Ανταπόκριση: Deafheaven & Once Upon A Winter @ Gagarin 205 Live Music Space – Σάββατο 15/10/2022

 

Φωτογράφος: Tilemachos Kouklakis

 

Η παρούσα ανταπόκριση, γράφτηκε μέρες μετά τη συναυλία στην οποία αναφέρεται, διότι έπρεπε να αφήσω τα συναισθήματα να καταλαγιάσουν μέσα μου, ώστε να μπορέσω να μιλήσω για αυτή, ψύχραιμα, έχοντας βάλει σε μια τάξη τα πράγματα στο μυαλό μου. Δεν είναι και το ευκολότερο πράγμα, να μιλήσεις για την καλύτερη και σημαντικότερη συναυλία της χρονιάς στην Ελλάδα… Αναφέρομαι, φυσικά, στην για καιρό, πολυαναμενόμενη επιστροφή των Deafheaven στη χώρα μας, ύστερα από 8,5(!) χρόνια. Ένα πολυετές, απραγματοποίητο όνειρο αμέτρητων οπαδών του συγκροτήματος, που έλαβε σάρκα και οστά, χάρη στη Smoke The Fuzz. Για αυτά, όμως, θα μιλήσουμε παρακάτω. Για την ώρα, πάμε να πιάσουμε τα πράγματα από την αρχή…

 

Έφτασα στο αγαπημένο Gagarin, 21:20 νταν, 50 λεπτά αφού είχαν ανοίξει οι πόρτες και ακριβώς πάνω στην ώρα που το opening act, το οποίο και ήθελα να προλάβω να δω (αν και ούτως ή άλλως, αυτό είναι κάτι που επιδιώκω σε όλες τις συναυλίες με τις πρώτες μπάντες, ασχέτως αν δεν τις προλαβαίνω πάντα, τελικά),είχε ανέβει στη σκηνή και ξεκινούσε το πρώτο κομμάτι του.

 

 

Δεν είδα και πολύ κόσμο, εκείνη την ώρα, στον χώρο και ήλπιζα να μη μείνουμε σε αυτά τα επίπεδα και στη συνέχεια. Εύκολα έφτασα μπροστά και αριστερά στη σκηνή, όπου βρήκα θέση για να παρακολουθήσω τους Θεσσαλονικείς post rockers, Once Upon A Winter. Είχα την εντύπωση πως είχα ακούσει κάποια κομμάτια από τις πρώιμες δουλειές τους, αλλά μετά από τόσα χρόνια, δεν θυμόμουν κάτι με σιγουριά, οπότε περίμενα με ενδιαφέρον να τους δω ζωντανά, μιας και το είδος τους, βρίσκεται στα ακούσματά μου, αλλά και επειδή είχα ακούσει θετικά λόγια για αυτούς.

 

Είχαν πάρει θέσεις μπροστά από τα στημένα όργανα των Deafheaven, με το λογότυπό τους στο βάθος, και αν και δεν έπαιξαν μπροστά σε τεράστιο κοινό, αυτοί φαίνονταν χαμένοι στον κόσμο τους, να το απολαμβάνουν, χωρίς να τους νοιάζει τίποτα. Ωραία πεντάδα που έπαιξε δυνατό post rock με έντονα meta στοιχεία. Μελωδίες θλίψης που δεν άγγιζαν την απόλυτη μαυρίλα, αντιθέτως, διέθεταν χαλαρά, ψιλοαισιόδοξα σημεία μέσα στη μελωδικότητά των μεγάλων σε διάρκεια κομματιών τους, τα οποία διέφεραν μεταξύ τους, με το καθένα να περιέχει αρκετές μουσικές εναλλαγές εντός του. Καλοδουλεμένες συνθέσεις και οι ίδιοι, καλοπροβαρισμένοι, αν και ίσως λίγο ‘μαγκωμένοι’, μπορεί λόγω της μεγάλης σκηνής ή επειδή ίσως να μην έχουν παίξει τόσες φορές ζωντανά ως μπάντα.

 

Μου άρεσε πολύ η μουσική τους, αλλά μου έβγαλε κάτι σαν να ακροβατούν μεταξύ των άκρων ‘ελπίδα’ και ‘θλίψη’ και να μην ξέρουν προς τα πού να γείρουν περισσότερο, λείπει αυτό το ‘κάτι’ που θα τους απογειώσει, αλλά από ό,τι είδα, είμαι σίγουρος πως θα το βρουν στο μέλλον. Μου άρεσε όμως πολύ κι η προσθήκη των αργών μπρουτάλ φωνητικών από τον κιθαρίστα, σε ένα κομμάτι. Εξαιρετική προσθήκη και θα πρότεινα να τη δούμε περισσότερο σε προσεχείς δουλειές τους, μην το φοβηθούν – όπως και τα πλήκτρα, θα πρόσθετα. Ευγενικοί, μας ευχαρίστησαν που πήγαμε από νωρίς να τους δούμε, μίλησαν λίγο για κάποια κομμάτια και μας αποχαιρέτησαν μετά από ένα μισάωρο σετ με όμορφες εξάρσεις και σωστό χτίσιμο ήχου, ευχόμενοι καλή μας συνέχεια και αφού έπαιξαν το τελευταίο τους κομμάτι, στο οποίο υπήρχε μεγάλη έμφαση στα ντραμς και θεωρώ πως ήταν το καλύτερο τους, εκείνη τη νύχτα!

 

Θα χαρώ πολύ να τους ξαναδώ, θεωρώ πως δεν έχουν να ζηλέψουν κάτι από μικρές, ξένες μπαντες του είδους και βρήκα και άκρως ενδιαφέρουσα τη σκέψη να προστεθούν στο lineup της βραδιάς – ένα post rock συγκρότημα γενικά, με αφορμή και την post rock στροφή των Deafheaven στον τελευταίο τους δίσκο, και όχι πχ ένα πιο μέταλ, όπως οι αγαπημένοι Allochiria που εγώ είχα σκεφτεί και που τους είχαν ανοίξει και την προηγούμενη φορά, αλλά και το συγκεκριμένο, όχι τόσο γνωστό / μεγάλο, ελληνικό, post rock συγκρότημα, ειδικά, όπου θεωρώ πολύ καλή την επιλογή να παίξουν πριν από μια μεγάλη μπάντα και μάλιστα μέταλ!

 

Λίγα λεπτά μετά τις 22:20, οπότε και είχε ανακοινωθεί ότι θα ξεκινούσε το σετ των Deafheaven, όλα ήταν πλέον έτοιμα, αφού για ώρα, αμέτρητοι τεχνικοί πηγαινοέρχονταν στη σκηνή, στήνοντας και τεστάροντας τα πάντα. Τα φώτα χαμήλωσαν, το video wall φωτίστηκε και ένα ένα, τα μέλη του συγκροτήματος, βγήκαν στη σκηνή, εν μέσω θερμού πρώτου χειροκροτήματος, εκ μέρους του κοινού, με τελευταίο, τον ιθύνοντα νου, τον τραγουδιστή George Clarke, ο οποίος εξαρχής φαινόταν με ανεβασμένη διάθεση και όρεξη να τα διαλύσει όλα, πράγμα που έκανε στην εκρηκτική συνέχεια της βραδιάς, την οποία όσο κι αν την περιμέναμε, δε μπορούσαμε να προβλέψουμε το τόσο μεγάλο εύρος της εκρηκτικότητάς της. Δεν ήταν ο μόνος, φυσικά, με καλή διάθεση, από το πρώτο ως το τελευταίο λεπτό: στο ίδιο κλίμα κυμαινόταν και η μπάντα, αλλά και το κοινό, το οποίο, μέχρι εκείνη την ώρα, είχε γεμίσει (ευτυχώς, σε κανονικό, μη ασφυκτικό βαθμό) τον χώρο. Τον χώρο του Gagarin, τον ίδιο χώρο, που είχε υποδεχτεί το συγκρότημα από το Σαν Φρανσίσκο, πίσω, το 2014, με μόνο 200-300 άτομα, σύμφωνα με τις μαρτυρίες των λίγων, δυστυχώς, μα εκλεκτών, που είχαν παρακολουθήσει την πρώτη τους επίσκεψη στα μέρη μας.

 

Σχεδόν μια ζωή μετά, καθώς τόσο, φαντάζει στα μάτια μου, το διάστημα από το τότε, στο τώρα, και για προσωπικούς λόγους, αλλά και με την έννοια της πολυετούς απουσίας του συγκροτήματος από την Ελλάδα και την αναμονή όλων μας, να τους δούμε, επιτέλους (προσωπικά, τους περίμενα μια πενταετία, από τα τέλη του 2017, οπότε και τους ανακάλυψα και δεν χρειάστηκα πολύ για να κολλήσω μαζί τους), αλλά και εξαιτίας των απαραίτητων ημερομηνιακών αλλαγών που έφερε η πανδημία, εξαιτίας της οποίας, ενώ θα τους βλέπαμε μετά από 6 χρόνια, στα μέσα του 2020, η ημερομηνία σπρώχτηκε για 2,5 χρόνια μετά, σχεδόν κανείς δεν πίστευε πως η μέρα αυτή, επιτέλους, είχε φτάσει και πως κοινό και μπάντα, θα βρίσκονταν στο Gagarin, με σάρκα και οστά, για τη συναυλία αυτή – ακόμα κάτι που πιστώνεται στη Smoke The Fuzz και στην επιμονή της να ανταμείψει, το πολυπληθές, όπως φάνηκε, κοινό, που λαχταρούσε την άφιξή τους.

 

 

Διότι, όπως ίσως (δεν) ξέρετε, είναι τρομερά δύσκολο να κλείσεις μια μπάντα για συναυλία, πόσο μάλλον μια μεγάλη μπάντα, πόσο μάλλον, μια μπάντα από την Αμερική, πόσο μάλλον, για συναυλία στην Ελλάδα, πόσο μάλλον, όταν η προηγούμενη φορά δεν είχε καταγράψει και τρελά εισιτήρια και εκτός όλων αυτών, που ούτως η άλλως, εξαρχής ίσχυαν, για τη συγκεκριμένη συναυλία πχ, να έχεις να μιλάς συνέχεια με ατζέντηδες κλπ σχετικά με τις αναβολές λόγω της πανδημίας, να μεταφέρεις ημερομηνίες, να τις ανακοινώνεις στο κοινό, να εισπράτεις μερική δυσαρέσκεια ίσως και παρ’όλα αυτά, να επιμένεις να την κάνεις τη συναυλία, μόλις αυτό καταστεί δυνατό και να μην την ακυρώνεις εντελώς, όπως έκαναν άλλες κι άλλες διοργανώσεις με άλλες συναυλίες, αλλά να το κάνεις και γιατί το αγαπάς όλο αυτό και γιατί αγαπάς και τον κόσμο. Έναν κόσμο που επίσης σε αγαπάει, ξέρει τι κάνεις ως εταιρία και δεν διαμαρτύρεται, θεωρώ, ιδιαίτερα, καθώς τα διαπιστευτήρια έχουν δοθεί εδώ και χρόνια (σε αντίστιξη με άλλες, που για αυτό με κάθε αναβολή ή ακύρωση, η γκρίνια ήταν τεράστια, όχι μόνο για τη συναυλία καθ’αυτή και το γεγονός πως δεν θα δουν την αγαπημένη τους μπάντα, αλλά ακριβώς επειδή η αναξιοπιστία σου έχει βαρέσει κόκκινο εδώ και χρόνια και ξέρουν πως και τη συναυλία, μάλλον δεν θα δουν ποτέ και για να πάρουν τα λεφτά τους πίσω, θα αγανακτήσουν. Η Smoke The Fuzz, δεν είναι τέτοια εταιρία και αποτελεί μία από τις ελάχιστες εξαιρέσεις που πραγματικά νοιάζονται για το κοινό τους, πιστέψτε με. Και δεν έχω κέρδος να το πω έτσι. Έτσι είναι και για αυτό κράζω και όσες δεν είναι έτσι). Ας επιστρέψουμε, όμως, πάλι, στα του λάιβ.

 

Παρά το γεγονός πως η Αθήνα, αποτελούσε την τελευταία στάση, στης συγκεκριμένη, διάρκειας έξι εβδομάδων, ευρωπαϊκής τους περιοδείας, ίχνος κούρασης δεν αποτυπωνόταν στα πρόσωπά τους, αντιθέτως, η ενέργεια έρεε αστείρευτη, από την αρχή ως το τέλος. Ξεκίνησαν το σετ τους με τρία κομμάτια από τον τελευταίο δίσκο του, τον περυσινό τους, τον ‘Infinite Granite’, τα οποία αποτέλεσαν ιδανικό, για τη συνέχεια, ζέσταμα. Η αλήθεια είναι, πως προσωπικά, χρειάστηκα μερικές παραπάνω ακροάσεις, για να αγαπήσω αυτόν τον δίσκο. Όχι επειδή δεν ήταν καλός, αλλά διότι αποτέλεσε σημείο – σταθμό στον ήχο της μπάντας, καθώς με αυτόν, ο ήχος τους άλλαξε ριζικά (χωρίς, όμως, να ξεχνάει τις καταβολές του).

 

 

Συχνό φαινόμενο να μην καλοδέχεται, μεγάλη μερίδα του κοινού, την όποια ηχητική μεταστροφή ενός συγκροτήματος, πράγμα κατανοητό, ως ενός σημείου, στην αρχή, αλλά αν αυτό συνεχίζεται, δύο είναι τα τινά: είτε ως ακροατής, δεν σου αρέσει γενικότερα, καθόλου, το τάδε είδος, στο οποίο στράφηκε η τάδε μπάντα, πράγμα σεβαστό, είτε αν σου αρέσει γενικά (όπως εμένα, που μου αρέσει το post rock και το dream pop, τα κυρίαρχα μουσικά στοιχεία του ‘Infinite Granite’, για αυτό και δεν άργησα πολύ να τον αγαπήσω κι αυτόν τον δίσκο), αλλά εξακολουθείς να κράζεις τη στροφή της τάδε μπάντας στο νέο για αυτή, τάδε είδος, που κατά τα άλλα, σου αρέσει και ενώ η δουλειά της αυτή, είναι, με βάση τα νέα κριτήρια, εξαιρετική, τότε είσαι ένας κολλημένος παπάρας – συγγνώμη, ε;

 

Προφανώς, το βάρος του σετ τους έπεσε στον τελευταίο τους δίσκο (με τα αντίστοιχα, μπλε visuals να κοσμούν την πίσω πλευρά της σκηνής), με το μισό να αποτελείται από κομμάτια του, πράγμα το οποίο μπορεί να μην τρέλανε τους πάντες, αλλά είναι αμφότερα κατανοητά. Η επιλογή της μπάντας, από τη μια, επειδή στην παρούσα περιοδεία, προωθείται ο νέος τους δίσκος, το κοινό, από την άλλη, που ναι μεν του άρεσε ο δίσκος, αλλά ίσως δεν είχε προλάβει να το ‘απορροφήσει’ τόσο, σε σύγκριση με τους παλιότερους. Παρ’ όλα αυτά, αυτό δεν στάθηκε εμπόδιο σε τίποτα, επειδή το ελληνικό κοινό, διψούσε να δει τους Deafheaven, οπότε το setlist ήταν κάτι δευτερεύον. Μετά τα τρία πρώτα, νέα κομμάτια, ήρθε το μαγικό ‘Honeycomb’, από τον προηγούμενο δίσκο τους, τον ‘Ordinary Corrupt Human Love’, του 2018 (στα τέλη του οποίου, όπως και στις αρχές του 2016, ήταν οι δύο προηγούμενες ευκαιρίες, όταν δηλαδή, είχαν κυκλοφορήσει οι προηγούμενοι δίσκοι τους, οι επόμενοι του ‘Sunbather’, οπότε και έπαιξαν στην Ευρώπη, που θα μπορούσαν να είχαν ξανάρθει, αλλά κανείς, τότε, δεν τις αξιοποίησε…), με το οποίο, νιώσαμε τον ενθουσιασμό να φουντώνει στο venue και στο τέλος, του οποίου, εγώ προσωπικά, δάκρυσα – από ότι έμαθα, εκ των υστέρων, δεν ήμουν ο μόνος (τι όμορφο συναίσθημα αυτό, να σε συγκινεί τόσο η μουσική, μα και πόσο σπάνιο, όταν αυτό συμβαίνει και ζωντανά, όταν η μουσική αποδίδεται με ψυχή και καταφέρνει να σε αγγίξει κι εκεί, ανάμεσα σε αγνώστους, ακόμα κι αν έχεις ξανακούσει το κομμάτι, μόνος σου, αμέτρητες φορές, πριν…).

 

Ακολούθησε το ‘From The Kettle Onto The Coil’, το single τους από το 2014, που έμεινε εκτός δίσκου, αλλά ηχογραφήθηκε στον live δίσκο που κυκλοφόρησαν το 2020 προς εορτασμό των 10 ετών τους, το ‘Worthless Animal’, από τον προτελευταίο δίσκο και άλλα δύο κομμάτια από τον τελευταίο, πριν αποχωρήσουν από τη σκηνή και επιστρέψουν, υπό το κάλεσμα του κοινού, για το καθιερωμένο encore, που ξεκίνησε με το ‘Brought To The Water’, από τον δίσκο ‘New Bermuda’, του 2015, προκαλώντας πανικό και ολοκληρώθηκε με το ‘Dream House’. Ο κόσμος, πριν από αυτό, φώναζε το ‘Sunbather’, ο George, ρώτησε δήθεν, θεατρικά, κουρασμένος ‘τι θέλετε από εμένα’, ένας από το κοινό, του απάντησε ‘Sunbather’, με τον George να ανταπαντά ‘Όχι σήμερα, κύριε, συγνώμη. Σήμερα θα σας παίξουμε το καλύτερο τραγούδι που έχουμε γράψει ποτέ’, εννοώντας το Dream House.

 

 

Και δεν έχει άδικο, μιας και είναι όντως από τα πιο δυνατά τους κομμάτια και τα πιο αγαπημένα του κοινού, αλλά κι ένα από αυτά, που ο ίδιος δίνει πάνω στη σκηνή και κάτω από αυτή, όλο το του είναι. Από τα πρώτα δευτερόλεπτα του κομματιού, το κοινό ξέσπασε σε ένα ατελείωτο headbanging, ο κάθιδρος George, σαν να δαιμονίστηκε (με την καλή έννοια) και το τελευταίο αυτό κομμάτι, έσπειρε τον πλήρη όλεθρο! Στη συνέχεια, για να το συνδέσω με αυτό που προείπα, κατέβηκε από τη σκηνή, πλησίαζε το κοινό στις μπροστινές σειρές, άπλωνε τα χέρια του στα δικά του, αγκαλιαζόταν μαζί του, ούρλιαζαν από κοινού και όλων οι καρδιές και τα στόματα, βροντοφώναξαν ‘I WANT TO DREAM!’.

 

Μας αποχαιρέτησαν, λέγοντας πως μας αγαπούν (όπως και την Αθήνα) πολύ, σχολιάζοντας πως άργησαν πολύ να ξανάρθουν και υποσχόμενοι πως δεν υπάρχει περίπτωση να καθυστερήσουν ξανά τόσο, αλλά θα επανέλθουν πολύ σύντομα (πράγμα που ευχόμαστε ολόψυχα και προσωπικά, μόλις είδα προ ημερών, πως ανακοίνωσαν εμφανίσεις για το 2023, όπου με αφορμή, προφανώς, τη δεκαετή επέτειο του ‘Sunbather’, στις εμφανίσεις τους αυτές, θα παίξουν αποκλειστικά και μόνο, τον συγκεκριμένο δίσκο, στην ολότητά του. Πόσο σπουδαίες θα είναι οι εμφανίσεις αυτές! Και πόσο ενδιαφέρον θα έχει να φανεί ολοκληρωμένα το γεγονός πως αυτός ο δίσκος στέκει αγέραστος, δέκα χρόνια μετά και συνεχίζει να αφορά τους πάντες, κοινό, μουσικούς και κριτικούς, όλους όσους επηρεάστηκαν από αυτόν και μίλησαν για αυτόν! Ναι, κεντρικά Smoke The Fuzz εκεί; Ναι με ακούτε; Ναι γεια σας, να σας ρωτήσω, μήπως μπορούμε να κλείσουμε Deafheaven για την άνοιξη, να ακούσουμε ολόκληρο τον Sunbather, γιατί ήμασταν μικρά το ’14 και είχαμε χάσει το πρώτο τους λαίβ εδώ, όπου έπαιξαν πολλά κομμάτια από αυτόν; Τι πάει να πει μόλις τώρα ήρθαν Ελλάδα; Να ξανάρθουν πάραυτα, παρακαλώ! Υπάρχει και σημειολογία, πίσω από όλο αυτό, 10 χρόνια από τον πρώτο, μεγάλο, σπουδαίο δίσκο των Deafheaven, έτος που συμπίπτει με τα 10 χρόνια σας ως Smoke The Fuzz, ποιος καλύτερος τρόπος να γιορτάσετε από κοινού τις επετείους σας, μαζί με όλους εμάς, που τόσο σας αγαπάμε, αμφότερους;).

 

Τι άλλο να πω; Τι βραδιά ήταν αυτή; Έφυγαν από τη σκηνή, μετά από σχεδόν 1,5 ώρα και μείναμε όλοι σαν χαζοί, να κοιτιόμαστε άηχα μεταξύ μας (πριν οι τύποι του χώρου, μας πετάξουν όλους έξω  βιαστικά – τι φάση, πρώτη φορά κάτι τέτοιο, ας τσιλάρουν λίγο γενικά). Όταν βρήκαμε τη φωνή μας και πετύχαμε φίλους, πραγματικά δεν ξέραμε τι να πούμε για αυτό που ζήσαμε. Εγώ, ειλικρινά σας μιλάω, ένιωθα ισοπεδωμένος (με την καλή έννοια, πάντα), δεν καταλάβαινα που πατούσα και που βρισκόμουν (ούτε καν πως έφτασα σπίτι, λες και είχα μεθύσει – και κάτι τέτοιο είχε γίνει, από ακουστικής, καλλιτεχνικής, ηχητικής και αισθητικής πλευράς). Είχα να βιώσω κάτι αντίστοιχο, από την προ τετραετίας, αξέχαστη εμφάνιση των Amenra στο τότε Piraeus Academy, τον Δεκέμβριο του 2018 (ξανά σε διοργάνωση της Smoke The Fuzz, η οποία και μας κάνει ακόμα ένα δώρο, φέρνοντάς τους πάλι, στο Gagarin, τον προσεχή Φεβρουάριο του 2023, όπου και φυσικά, θα είμαστε όλοι εκεί – θα πάω απουσίες, ε!).

 

 

Μα εντάξει, οι συναυλίες ταλαιπωρήθηκαν και μια διετία από την πανδημία, με αναβολές, ακυρώσεις, επαναπρογραμματισμούς, αλλά από τις λίγες που είδαμε, πριν και μετά από αυτήν, ελάχιστες ήταν πραγματικά και συνολικά, έστω και αρκούντως, αξιόλογες, πόσο μάλλον, ισοπεδωτικές, όπως προείπα. Νομίζω ότι έχουμε συνηθίσει να τρώμε και αρκετή μετριότητα στη μάπα, από πολλές απόψεις, στο θέμα των συναυλιών, κι όταν αραιά και πού, γίνεται μια συναυλιάρα (με όλη την έννοια της λέξης, να καλύπτει όλους τους επιμέρους τομείς), νιώθουμε σαν να τρώμε χαστούκι και να αναφωνούμε μετά, ότι κοίτα να δεις, υπάρχουν κι αυτές, όντως, δεν έχουν εκλείψει, πια, εντελώς – ε, μια τέτοια ήταν κι αυτή. Διότι ξέρετε, είναι εύκολο να διακρίνεις μια καλή από μια κακή, αλλά όχι τόσο εύκολο, να βρεις και να ζήσεις την τέλεια από την καλή, που έχει την έννοια της μετριότητας λίγο, της σειράς δηλαδή, αυτή του τύπου ‘εντάξει, καλά ήταν’ – αλλά δεν ήταν τέλεια, ξέρετε τι εννοώ.

 

Και ναι, ισχύει αυτό που είπα στην αρχή: ήταν η συναυλία της χρονιάς, αλλά όχι μόνο: ήταν, ακόμα, μία από τις καλύτερες και σημαντικότερες που έχουν λάβει χώρα, τα τελευταία χρόνια, στην Αθήνα. Δεν το λέω επειδή είναι αγαπημένο συγκρότημα, είχα απωθημένο να τους δω, τους περίμενα χρόνια κλπ. Υπήρξαν στο παρελθόν αγαπημένα συγκροτήματα, που είτε τους είδα για πρώτη φορά, είτε επόμενη και δυστυχώς, η εμφάνισή τους ήταν κακή – για τους όποιους λόγους, η κάθε μία και σίγουρα, είναι δυσάρεστο για τον καθένα, να παραδεχτεί πως δεν πέρασε καλά σε συναυλία αγαπημένου του συγκροτήματος, αλλά ναι, συμβαίνουν και αυτά και πχ, για μένα, τελευταία φορά, αυτό συνέβη με την φετινή εμφάνιση, των, κατά τα άλλα αγαπημένων, Placebo, φέτος το καλοκαίρι.

 

 

Θα είχε νόημα όμως να πω πως ήταν τέλεια ενώ ήταν μαύρα χάλια; Όχι, και κάποια στιγμή πρέπει να τελειώσει αυτό που για πολλούς, όλα και όλα, πάντα και παντού, είναι ‘καλά’. Δεν είναι έτσι και καλό είναι να είμαστε αντικειμενικοί και να μη χάνουμε την αξιοπιστία μας, ψευδόμενοι, άνευ λόγοι και αιτίας. Ε, η συγκεκριμένη, ήταν τέρμα γαμιστερή συναυλία, για να το πω κι έτσι και γούσταρα και που ήρθαν, αλλά και κυρίως, που ανταπεξήλθαν στις προσδοκίες μου και παρουσίασαν ένα show αντάξιο του ονόματός τους, της φήμης τους και της δουλειάς τους, που το απόλαυσα κι εγώ και όλοι – οι οποίοι, ευτυχώς, ήταν πολλοί, δείγμα πως το fanbase αυξήθηκε στη χώρα μας, κατά την οκταετή απουσία τους, κόντρα στα πιστεύω άτολμων διοργανωτών που δεν αποφάσιζε κανείς τους να τους φέρει.

 

Μια τεράστια μπάντα που ξέρει και γουστάρει να παίζει, μπορεί και θέλει να αλληλεπιδράει με το κοινό (όσο μικρό και μεγάλο κι αν είναι αυτό ή η σκηνή στην οποία παίζει, χωρίς υστερίες, δηθενιές, ψωνισμούς και ύφη), καθώς και να προσφέρει μια αξέχαστη εμπειρία σε όσους γουστάρουν τη μουσική τους και σε όσους θέλουν να τη δοκιμάσουν, κλείνοντας τα αυτιά τους στα ζηλιάρικα και κακιασμένα σχόλια ανίδεων που νομίζουν πως μέταλ είναι μόνο οι Maiden. Δεν θυμάμαι αν το ανέφερα (Τα έχω χάσει πια με αυτό το λαίβ και αυτό το κείμενο), αλλά ο George, είναι μια φοβερή, θεατρική προσωπικότητα, ένας showman, ο οποίος έχει τα φόντα του σταρ, αλλά είναι αντιστάρ, αφού είναι κοντά στο κοινό και στη μουσική και δεν έχει φορέσει τον μανδύα της ανούσιας διασημότητας. Φοβερά φώτα και ήχος (αν και θα τον ήθελα λίγο πιο χαμηλά), ο προγραμματισμός και οι ώρες τηρήθηκαν δεόντως, όπως πάντα, από τη Smoke The Fuzz, η οποία για άλλη μια φορά, άφησε τη σφραγίδα της στα συναυλιακά δρώμενα της χώρας – και είναι τιμή της, την εποχή που οι περισσότερες εταιρίες μόνο ντροπή θα έπρεπε να νιώθουν για διάφορες συμπεριφορές της, αλλά και εμάς, του κοινού της, που απολαμβάνουμε τέτοια live υψηλού επιπέδου και προδιαγραφών, με αντίστοιχα υψηλό σεβασμό στην αγάπη για το εκάστοτε συγκρότημα, αλλά και στο πρόγραμμα, μα και στο πορτοφόλι του φαν – θεατή – πελάτη. Να τα λέμε αυτά, χρειάζεται, πλέον, περισσότερο από ποτέ. Πάντα ήταν σημαντικά, αλλά τώρα περισσότερο, που όλοι σκεφτόμαστε αρκετές φορές πού θα διαθέσουμε τα χρήματά μας, αν θα αξίζει κλπ το θέαμα που θα πληρώσουμε, η διοργάνωση, όπου θα μας φερθούν σαν άνθρωποι και που η βραδιά θα τελειώσει σε μια λογική ώρα και θα μπορέσει ο κόσμος να γυρίσει με τα μέσα, σπίτι του και όχι να αρχίζουν με τεράστιες καθυστερήσεις, απλώς γιατί έτσι, τελειώνοντας κάνα δίωρο μετά τα μεσάνυχτα, κι ας κόψει το λαιμό του ο κόσμος για το πώς θα γυρίσει ή πώς θα πληρώσει διπλές ταρίφες στα ταξί για τεράστιες αποστάσεις. Σημαντικότατο να κλείνονται και να έρχονται τέτοιες μπάντες εδώ, ακόμα περισσότερο, όμως, ο σεβασμός στον θεατή. Βγάζω το καπέλο σε διοργανωτές που τον σέβονται και η Smoke The Fuzz, ανήκει στους ελάχιστους, που μετριούνται στα δάχτυλα του ενός χεριού. Θα τα ξαναλέω κι ας ακούγομαι κουραστικός.

 

Κλείνω, λοιπόν, αυτή την ανταπόκριση, έστω και με χρονική καθυστέρηση, ελπίζοντας να έδωσα έστω ένα μικρό δείγμα του τι ζήσαμε, αν και δυσκολεύτηκα πολύ. Θα ήθελα να πω κι άλλα, όμως είναι δύσκολο, δεν μεταφέρονται τέτοια συναισθήματα που ξεπερνούν τη λογική, σε ένα κείμενο, μα ήταν όλα φανταστικά. Και οι Deafheaven, και το support και όλα. Και το setlist. Ναι, όλοι θα θέλαμε κι άλλα τραγούδια, παλιότερα κλπ, όμως όταν ό,τι ακούσαμε, ήταν υπέροχο, δεν έχουμε κάτι άλλο να σκεφτούμε ή να ζηλέψουμε. Θα πω μόνο πως ελπίζω να τους ξαναδούμε σύντομα, γιατί είναι μια μπάντα που αντικειμενικά το αξίζει, αφού είναι απολαυστική και στο live – γιατί ξέρετε, θα μπορούσαν να είναι φανταστικοί στο στούντιο, αλλά ζωντανά, να μην ακούγονταν. Ανανεώνουμε, λοιπόν, το ραντεβού μας, μαζί τους, στο εγγύς μέλλον και με τη Smoke The Fuzz, για τον Φλεβάρη, με τους Amenra, οπότε και αναμένεται αντίστοιχος χαμός! Τέλος, είμαι προσωπικά, βαθιά ευγνώμων στην Smoke The Fuzz για αυτή τη συναυλία.

 

 

SETLIST:

 

1) Shellstar

2) In Blur

3) Great Mass Of Color

4) Honeycomb

5) From The Kettle Onto The Coil

6) Worthless Animal

7) The Gnashing

8) Mombasa

 

ENCORE:

 

9) Brought To The Water

10) Dream House

 

 

**

 

Κείμενο: Πάνος Σταυρουλάκης

Φωτογραφίες: Τηλέμαχος Κουκλάκης

 

*

More from Πάνος Σταυρουλάκης
Ανταπόκριση: Cult Of Luna, Calyces & Sevengill @ Fuzz Live Music Club – Τετάρτη 19/10/22
    Στην πρώτη συναυλία για φέτος,στο αγαπημένο Fuzz Club στον Ταύρο,...
Read More
0 replies on “Ανταπόκριση: Deafheaven & Once Upon A Winter @ Gagarin 205 Live Music Space – Σάββατο 15/10/2022”