Ανταπόκριση: Drew McDowall presents Coil’s ‘Time Machines’ album, Πάνος Αλεξιάδης, Γιώργος Καραμανωλάκης – Σάββατο 29/09/2018 @ Temple

To Σάββατο που μας πέρασε, μια συναυλία διαφορετική των συνηθισμένων, και με αξία μεγαλύτερη από εκείνων, έλαβε χώρα στο Temple. Ακριβώς επειδή η συγκεκριμένη, ήταν κάτι το ιδιαίτερο, από πολλές απόψεις, όπως θα καταλάβετε και παρακάτω, η ανταπόκριση αυτή δεν έχει σκοπό να κρίνει ή να χαρακτηρίσει, απαραιτήτως, ειδικά ένα όνομα σαν το αυτό που ήταν το κύριο της βραδιάς, εκείνο του εξαίρετου Drew McDowall. Ο πραγματικός σκοπός της, είναι να μεταφέρει στον αναγνώστη που για δική του ατυχία, δεν κατάφερε να παρευρεθεί, το μυσταγωγικό κλίμα που επικράτησε στο Temple, με τα όσα ακούσαμε, και την ατμόσφαιρα που τρεις καλλιτέχνες κατάφεραν να δημιουργήσουν, ο καθένας διαφορετική, αλλά με κοινό παρονομαστή και για τους τρεις: τον εξαιρετικό ήχο, με νόημα, και σημασία, που έχει πολλά να πει στο κοινό, και άλλα τόσα να το κάνει να νιώσει.

Ξεκινάμε από το γεγονός, πως το Σάββατο, ήταν μία δύσκολη μέρα, λόγω της κακοκαιρίας. Για αυτό υπήρξε και μια καθυστέρηση στον προγραμματισμό της βραδιάς, με τις πόρτες να ανοίγουν ένα εικοσάλεπτο μετά τις 21:00 (αντί για τότε, που έπρεπε). Ο καιρός, όμως, δεν κατάφερε να κρατήσει μακριά τους πιστούς του ναού, που ήθελα να έρθουν στην τελετουργία, οπότε από νωρίς, άρχισε να μαζεύεται αρκετός κόσμος. Πρώτος, ανέβηκε στη σκηνή Ο Γιώργος Καραμανωλάκης. Με το πρόγραμμα να έχει πάει όλο μπροστά, λόγω της αρχικής καθυστέρησης, το ρολόι έδειχνε 21:55. Άναψε δύο στικς, πήρε τη θέση του στον γεμάτο, από εξοπλισμό, πάγκο, η οποία, όμως, ήταν από την εξωτερική πλευρά του – γυρισμένος πλάτη, δηλαδή στο κοινό. Κάτι που προσπάθησα να ερμηνεύσω, αλλά χωρούν πολλές πιθανές ερμηνείες: σκεφτόμουν, δηλαδή, το έκανε έτσι, για να κάνει κάτι διαφορετικό, σε σχέση με ό,τι συνηθίζεται; Το έκανε από ‘ψώνιο’; Το έκανε επειδή μπορεί έτσι να αφοσιωθεί απερίσπαστα στο έργο του, κάτι που δε θα γινόταν εύκολα, αν είχε άμεση οπτική επαφή με το κοινό; Δεν κατέληξα κάπου τελικά, κυρίως επειδή, δεν είχε καμία σημασία, αφού το έργο που του είχε ανατεθεί να κάνει – να ανοίξει, δηλαδή, μουσικά, τη βραδιά, το έφερε εις πέρας με επιτυχία, κατ’ εμέ (κάτι που συνέχισε το ίδιο αξιοσημείωτα και ο επακόλουθος καλλιτέχνης, όπως θα δούμε παρακάτω).

 

Ο ήχος του Καραμανωλάκη, ήταν ιδιαίτερος και πολύ καλοδουλεμένος. Έπαιρνε λίγη ώρα, αρχικά, μέχρι να καταφέρει ο ακροατής να μπει μέσα του (ή αντίστροφα, ο ήχος μέσα σε αυτόν), μόλις όμως αυτό, γινόταν, δεν υπήρχε επιστροφή. Ο ακροατής άρχισε να χάνεται σε έναν ζοφερό λαβύρινθο ηχοτοπίων, από τον οποίων, δεν ήθελε να αποδράσει κιόλας, εν τέλει. Με έναν ήχο που κυμαινόταν από ambient έως noise και από drone έως τα όρια του synth/dark κατάφερε να δημιουργήσει ένα τόσο σκοτεινό μουσικό αποτέλεσμα, το οποίο,  θα μπορούσε να αποτελέσει άνετα soundtrack ταινίας τρόμου. Ο ήχος αυτός, εμπλουτίστηκε από πολλά: από ηχητικά samples από ελληνική ταινία (αν άκουσα-κατάλαβα καλά τα λόγια που διακρίνονταν) έως και επιπρόσθετους ήχους, όπως, προηχογραφημένα γυαλιά που σπάνε για ώρα ή πέτρες που κατακρημνίζονται αέναα σε γκρεμό. Όχι μόνο με αυτούς, όμως, καθώς πρόσθετε και ζωντανούς ήχος, όπως με μερικά καμπανάκια που κρατούσε, ή με ένα μικρόφωνο, χτυπώντας το πάνω σε ένα πιατίνι. Πέραν τούτων, στα 40 λεπτά, στα οποία μας καθήλωσε με τις διαρκείς μουσικές του εναλλαγές και μετεξελίξεις του ήχου του, ο Καραμανωλάκης δε σταμάτησε να πηγαινοέρχεται πάνω στη σκηνή – στο μέρος, τουλάχιστον, που του αναλογούσε – να ασχολείται με τα μηχανήματά του, τον κατά βάση, αναλογικό εξοπλισμό του, να βάζει καλώδια, να βγάζει καλώδια, να χτυπάει πλήκτρα, μικρόφωνα, κουμπιά κλπ, σε σημείο που υπογράμμιζε πλήρη προσήλωση στο χτίσιμο του επιθυμητού μουσικού του αποτελέσματος, ο οποίος, οφείλω να πω, μου δημιούργησε διάφορες εικόνες στο μυαλό, οι οποίες εναλλάσσονταν, αναλόγως του ήχου. Κάποιες από αυτές, είναι: ένα παιδί, που ξυπνάει μέσα στη νύχτα. Το φως του δρόμου που μπαίνει από το παράθυρο, φωτίζει τη μισάνοιχτη πόρτα του δωματίου του, την οποία κοιτάει με το μισό κεφάλι κάτω από τα σκεπάσματα, φοβούμενος πως από στιγμή σε στιγμή, κάποιος θα έρθει και θα εισέλθει, μια διαδρομή με ένα ταχύτατο roller coaster στο λούνα παρκ, με την αγωνία ζωγραφισμένη στο πρόσωπο και τα ουρλιαχτά να χάνονται υπό τον ήχο της μηχανής του παιχνιδιού, μια ανάβαση σε ένα απόκρημνο βουνό και η κατά λάθος, ύστερη πτώση στο φαράγγι, από κάτω του και άλλες πολλές. Στα τελειώματα του σετ, ο Καραμανωλάκης άφησε τον ήχο σε λούπα, κατέβηκε από τη σκηνή, πήρε ένα ποτό, επέστρεψε σε μερικά λεπτά, τον έκλεισε και καταχειροκροτήθηκε – δικαίως.

 

Στις 22:45, ήταν πια ώρα, για τον Πάνο Αλεξιάδη, να ανέβει στη σκηνή (εδώ, να πούμε, πως ο κύριος αυτός, ήταν ο ένας από τους τρεις εγχώριους καλλιτέχνες που είχαν ανοίξει το live του Drew, προ διετίας, στο Death Disco) – αυτός, κανονικά, από την πίσω πλευρά του πάγκου, πράγμα που ναι μεν μας επέτρεψε να έχουμε οπτική επαφή μαζί του, ο εξοπλισμός όμως, του Καραμανωλάκη, που είχε μείνει μπροστά στον δικό του, παρεμπόδιζε τη θέαση του δικού του, με μόνο έναν υπολογιστή της Apple, να ξεχωρίζει, υπερυψωμένος, γεγονός που μας προϊδέασε για την  καλύτερη σχέση που εκείνος θα είχε με την ψηφιακή τεχνολογία, κάτι που διαπιστώσαμε, άλλωστε, και στη συνέχεια. Σε αντίθεση με το προηγούμενο σετ, όπου από τους θορύβους, τις ηχητικές εκρήξεις και τον ενίοτε ακραίο ήχο, μαζί με τα συναισθήματα, που όλα αυτά, δημιούργησαν, βρεθήκαμε στο άλλο άκρο, με το σετ του Αλεξιάδη, πραγματικά να μας ‘ηρεμεί’! Με τον ήχο του να διακατέχεται από ηρεμία, μια εσωστρέφεια, μια εναλλακτική, εσωτερική δυναμική, που δε βασίζεται στις ταχύτατες ηχητικές εναλλαγές, αλλά έχει το κέντρο βάρους της, στις προσεγμένες μέχρι δευτερολέπτου, ηλεκτρονικές συνθέσεις, κατάφερε να μας παρασύρει από το πρώτο λεπτό, σε ένα υπνωτιστικό σύμπαν. Η καταβύθιση σε αυτό, συνέβη κυρίως με την πρώτη, επαναλαμβανόμενη σύνθεση, της οποίας η διάρκεια, αποτέλεσε τα 2/3 του σετ, ήτοι τα 20 από τα 30 λεπτά αυτού.

 

Ίσως να έπρεπε, αυτή να ήταν λίγο μικρότερη, γιατί ναι μεν, κατάφερε να μας βάλει στο κλίμα που ο καλλιτέχνης, ήθελε, αλλά αυτή η διάρκεια, ήταν οριακή ως προς το να αρχίζει να μας κουράζει. Παρ’ όλα αυτά, αυτό δε σημαίνει πως δεν ήταν πολύ καλή. Ήταν, και αυτή, και οι όσες διαφοροποιήσεις ακολούθησαν στο τελευταίο δεκάλεπτο, οι οποίες κέντρισαν εκ νέου το ενδιαφέρουν και που όμως, δεν έπαυσαν να αποτελούν, από τη μια, μουσικές εκφράσεις μιας ηχητικής διακλάδωσης που τόσο καλά φαίνεται πως ο δημιουργός γνωρίζει, από την άλλη, αυτές να είναι με άψογο τρόπο δομημένες και παραδομένες στα αυτιά μας. Και του Αλεξιάδη ο ήχος δημιουργεί εικόνες, όπως, αυτή ενός τύπου με ρακέτα και μπαλάκι, να παίζει μόνος του, χτυπώντας σε πάτωμα ή ταβάνι, αντίστοιχα, εκείνη του παιδιού από τη ‘Λάμψη’, του Κινγκ, στην ταινία του Κιούμπρικ, που γύριζε το έρημο ξενοδοχείο με το αυτοκινητάκι του, μια διαρκή κούρσα με σπορ αμάξι σε βίντεο γκέιμ. Εν ολίγοις, και αυτού, το σετ, ήταν εξαιρετικό, ερχόταν και σε πλήρη αντίστιξη με το προηγούμενο, γεγονός που βοήθησε στην ανάδειξη του και τέλος, είδαμε έναν καλλιτέχνη που χρησιμοποιεί τις νέε τεχνολογίες για να δημιουργήσει ένα εξαιρετικό αποτέλεσμα, χωρίς να τις δαιμονοποιεί και χωρίς να έχει τίποτα να ζηλέψει από ξένους, ομότεχνούς του. Πριν τελειώσουμε με τα supports, να πούμε ότι ήταν εξαιρετικά τα φώτα και στους δύο καλλιτέχνες, στις σωστές θέσεις, με βάση το που αυτοί βρίσκονταν και το ποιο ήταν το σετ τους.

 

Ο χώρος αδειάζει, το ίδιο και ο πάγκος, νέος εξοπλισμός, στήνεται και στις 23:30, ο Drew McDowall, είναι ήδη στη σκηνή, 11 μόνο μήνες μετά την τελευταία του επίσκεψη στην Αθήνα. Αυτή τη φορά, επιλέγοντας την ως μια από τις μετρημένες παγκόσμιες εμφανίσεις του για να παίξει τον θρυλικό δίσκο ‘Time Machines’, που είχε δημιουργήσει με τους Coil, προ εικοσαετίας (άρα, φαντάζομαι πως αυτό γίνεται φέτος, ένεκα επετείου). Ο κόσμος, πλέον, έχει κατακλύσει τον χώρο. Οι ομιλίες, παύουν αμέσως, όταν σταματάει και η μουσική του χώρου, για να αρχίσει η performance του Drew. Μια performance, για την οποία, κυριολεκτικά, τα λόγια δε φτάνουν και οι λέξεις είναι μικρές. Ο χώρος, σκοτεινιάζει, το πρώτο κομμάτι, αρχίζει και μαζί του, η ψυχική μας ανάταση.

 

Προσωπικά, πάντα, μιλώντας, αυτό που βίωσα στη μία ώρα και κάτι, που ο Drew McDowall εκτέλεσε τις 4 συνθέσεις που απαρτίζουν τον ‘Time Machine’, είναι πέρα από οτιδήποτε έχω ζήσει στη ζωή μου – όχι μόνο σε συναυλία, εκεί ούτε καν, αλλά και γενικώς, στα χρόνια που ζω. Κάτι σχετικό, έχω βιώσει με την ακρόαση του συγκεκριμένου δίσκου, στο σπίτι μου, αλλά σε πολύ μικρότερη κλίμακα – ναι, γιατί βλέπετε, στο live, η εμπειρία ακρόασης του δίσκου, ήταν η ίδια επί 1000 στη νιοστή. Ο ήχος ήταν άψογος και ο τρομερός φωτισμός που συνόδευε τον Drew, έκαναν τη συνολική εμπειρία, απερίγραπτα συγκλονιστική – και ευτυχώς, σεβάστηκε και αυτή και τον καλλιτέχνη, σχεδόν το σύνολο του κοινού. Δεν έχω να αναλύσω κάτι ως προς την εκτέλεση του δίσκου ή την απορρόφηση του Drew κατά τη διάρκειά της. Μπορείτε να καταλάβετε, πιστεύω, πως μπροστά μας είχαμε ένα σπουδαίο καλλιτέχνη, που απέδωσε στην ολότητα του και στον πιο αψεγάδιαστο βαθμό, έναν αριστουργηματικό και μυθικό δίσκο. Αυτό που θα αναλύσω, είναι αυτό που εγώ βίωσα, όπως προείπα.

 

Ξεκινώντας το σετ του, ο Drew, εμείς επιβιβαστήκαμε στη χρονομηχανή του. Δεν είναι λογοπαίγνιο βάσει του τίτλου του δίσκου, αλλά σχεδόν πραγματικότητα, αφού από το πρώτο λεπτό, αυτή η εικόνα άρχισε να σχηματίζεται στο μυαλό μου. Εμάς, να ανεβαίνουμε ένας ένας, σε ένα μεγάλο αεροσκάφος μορφής μικρού πυραύλου / πρώιμου διαστημόπλοιου, και ως Drew, ως κυβερνήτης αυτού, να βάζει μπροστά και να ξεκινάει για το χωροχρονικό και διαγαλαξιακό μας ταξίδι. Να μας ταξιδεύει στον ήλιο, στη σελήνη, στα αστέρια, σε ολόκληρο το ηλιακό και διαπλανητικό μας σύστημα. Να επιστρέφει στη γη και να μας πηγαίνει πίσω στον χρόνο, κάνοντας διάφορες στάσεις, από το ’98, που βγήκε ο δίσκος, μέχρι το πρώτο ταξίδι στη σελήνη, από τον 19ο αιών, μέχρι τον Μεσαίωνα, από το Βυζάντιο, έως τις πρώτες μέρες του κόσμου. Να περιδιαβαίνει με το σκάφος του ανάμεσα στη ζούγκλα και στους δεινοσαύρους, τα δυσπρόσιτα βουνά και τις αμόλυντες πεδιάδες. Να βουτάει στα βάθη των πιο σκοτεινών ωκεανών και να γυρίζει στο big bang και ακόμα νωρίτερα. Κι εμείς, τυχεροί συνεπιβάτες του σε όλο αυτό. Αυτές, είναι μόνο μερικές εικόνες που μου ήρθαν κατά νου, όσο ο Drew, μας έριχνε στον παρανοϊκό βούρκο της σπηλαιώδους δημιουργίας των Coil. Κατά τα άλλα, ένιωθα πως είχα πέσει σε μια έκσταση ακινησίας, σε μια στατική νιρβάνα, με το κορμί,  παγωμένο και το μυαλό, μουδιασμένο, με τα φώτα, να πέφτουν πάνω μας με τρόπο δηλητηριαστικό, τον καπνό, να μας ζαλίζει, και τη μουσική, να περονιάζει το αίμα μας, ενώ τα κύτταρά μας, να είναι λες, υπό την επήρεια ισχυρών ναρκωτικών και ψυχοτρόπων ουσιών. Με αυτά τα λόγια, μπορώ έστω και ελάχιστα να σας μεταφέρω τα συναισθήματα της βραδιάς. Πιστέψτε με, είναι πολύ δύσκολο. Αλλά προσπάθησα…

 

Γύρω στις 00:30, το σετ τελείωσε, ο Drew, έφυγε από το προσωπείο του καλλιτέχνη και μοίρασε χαμόγελα, ευχαριστίες και υποκλίσεις, και αποχώρησε, με εμάς διαλυμένους. Με δυο λόγια, το βράδυ του Σαββάτου, ξεπέρασε και την πιο νοσηρή φαντασία. Ήμασταν όλοι μας τόσο τυχεροί – όσοι βρεθήκαμε σε αυτή τη μυσταγωγία, που σίγουρα, δε θα την ξεχάσουμε ποτέ. Να πω ακόμα, πως συνολικά, όλα ήταν άψογα. Η παραγωγή, οι καλλιτέχνες (με τα opening acts να στέκονται παραπάνω από το ύψος των περιστάσεων), τα φώτα, ο ήχος, οι συνθήκες, ο προγραμματισμός, τα πάντα. Όταν γίνονται τέτοια events με τέτοιους και από τέτοιους ανθρώπους, μόνο να τα τιμούμε και να ευχαριστούμε, μπορούμε. Εις το επανιδείν, με την προσδοκία να ξαναδούμε τους κυρίους Καραμανωλάκη και Αλεξιάδη στο εγγύς μέλλον, γιατί πραγματικά, είναι άξιοι και πρωτοπόροι καλλιτέχνες – και γενικώς, αλλά και για τα ελληνικά δεδομένα, ειδικώς -, αλλά και την ελπίδα να ξαναδούμε και τον κύριο McDowall (κάτι που πιστεύω πως θα γίνει, αφού αυτή, ήταν η Τρίτη συνεχόμενη χρονιά που μας επισκέφθηκε), ξανά και με τα δικά του κομμάτια, αφού, πρώτον, κάνει τρομερή σόλο δουλειά και δεύτερον, είχαμε την τιμή να ζήσουμε τώρα, στιγμές του ένδοξου συλλογικού παρελθόντος, οπότε είμαστε πλήρεις και υπόχρεοι.

 

 

_______________________________________________

 

Σημείωση συντάκτη: Όπως ενημερώθηκα κατά τη συγγραφή και δημοσίευση της ανταπόκρισης, δεν υπήρξε διαθέσιμος φωτογράφος του site μας, ώστε να παραστεί στη συναυλία. Επομένως, οι φωτογραφίες που δημοσιεύονται εδώ, δεν είναι επαγγελματία φωτογράφου, αλλά δικές μου, ερασιτεχνικές, από την κάμερα του κινητού μου. Αυτές, είχαν ληφθεί από εμένα με την ιδιότητα του fan και όχι με αρχικό σκοπό να προστεθούν στο κείμενο, καθώς δε γνώριζα πως δε θα είχα φωτογράφο μαζί. Απλώς, μόλις έμαθα πως δεν υπάρχουν επαγγελματικές φωτογραφίες, σκέφτηκα να προσθέσω αυτές που έχω εγώ, ακόμα κι αν δεν είναι της καλύτερης ποιότητας. Ευχαριστούμε για την κατανόηση.

___________________________

More from Πάνος Σταυρουλάκης