) και (ευτυχώς) συνεχίζουν ακόμα να υπάρχουν, συνεχίζουν ακόμα να κάνουν εξαιρετικά προσεγμένες δισκογραφικές παραγωγές, αλλά και ζωντανές εμφανίσεις, μην αφήνοντας τίποτα στην τύχη και θέλοντας η εμπειρία που θα προσφέρουν στο κοινό, να είναι απόλυτη και ιδανική, για αυτό πχ, έφεραν και τον δικό τους ηχολήπτη, ο οποίος και είχε πάρει θέση με τις κονσόλες του, στη μέση του χώρου των θεατών (!).

Με μία συνεχή ροή τραγουδιών και περνώντας αβίαστα, από το ένα στο άλλο, αν και με μικρές, πολύ καλοδεχούμενες διακοπές ανάμεσα σε δυο κομμάτια, για μια κάποια σχετική εισαγωγή ή μια χαριτωμένη αφήγηση από τον μπασίστα, οι Hooverphonic, κέρδισαν από νωρίς το πολυπληθές ακροατήριο (το οποίο κυμαινόταν ηλικιακά μεταξύ 30-50) και με τα τραγούδια τους, παλιά αγαπημένα και όμορφα νέα, και με την εμφάνισή τους, αλλά και με τη ζεστή σχέση που έχουν δημιουργήσει εδώ και περισσότερες από δύο δεκαετίες, η οποία ‘ευθύνεται’ και για την οικειότητα που υπήρχε διάχυτη στο χώρο και από τις δυο πλευρές και η οποία εξηγεί τις εισαγωγές του μπασίστα, στις οποίες προαναφέρθηκα, οι οποίες έρχονταν συχνά και είχαν να κάνουν με γενικότερα αστεία, για τους δίσκους τους και τις κυκλοφορίες τους, για τα χρόνια που γρήγορα περνούν, για το φαγητό στο ξενοδοχείο τους, για να προτρέψει τον κόσμο να τραγουδήσει μαζί τους (κάτι που δεν έκανε σε χώρες όπως στο Εδιμβούργο, αλλά δε θα μπορούσε να μην το κάνει στην Αθήνα, στην οποία, όπως είπε και σε συνέντευξή του, εκτός των άλλων, του αρέσει ο ενθουσιασμός των κατοίκων της). Όμως, ο ενθουσιασμός, δεν ήταν, όπως φάνηκε, μόνο δικό μας ίδιον, αφού και οι ίδιοι, όταν το όποιο κομμάτι που έπαιζα, το επέτρεπε (όταν δεν ήταν δηλαδή κάποιο πιο αργό που να αιτιολογεί, μια κάποια στατικότητα), όργωναν τη σκηνή, χόρευαν, ήρθαν μπροστά και χτυπούσαν παλαμάκια με το κοινό, άλλοι έπεφταν στα γόνατα και γενικώς, μια κατάσταση άκρατης ευθυμίας επικρατούσε (η οποία παρέσυρε μέχρι κι εμένα, και με έκανε να ξεχαστώ από την επιθυμία μου να βγω έξω για τσιγάρο, μιας που πλέον ο αντικαπνιστικός νόμος εφαρμόστηκε και στις συναυλίες, αλλά δεν το έκανα, αφού και τη θέση μου δεν ήθελα να χάσω, μα ούτε και το show τους).

Κορυφαία η στιγμή που όλα τα κινητά και τα χέρια σηκώθηκαν, όταν το κλασικό και λατρεμένο ‘Mad About You’, ακούστηκε στον χώρο και οι αναμνήσεις με τις οποίες ο καθένας έχει συνδυάσει αυτό το υπέροχο κομμάτι, επανήλθαν στα μυαλά μας και στην ατμόσφαιρα, η οποία έγινε για λίγο, αρκετά ερωτική. Όλα αυτά, ενώ ο ήχος ήταν άψογος και κρυστάλλινος, σε πολύ καλή ένταση, με τα όργανα, αλλά και τα φωνητικά, να ακούγονται εξαιρετικά, χωρίς τίποτα να θάβεται και φυσικά, κάτω από τα υπέροχα φώτα, των οποίων, οι ανοιχτές αποχρώσεις που κυριάρχησαν, φώτισαν ακόμα περισσότερο  αυτή την υπέροχη μπάντα. Στη συνέχεια, είχαμε κι ένα ντουέτο, με την τραγουδίστρια και τον δεύτερο κιθαρίστα, που ήρθε μπροστά, ώστε να το ερμηνεύσουν μαζί – ήταν το ‘Badaboum’. Ακολούθησαν κάνα δυο τραγούδια ακόμη, μεταξύ των οποίων και το ‘Looking For Stars’, για του οποίου το βίντεο κλιπ, επισκέφθηκαν τη χώρα μας νωρίτερα, φέτος, ώστε να το γυρίσουν στο παλιό αεροδρόμιο του Ελληνικού, πράγμα το οποίο και έκαναν. Ύστερα, χαιρέτησαν και αποχώρησαν σιγά σιγά, για να επανέλθουν ύστερα από λίγο, υπό τις ιαχές του πλήθους, για το καθιερωμένο encore, το οποίο ξεκίνησε με την τραγουδίστρια, να ερμηνεύει συγκλονιστικά και να επιδεικνύει έτσι το εύρος των μεγάλων φωνητικών της ικανοτήτων, το περυσινό ‘Suspirium’, του Thom Yorke, που αποτελεί και το βασικό κομμάτι του soundtrack που έγραψε για την ταινία ‘Suspiria’ (2018), σε μια φανταστική επανεκτέλεση.

Ακολούθησε άλλο ένα τραγούδι από το μακρινό παρελθόν, το ‘You Hurt Me’, το οποίο προστέθηκε εκτάκτως στην setlist τους, αντικαθιστώντας ένα άλλο, μετά από απαίτηση του κοινού στη Θεσσαλονίκη, το προηγούμενο βράδυ (μα πόσο νοιάζονται, πια, για το κοινό; μπράβο τους!) κι άλλο ένα από το τελευταίο τους άλμπουμ, πριν ολοκληρώσουν οριστικά το σετ τους, γύρω στις 00:00. μετά από 22 τραγούδια, με εμάς να θέλουμε κι άλλο, χωρίς να έχουμε καταλάβει πως πέρασε 1,5 ώρα, πράγμα λογικό, αφού ήταν υπέροχα. Κανένα παράπονο, όμως, για κανένα λόγο, όπως προείπα. Ήταν όλα φανταστικά. Η μπάντα υποκλίθηκε, μάς χαιρέτησε και είπαν πως είναι πολύ πιθανό να τα ξαναπούμε μέσα στο 2020, αφού θα κάνουν περιοδεία στην Ευρώπη, για τα 20 χρόνια από την κυκλοφορία του τρίτου τους δίσκου ‘The Magnificent Tree’, ο οποίος αγαπήθηκε πολύ και κυκλοφόρησε το 2000. Αναμένουμε με αγωνία να τους ξαναδούμε τότε, οπότε και θα παίξουν ολόκληρο εκείνον, τον για πολλούς, καλύτερό τους, δίσκο. Λογικά, μετά τον Μάιο, οπότε και θα τους καμαρώσουμε στη Eurovision, όπου ευχόμαστε να τα πάνε καλά, ενώ σίγουρα θα ανεβάσουν κατά πολύ, ποιοτικά μιλώντας, το επίπεδο του διαγωνισμού. Μέχρι τότε, εμείς κρατάμε κατά νου τη μοναδική αυτή βραδιά, όπου όλα κύλησαν άψογα: οι μπάντες, τα ωράρια, η παραγωγή, η διοργάνωση, η προσέλευση του κόσμου, όλα. Ευχαριστίες και ευχές για μια καλή χρονιά, με τέτοιες ωραίες συναυλίες.

SETLIST:

1 -Concrete Skin

2 – On and On

3 -Stranger

4 -Vinegar & Salt

5 – Heartbroken

6 – Anger Never Dies

7 – Horrible Person

8 – Eden

9 – Romantic

10 – Sleepless

11 – Jackie Cane

12 – The Night Before

13 – Hiding in a Song

14 – Mad About You

15 – Uptight

16 – One Two Three

17 – Badaboum

18 – Looking for Stars

19 – Amalfi

20 – Suspirium (cover)

21 – You Hurt Me

22 – Long Time Gone

_

Ανταπόκριση για το sinavlia.gr:

Κείμενο: Πάνος Σταυρουλάκης

Φωτογραφίες: Βενετία Βενετιάδη

*

More from Πάνος Σταυρουλάκης

Ανταπόκριση: The Limiñanas & Blame Canada @ Temple – Πέμπτη 11/04/2019

Δύο μέρες μετά τη συναυλία των Suuns, βρεθήκαμε ξανά στο αγαπημένο Temple,...
Read More