Ανταπόκριση: Enslaved & Lucifer’s Child @ Fuzz Live Music Club – Παρασκευή 10/05/2019

Ένα μεγάλο όνειρο του μέταλ κοινού, έγινε πραγματικότητα, τη δεύτερη Παρασκευή του Μάη, αφού χάρη στην 3 Shades Of Black, είχε τη χαρά να απολαύσει τους Νορβηγούς θρύλους της μέταλ, Enslaved, για πρώτη φορά στην Ελλάδα, ύστερα από 28 χρόνια από την ίδρυσή τους. Μια συναυλία, που πολλοί, περίμεναν καιρό, αλλά επιτέλους, συνέβη, αφού η μπάντα, ήρθε για δύο επισκέψεις στη χώρα μας, σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη, αντίστοιχα. Εμείς, δε θα μπορούσαμε να χάσουμε την ευκαιρία να τους δούμε στην Αθήνα, στον αγαπημένο χώρο του Fuzz και έτσι βρεθήκαμε εκεί από νωρίς. Για αυτό, πάμε να τα δούμε όλα αναλυτικά, όσα συνέβησαν τη μέρα εκείνη!

Τη βραδιά, θα άνοιγαν οι black metallers Lucifer’s Child, τους οποίους δεν γνώριζα, αλλά νομίζω πως ήταν και λογικό, αφού προς το τέλος, είπαν πως ήταν η πρώτη φορά που έπαιξαν στην Αθήνα. Παρ’ όλα αυτά, να πούμε, αρχικά, πως σχηματίστηκαν το 2013, από μέλη των Rotting Christ και των Nightfall, ενώ έχουν ήδη κυκλοφορήσει δύο δίσκους, τον ‘The Wiccan’, το 2015 και τον ‘The Order’, το 2018. Ανέφερα προηγουμένως πως δεν τους γνώριζα, για να επισημάνω την έκπληξη μου, όταν τους είδα επί σκηνής, καθώς ήταν εξαιρετικοί. Σύγχρονο, υπέροχο, πραγματικό black metal.

Στις 21:00 ακριβώς, μία ώρα μετά, αφού οι πόρτες είχαν ανοίξει, σκοτάδι έπεσε στη σκηνή. Ένα intro ξεκίνησε να ακούγεται, μωβ φώτα άρχισαν να σπάνε το σκοτάδι. Ο ντράμερ, βγήκε πρώτος και πήρε τη θέση του. Ακολούθησαν οι άλλοι τρεις, που συμπλήρωναν την τετράδα: ο μπασίστας, ο κιθαρίστας και ο τραγουδιστής. Καπνοί γέμισαν τη σκηνή, τα φώτα έγιναν κόκκινα. Αριστερά και δεξιά της σκηνής, κάθετα πανό με πεντάλφες και φίδια, ενώ ένα άλλο, μαύρο, με το λογότυπό τους και περίεργους σταυρούς, ήταν όπισθεν τους.

Ξεκίνησαν απογειώνοντάς μας εξαρχής. Η φωνή του τραγουδιστή, αρκετά βαριά, αλλά κανονικότατη στα πλαίσια του είδους. Οι άλλοι δύο, δίπλα του, συνείσφεραν φωνητικά, όπου αυτό ήταν απαραίτητο. Μου άρεσε που γενικά, όμως, οι εκφορά όλων, στα φωνητικά, κυμαινόταν σε νορμάλ ταχύτητες, με αποτέλεσμα να καταλαβαίνεις τι ακούς, σπάζοντας έτσι, αυτό που πολλές black metal μπάντες κάνουν, που ουρλιάζουν με τρομερές ταχύτητες, κάτι που σε κάνει να μην καταλαβαίνεις αν τραγουδούν ή αν απλώς ουρλιάζουν για να καλύψουν πιθανές φωνητικές ή/και στιχουργικές ελλείψεις τους.

Όλοι μακρυμάλληδες, φορώντας δερμάτινα και δίνοντας τον καλύτερό τους εαυτό. Μετά το πρώτο κομμάτι (το οποίο και διήρκεσε ένα δεκάλεπτο), ο τραγουδιστής μας καλησπέρισε, είπε πως είναι οι Lucifer’s Child και είπε πως το επόμενο κομμάτι, λέγεται ‘Haraya’. Στην αρχή ου τρίτου, παρακίνησε το κοινό να υψώσει κι εκείνο, όπως  κι αυτός, τη γροθιά του στον αέρα, πράγμα που έκανε, συνοδευόμενο με επαναλαμβανόμενο ‘hey, hey, hey!’. Αυτό έγινε ξανά, σε άλλες δύο μεταγενέστερες φάσεις του ίδιου κομματιού, με τον τραγουδιστή να φωνάζει ‘πιο δυνατά, αυτό είναι!’. Στο τέταρτο, μάς ρώτησε αν είμαστε έτοιμοι και προέτρεψε για χαμό με τη φράση ‘πουτάνα όλα’. Μετά κι από το τέταρτο, ευχαρίστησε, ρώτησε ‘Είστε έτοιμοι, Αθήνα;’. Γενικώς, δηλαδή, υπήρχε μια συνεχής και ευχάριστοι επικοινωνία, μεταξύ της μπάντας και του κοινού.

Το έκτο κομμάτι, ξεκίνησε με heavy solo στην κιθάρα και βαριά τύμπανα. Εξαιρετικός ο ήχος, καθ’ όλη τη διάρκεια του σετ τους και με τα φωνητικά, να ακούγονται, ευτυχώς, πολύ καθαρά. Αργότερα, και πριν το τελευταίο, είχαμε ξανά ευχαριστίες, προς το κοινό και τη διοργάνωση, καθώς και παρακινήσεις για επανάληψη χαμού, πράγμα που έγινε, κιόλας, από κάτω. Στο τέλος του κομματιού, με τον ίδιο να βρυχάται και να παρακινεί για ρυθμικά παλαμάκια τώρα, μάς βρήκε όλους ενθουσιασμένους. Τελείωσαν το σετ τους, στις 21:44 και μετά από οχτώ κομμάτια. Έπαιξαν σχεδόν ολόκληρο τον νέο δίσκο (επτά από τα οχτώ του κομμάτια) και ένα από τον πρώτο.

Προσωπικά, μου άρεσαν πάρα πολύ! Εξαιρετικοί προς το είδος τους, και ενικά, αλλά και για τα δεδομένα της χώρας μας. Φέρνουν σε έναν συνδυασμό Septicflesh & Rotting Christ σε ένα σύγχρονο πακέτο. Πολύ δεμένοι, με τρομερές συνθέσεις και ιδέες πίσω από τα κομμάτια τους, καταφέρνουν και δεν πέφτουν στην παγίδα της κόπιας των τραγουδιών μεταξύ τους, αλλά και σαν σύνολο, διαφέρουν από τις bm μπάντες του σωρού. Πιστεύω πως μπορούν να ανέβουν πολύ ψηλά, και σε εγχώρια βάση, αλλά και σε διεθνή. Το ‘χουν τα παιδιά. Στα συν, και η εξαιρετική επικοινωνία με το κοινό, αλλά και η σκηνική τους παρουσία, καθώς ξέρουν πολύ καλά πώς να σταθούν στη σκηνή και μάλιστα, με το ιδανικό μουσικό υλικό, το οποίο και αξίζει να ακούγεται επί αυτής!

Μισή ώρα μετά, όλα ήταν έτοιμα για αν υποδεχτούμε επιτέλους, τους θρυλικούς Νορβηγούς Enslaved, πράγμα που συνέβη στις 22:15, μέσα σε κόκκινα φώτα και με θερμό χειροκρότημα, από ένα κοινό που τους περίμενε για σχεδόν τρεις (!) δεκαετίες. Η πεντάδα, πήρε τις θέσεις της, οι οποίες και ήταν απλωμένες στη μεγάλη σκηνή του Fuzz, κάτι το οποίο, ήταν καλό, όμως, αφού τους επέτρεψε να έχουν και άνεση κινήσεων. Ο ντράμερ, ο οποίος είχε και διπλό drum kit και ο πληκτράς, ο νεαρότερος ηλικιακά, ο οποίος είχε και ρόλο δεύτερου τραγουδιστή, βρίσκονταν στα μετόπισθεν, ενώ μπροστά, στην πρώτη γραμμή, είχαμε τον κιθαρίστα και τον μπασίστα – τραγουδιστή, οι δυο τους είναι και τα εναπομείναντα μέλη από την πρώτη σύνθεση της μπάντας, μαζί με άλλον έναν κιθαρίστα. Πίσω από όλους, είχαμε και πάλι, ένα πανό με το λογότυπο της μπάντας. Ο τραγουδιστής, ξεκίνησε με αργόσυρτες κραυγές, σαν βγαλμένες από την κόλαση, ενώ είχαμε και φωνητικά από τον μικρό. Στη συνέχεια, τραγούδησαν μαζί, μέχρι τέλους, τα ο πρώτο, που ήταν και το ‘Ethica Odini’. Γενικώς, σε όλη τη διάρκεια του σετ, είχαμε τον βασικό τραγουδιστή, ο οποίος και ερμήνευε τα περισσότερα κομμάτια, άλλα, τα αναλάμβανε εξ’ ολοκλήρου ο μικρός και σε κάποια άλλα, τραγουδούσαν μαζί, ή κυρίως ο ένας και ο άλλος συμπλήρωνε.

Ο ήχος, εξακολουθούσε να βρίσκεται σε πολύ καλά επίπεδα, αν και η φωνή του πληκτρά, ήταν κάπως μπουκωμένη, αλλά δεν ήταν εντελώς ευδιάκριτο το αν αυτό συνέβαινε λόγω κακού ήχου ή επίτηδες, από επιλογή, για εφέ. Από την αρχή, εν τω μεταξύ, φάνηκε πόσο πολύ έχουν δουλέψει και πώς έχουν δέσει αρμονικά μεταξύ τους, παλιά και νέα μέλη, γιατί, ας μην ξεχνάμε, πως  ντράμερ, πληκτράς και ο ένας κιθαρίστας, είναι όλοι νέα μέλη, ασχέτως αν είναι ήδη κάποια χρόνια στη μπάντα, λιγότερα ή περισσότερα, ο καθένας. Αλλά καταλαβαίνετε πως το λέω. Ο νέος κιθαρίστας, ειδικά, έδινε πόνο, μόνος του, δεξιά στη σκηνή, από την αρχή μέχρι το τέλος, χωρίς να καταλαβαίνει τίποτα. Μετά το τέλος του δεύτερου κομματιού, ο τραγουδιστής μάς καλησπέρισε και είπε πως το επόμενο κομμάτι, μιλάει για το χάος στον άνθρωπο, για το χάος στον κόσμο και λέγεται ‘Ruun’. Πολύ ωραίο, με δυνατές κιθάρες και τους κιθαρίστες, να ανταλλάσσουν, προσωρινά (αφού στο επόμενο, επανήλθαν στις αρχικές), τις θέσεις τους στη σκηνή.  Ύστερα κι από αυτό, ο τραγουδιστής ρώτησε: ‘Καλησπέρα Αθήνα, περνάμε καλά;’. Ο κόσμος, ανταποκρίθηκε θετικά, κι εκείνος συνέχισε: ‘Ωραία, γιατί είμαστε πολύ ενθουσιασμένοι που είμαστε εδώ για πρώτη φορά, μετά από 28 χρόνια. Θα παίξουμε ένα κομμάτι τώρα, το οποίο έχουμε 11 χρόνια να το βάλουμε στο setlist μας’. Αυτό, ήταν το ‘Ground’, το οποίο ξεκίνησε με τριπλά φωνητικά, από τον τραγουδιστή, τον δεξή κιθαρίστα και τον πληκτρά, ο οποίος, στη συνέχεια και για κάποια ώρα, το πήρε πάνω του. Η φωνή του, ασχέτως του πως ήταν ο ήχος, τεχνικά, μιλώντας, ήταν υπέροχη, γιατί είναι πιο ‘κανονική’, με αποτέλεσμα το κομμάτι, να μην ακούγεται τόσο μέταλ, ως προς το φωνητικό μέρος, αλλά σαν πιο alternative. Και είναι ωραία η επιλογή του πληκτρά και στα φωνητικά, γιατί παρουσιάζει πολύ ενδιαφέρουσα αντίθεση με τη φωνή του τραγουδιστή. Καλά, και ο κιθαρίστας, ψιλοκανονική φωνή έχει, απλώς στα μέρη τα πληκτρά, είναι πιο εμφανές αυτό. Μετά και από το πέντε, στο οποίο έχτισαν πολύ ωραία τον ήχο τους, με μια εξαιρετική εισαγωγή, και τον κόσμο να χτυπιέται και να πηδάει τα κάγκελα, πέφτοντας μπροστά από τη σκηνή και ατάραχος, να ξαναμπαίνει στο pit, ο τραγουδιστής, με ένα σατανικό γελάκι, ρώτησε αν θέλουμε και παλαιότερο υλικό και ο κόσμος, ανταποκρίθηκε ξανά θετικά.

Ύστερα κι από αυτό, η επιστροφή στα παλιά, συνεχίστηκε, αφού το κοινό φώναζε το όνομα της μπάντας και εκείνοι, δεν έχασαν ευκαιρία, λέγοντας πως θα μας ανταμείψουν με άλλο ένα τραγούδι από το ’94, ένα ‘sad song’, το οποίο και ήταν το ‘Isöders dronning’. Ο κόσμος, υποδέχτηκε τις κινήσεις επιστροφής στο μουσικό παρελθόν τους, με μεγάλη χαρά. Αφού έπαιξαν άλλο ένα, ρώτησαν αν είμαστε έτοιμοι για λίγο ακόμα, το κοινό, φυσικά, απάντησε θετικά, κι εκείνοι συνέχισαν λέγοντας: ‘Τέλεια, γιατί έχουμε κι άλλα’ – αυτά, ενώ ο φωτισμός ήταν περίεργος και σκοτεινός και δεν τους επέτρεπε να φανούν πολύ καλά. Μετά κι από το όγδοο, μάς ευχαρίστησε και είπε πως είμαστε όμορφοι και φανταστικοί, αλλά και πως δε μπορεί να είναι η πρώτη φορά (που έρχονται στην Ελλάδα). Ένας από το κοινό, φώναξε ‘ούτε κι εγώ’ και ο τραγουδιστής του απάντησε ‘ακριβώς!’ και συνέχισε λέγοντας πως έχουν ένα σπέσιαλ κομμάτι να μας παίξουν, για την πρώτη τους φορά εδώ – αυτό, ήταν το Havenless, το οποίο, ξεκίνησε ρυθμικά και έμοιαζε σαν παραδοσιακό της χώρας τους, μέχρι που γύρισε σε τέρμα μεταλιά. Ο τραγουδιστής, όρθιος, στο μικρόφωνο, έχοντας δίπλα του κάτι σαν μίνι κονσόλα, στην οποία γυρνούσε διάφορα που παρήγαγαν drone ήχους, ενώ πίσω του, τα ντραμς ακούγονταν σαν τύμπανα παρέλασης. Στο ένατο, ο τραγουδιστής είχε αφήσει το μπάσο του, ενώ στο δέκατο, το οποίο ξεκίνησε ήσυχα και ορχηστρικά, και συνεχίστηκε με νορμάλ φωνητικά, οι δυο κιθαρίστες κι ο τραγουδιστής, έπαιζαν ο ένας απέναντι και δίπλα στον άλλον, το κοινό τους συνόδευε με ‘οοοο’, ενώ στο σχετικά ήρεμο μέρος του κομματιού (γιατί προς το τέλος του, είχε κραυγές), μουσικά μιλώντας, διαφάνηκε και η πιο ροκ πλευρά της μπάντας.

Μετά κι από αυτό και τον χαμό που είχαν κάνει, ρώτησαν ‘Είστε ζωντανοί, Αθήνα;’ (φυσικά ναι, από το κοινό) και είπαν πως το επόμενο, θα ήταν για ένα μυθολογικό τέρας. Αφού τελείωσε και το εντέκατο, καληνύχτισαν και αποχώρησαν από τη σκηνή, για να επανέλθουν ύστερα από λίγο, για το καθιερωμένο encore. Όχι, όμως, όπως συνηθίζεται, αφού πρώτος, επέστρεψε ο ντράμερ, πλησίασε στην άκρη της σκηνής και με το χέρι του, έκανε πως τεντώνει το αυτί του, ώστε ο κόσμος να τον επιδοκιμάσει, πράγμα που έκανε.. Τότε, ευχαρίστησε στα ελληνικά, πήγε κι έκατσε στη θέση του, πίσω και αριστερά και άρχισε να σολάρει για ώρα και να παίζει με το κοινό, με μουσική, εκφράσεις, νοήματα κλπ. Βγήκαν και οι υπόλοιποι, ο τραγουδιστής ευχαρίστησε και σύστησε τον ντράμερ στον κόσμο, ως ‘νέο Μίκη Θεοδωράκη’, και καλά, ενώ για τον μικρό κιθαρίστα, είπε πως αυτό που παίζει, ‘δεν είναι κιθάρα, αλλά μπουζούκι’. Δεν άφησε απ’ έξω και τον πληκτρά, λέγοντας πως ‘γεννήθηκε μετά την έναρξη της μπάντας’ (μετά το 1991, και καλά – θέλοντας να καταδείξει τη μικρή του ηλικία). Μάς σύστησε, δηλαδή, τα μέλη της μπάντας, πάνω κάτω, με έναν χιουμοριστικό τρόπο. Ο άλλος κιθαρίστας, ο οποίος είναι εύσωμος γενικά, είπε πως ‘χθες ήμουν αδύνατος, αλλά να πώς γίνεσαι μετά από δυο μέρες στην Ελλάδα’, ενώ ο ντράμερ, είπε για τον τραγουδιστή πως είναι το άτομο, για το οποίο ξεκίνησε να χρησιμοποιείται η λέξη ‘μαλάκα’ – εκείνος, κάτι είπε, γελώντας, για ούζο. Έπαιξαν το δωδέκατο κομμάτι τους,  γεμάτο με ηλεκτρονικούς ήχους και μόλις αυτό τελείωσαν, ρώτησαν ‘Είμαστε εντάξει; Ή θέλετε άλλο ένα;’. Το κοινό, φυσικά και ήθελε, και έτσι, μάς έπαιξαν το δέκατο τρίτο και τελευταίο κομμάτι τους, το οποίο τελείωσε μέσα σε έναν παροξυσμό ήχου και φωτός, με τον τραγουδιστή να ουρλιάζει ‘Athens’, στο μικρόφωνο. Έτσι ολοκληρώθηκε το σετ τους, και στις 00:12, κατέβηκαν από τη σκηνή, μετά έχοντας κιόλας υποκλιθεί και λάβει το θερμό χειροκρότημα του κοινού.

Συμπερασματικά, τώρα, η συναυλία ήταν άκρως επιτυχημένη, αφού οι Enslaved, ήρθαν, επιτέλους, στη χώρα μας, ύστερα από σχεδόν 30 χρόνια (και αυτό, με τη δύναμη της 3 Shades Of Black, μιας και παλαιότερα, άλλες δυο – τρεις φορές, άλλοι διοργανωτές, είχαν αποπειραθεί αν τους φέρουν, αλλά για διάφορους λόγους, το όλο πράγμα δεν ευδοκιμούσε και είχαμε ακυρώσεις, με αποτέλεσμα το ελληνικό κοινό, να πιστεύει πια, πως δεν πρόκειται να τους δει ποτέ, ζωντανά, στα μέρη μας). Αποδείχθηκε πως καλά έκανε το κοινό και επιμένει να τους αγαπάει, μιας και το αξίζουν, αφού ήταν και είναι φοβεροί. Επί σκηνής, ασυγκράτητοι, παίζοντας για δυο ώρες σερί, με άψογη επικοινωνία και χημεία με το κοινό (για το οποίο κοινό, άλλωστε, ετοίμασαν αυτό το τόσο ειδικό setlist, που κάλυπτε μεγάλο μέρος της δισκογραφίας τους, μιας και αυτό το κοινό, είναι που δεν τους είχε ξαναδεί ζωντανά). Η προσέλευση του κοινού, βέβαια, θα μπορούσε, κάλλιστα, να ήταν μεγαλύτερη, σε μια τέτοια μπάντα, που και είναι μέταλ, και είναι γνωστή, και τόσο καλή και δεν είχε ξανάρθει. Αλλά από τη μια, αφενός δε βρίσκεις άκρη με το πώς σκέφτεται ο κόσμος, αφετέρου, είναι αλήθεια, πως πολύς κόσμος, μαζεύει χρήματα για τα τόσα πολλά (και ακριβά), καλοκαιρινά συναυλιακά events, οπότε, τώρα, στην εκπνοή της χειμερινής σεζόν, είναι δύσκολο να δώσει τέτοια πόσα για τέτοιες συναυλίες, ακόμα κι αν είναι αξιόλογες (βλέπετε, κάποιες φορές, δεν ευθύνεται ο καλλιτέχνης, η μπάντα, ο χώρος, η διοργάνωση ή η τιμή του εισιτηρίου, για τη μικρή προσέλευση, αλλά απλώς και μόνο το timing, κατά το οποίο, ορίστηκε η συναυλία). Παρ’ όλα αυτά, όσοι ήμασταν εκεί, περάσαμε εξαιρετικά, και ήμασταν και άνετοι στον χώρο. Θετικό, επίσης, ήταν, πως υπήρχαν άτομα διαφόρων ηλικιών, αν και το πιο αξιοπερίεργο, ήταν πως πρώτη φορά πάω σε συναυλία, που η συντριπτική πλειοψηφία του κοινού (9 στους 10!), αποτελούταν από άντρες. Στα τεχνικά τώρα, ο ήχος ήταν πολύ καλός, το ίδιο και τα φώτα. Τα χρονοδιαγράμματα τηρήθηκαν σε ορθά πλαίσια, ενώ μην ξεχνάμε και το opening act, που ήταν εξαιρετικό και ιδανικό για τη συγκεκριμένη βραδιά. Όλα ήταν υπέροχα και μακάρι να μην ξανακάνουμε άλλα 28 χρόνια για να δούμε πάλι τους Enslaved στην Αθήνα.

SETLISTS:

LUCIFER’S CHILD:

1. Black Heart
2. Haraya
3. Fall Of The Rebel Angels
4. Through Fire We Burn
5. He Who Punishes And Slays
6. El Dragón
7. The Order
8. Viva Morte

___

ENSLAVED:

    1. Ethica Odini
    2. Roots Of The Mountain
    3. Ruun
    4. Ground
    5. Frost intro / Loke
    6. Fenris
    7. Isöders Dronning
    8. As Fire Swept Clean The Earth
    9. Havenless
    10. Storm Son
    11. Sacred Horse
    12. Isa


    13. Allfǫðr Oðinn

___

Για το sinavlia.gr:

Κείμενο: Πάνος Σταυρουλάκης

Φωτογραφίες: Σοφία Συμεωνίδου

*

Tags from the story
,
More from Πάνος Σταυρουλάκης

Η Myrkur έρχεται για πρώτη φορά στην Ελλάδα!

Ένα όνειρο του metal (και όχι μόνο) κοινού, θα πραγματοποιηθεί αυτή την...
Read More