Στην καλύτερη συναυλία της λειψής, φετινής, συναυλιακής σεζόν βρεθήκαμε λίγο πριν το τέλος αυτής: σε εκείνη των υπέροχων Boy Harsher, οι οποίοι επισκέφθηκαν τη χώρα μας για τρίτη φορά, τρία χρόνια μετά την τελευταία, για τρεις σαρωτικές εμφανίσεις (οι οποίες, αρχικά, ήταν δύο, μία στη Θεσσαλονίκη και μία στην Αθήνα, αλλά το sold out της Αθήνας, οδήγησε σε προσθήκη ακόμα μίας μέρας), έχοντας στο πλευρό τους και τους εξαιρετικούς Hide, οι οποίοι μας επισκέπτονταν για πρώτη φορά. Πάμε να τα δούμε, όμως, όλα, αναλυτικά!
Μέσα στα 8,5 χρόνια ύπαρξής τους, οι Boy Harsher, έχουν καταφέρει να χτίσουν ένα μεγάλο κοινό, το οποίο διεθνώς, αυξάνεται συνεχώς (και δικαίως) – το ίδιο και στα μέρη μας. Έχοντας καταφέρει να γίνουν ένα από τα πιο καυτά ονόματα της σύγχρονης ηλεκτρονικής σκηνής, δε θα μπορούσε να μη φτάσει η ώρα όπου θα περνούσαν κι από τα μέρη μας, κάτι που έγινε για πρώτη φορά, στα τέλη του 2017, στο Temple, το οποίο και είχε γίνει σχεδόν sold out, τότε. Επανήλθαν 1,5 χρόνο αργότερα, το καλοκαίρι του 2019, στα πλαίσια του Plissken Festival, στην Τεχνόπολη και λίγο μετά, ανακοινώθηκε η επιστροφή τους, την άνοιξη του 2020, στο Fuzz, από τη 3 Shades Of Black (που τους έφερε και την πρώτη φορά και ξανά, τώρα, εν τέλει) η οποία, δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ, αφού όπως και όλα τα πολιτιστικά events, έπεσε θύμα της έλευσης της πανδημίας.
Αρχικά, αναβλήθηκε για το φθινόπωρο του 2020 και στη συνέχεια, για την άνοιξη του 2021. Λόγω του δεύτερου lockdown αλλά και των συνθηκών που συνέχιζαν να επικρατούν σε όλη την Ευρώπη, δεν πραγματοποιήθηκε, όχι μόνο η στάση στα μέρη μας, αλλά ολόκληρη η ευρωπαϊκή περιοδεία. Όταν λοιπόν, το φθινόπωρο του 2021, ανακοινώθηκε νέα ημερομηνία για τη συναυλία, τον Μάιο του 2022, μπορεί η γενικότερη κατάσταση να ήταν κάπως καλύτερη από την προηγούμενη χρονιά, αλλά κάτι η όμικρον που θέριζε, κάτι το ότι πρόλαβαν να γίνουν ελάχιστες ξένες συναυλίες και στο τέλος του 2021, σταμάτησαν ξανά, αρκούσαν για να πούμε ‘ας φτάσει Μάιος, να είμαστε καλά και βλέπουμε αν και πώς θα γίνει. Ο Μάιος έφτασε και τελικά, χωρίς κανείς να το πολυπιστεύει, η συναυλία έγινε, τελικά!
Στην αρχή, είχε οριστεί στον ανοιχτό χώρο του Lunar Space, στην Καλλιθέα, έναν χώρο που άνοιξε το προηγούμενο καλοκαίρι και φιλοξένησε κάποιες εκδηλώσεις. Παρ’ όλα αυτά, κάποιες μέρες πριν τη συναυλία, άλλαξε χώρο και μεταφέρθηκε στο Anodos Live Stage, κάτι που ομολογουμένως, ξεσήκωσε αρνητικά σχόλια, σε σχέση με το ότι ο χώρος ήταν κλειστός (από υγειονομικής άποψης, δηλαδή, λες και δεν είχαμε δει την πλειοψηφία του κοινού που και τον χειμώνα, στους κλειστούς χώρους, αφαιρούσε τη μάσκα, παρ’ όλο που ήταν υποχρεωτική, αλλά τέλος πάντων). Εμένα μου κακοφάνηκε λίγο, απλώς και μόνο με την έννοια πως ήδη στα μέσα Μάη, είχαν πιάσει οι ζέστες και δεν ήξερα πως θα ήταν στον κλειστό χώρο, αλλά ευτυχώς, παράπονο δεν είχα, τελικά. Η μεταφορά, δικαιολογήθηκε με κάποια ανύπαρκτη πρόγνωση κακοκαιρίας, για εκείνη τη μέρα, ενώ ήταν εμφανές πως αυτό δε στέκει, αφενός επειδή τέτοια πρόγνωση δεν υπήρξε, αφετέρου επειδή ένα τριήμερο πριν, μια άλλη, ξένη συναυλία, άλλου διοργανωτή, θα λάμβανε χώρα στο Lunar Space και μεταφέρθηκε αντιστοίχως στο Anodos, επομένως κάτι άλλο έπαιξε με τον χώρο. Όπως και να έχει, πιθανώς να ήταν και για καλύτερα, πιστεύω.
Λίγες μέρες πριν την πολυαναμενόμενη συναυλία, αυτή έγινε sold out, παρά τη μεγάλη χωρητικότητα του Anodos, κάτι που οδήγησε τους διοργανωτές να προσθέσουν ακόμα μία συναυλία, την προηγούμενη μέρα, η οποία ήταν κενή στο πρόγραμμα των Boy Harsher, στο Temple, η οποία επίσης έγινε sold out, κάτι που από τη μια, μόνο ως χαροποιητικό, μπορείς να το χαρακτηρίσεις αυτό, από την άλλη, όμως, με έκανε να αναρωτηθώ για τον λόγο πού και η δεύτερη μέρα, δεν έγινε στο Anodos (αν και υποθέτω πως ίσως να είναι και ακριβή η ενοικίαση του χώρου και να μην περίμεναν ότι θα γέμιζε), αφού προσωπικά΄, πιστεύω πως και εκεί, θα γινόταν sold out, αφού πολύς κόσμος, μέχρι και τελευταία στιγμή, εξακολουθούσε να ψάχνει απελπισμένα έστω και για ένα εισιτήριο στα social media. Όπως και να έχει, νομίζω ότι την επόμενη φορά, είτε θα τους δούμε, αν είναι χειμώνας, σε κανένα Ξιφασκίας, στο Φάληρο, είτε σε κανένα Οάκα, αν είναι καλοκαίρι, έτσι όπως αυξάνεται το fanbase τους. Τους περιμένουμε και πάλι και στο μεταξύ, ας δούμε τι έγινε τη βραδιά του live – του δεύτερου, που στην ουσία, ήταν το πρώτο που είχε κανονιστεί.
Φτάνοντας στον χώρο, αφού είχαν ανοίξει οι πόρτες, εντυπωσιάστηκα από διάφορα: από τη μεγάλη προσέλευση του κόσμου από νωρίς, κάτι που ξέρουμε ότι δυστυχώς, δε συνηθίζεται, από τον χώρο, ο οποίος ήταν ωραίος και πολύ μεγάλος, μια χαρά ταιριαστός για συναυλιακός (δεν ήξερα τι να περιμένω, καθώς η κύρια χρήση τους είναι ως μπουζουξίδικο, αλλά τελικά ήταν μια χαρά, όπως αντίστοιχα και το Gazi Music Hall, όπου είχα πάει προ τετραετίας, για τη συναυλία των GY!BE), αλλά και από την ωραία μουσική που έπαιζε στον χώρο, μέχρι να έρθει η ώρα του live. Βρήκα ωραιότατη και δροσερή θέση, πάνω και αριστερά στη σκηνή και περίμενα, ενώ ο χώρος γέμιζε, ώσπου αυτό έγινε ολοκληρωτικά, χωρίς όμως να είμαστε εντελώς πίτα, είχε προβλεφθεί, δηλαδή, ένα ανακουφιστικό περιθώριο πριν από αντίστοιχες, δυσάρεστες, ασφυκτικές καταστάσεις που έχουμε ζήσει στο παρελθόν, οπότε τώρα είμαστε άνετοι, δεδομένων πάντα και των συνθηκών.
Λίγα λεπτά μετά τις 22:00, οι Hide (οι οποίοι, δε βγήκαν χθες, έχουν ήδη κυκλοφορήσει τρεις δίσκους και μάλιστα, από την ιστορική Dais Records!), το πρώτο act της βραδιάς, το industrial ντουέτο του Cher και της Gabel, που περιόδευε μαζί με τους Boy Harsher (αξίζει μπράβο στα παιδιά που έχοντας γίνει πρώτο όνομα, παίρνουν συχνά μαζί τους, κι άλλες, πολύ ενδιαφέρουσες και ίσως όχι τόσο γνωστές μπάντες, και δίνουν την ευκαιρία σε τόσες χώρες να τις γνωρίσουν), σε αυτό το σκέλος της περιοδείας τους (και έτσι, είχαμε κι εμείς τη χαρά να τους δούμε για πρώτη φορά ζωντανά στη χώρα μας), ανέβηκε στη σκηνή για τις τελευταίες ετοιμασίες (αφού ο εξοπλισμός τους, ήταν ήδη στημένος στα αριστερά της σκηνής, όπως και των Boy Harsher, στα δεξιά) και στις 22:15, μόλις μετά από ένα τέταρτο καθυστέρησης, είχε έρθει η ώρα να ξεκινήσουν το σετ τους. Πριν συμβεί αυτό, έγινε κάτι το οποίο με παραξένεψε, αλλά στη συνέχεια κατάλαβα γιατί έγινε: Μόλις ανέβηκαν στη σκηνή, οι φωτογράφοι, πήραν τη θέση τους από κάτω, μεταξύ αυτής και των κιγκλιδωμάτων που τη διαχωρίζουν με το κοινό, όπως και συνηθίζεται άλλωστε.
Τότε, ο τύπος έσκυψε προς δυο τρεις, κάτι τους είπε και ακολούθησε μια γρήγορη συζήτηση, αυτοί μετέφεραν αυτό που τους είπε, στους υπόλοιπους φωτογράφους και σιγά σιγά, αποχώρησαν όλοι από το σημείο. Τότε, εγώ διερωτήθηκα, τι φάση; Δε θέλουν φωτογραφίες; Είναι ψώνια; Νούμερα όρθια; Κι αν ναι, νομίζουν ότι μπορούν να απαγορεύσουν στις επαγγελματίες να κάνουν τη δουλειά τους; Τελικά, τίποτα από αυτά δε συνέβη. Απλώς, όπως φάνηκε με το που ξεκίνησαν το σετ τους, παίζουν στο σκοτάδι, μόνο με ένα λευκό strobe light, το οποίο και δεν επαρκεί για αν τους φωτίσει και έτσι όπως αναβοσβήνει, καθιστά δύσκολο και να τους παρακολουθήσεις, πόσο μάλλον να τους φωτογραφίσεις, οπότε υποθέτω ότι απλώς ενημέρωσε τους φωτογράφους εξαρχής, για αν το ξέρουν και να μην κάθονται άδικα, προσπαθώντας να τους τραβήξουν (για αυτό και η παρούσα ανταπόκριση δε συνοδεύεται από αντίστοιχες φωτογραφίες της εμφάνισής τους).
Αφού λοιπόν, έδωσαν και την οδηγία να σβήσουν εντελώς τα φώτα, ο χώρος βυθίστηκε στο σκοτάδι (με μόνη εξαίρεση το δικό τους φως), η σκηνή τυλίχτηκε στον καπνό και με εκείνον, πίσω από την κονσόλα, κι εκείνη μπροστά, με το μικρόφωνο ανά χείρας, ξεκίνησε η κάθοδός μας στην κόλαση. Η ατμόσφαιρα βάρυνε, η μουσική τους άρχισε να ακούγεται όπως είναι, ωμή και σκληρή και το μέταλλο της φωνής της Gabel, άρχισε να συνταράσσει το είναι μας. Χωρίς να τραγουδάει με τη συμβατική έννοια, αλλά με ένα συνδυασμό μεταξύ απαγγελίας σκοτεινών στίχων και φτυσίματός τους προς πάσα κατεύθυνση, ενώ παράλληλα επιδιδόταν σε μια performance με δυσδιάκριτα όρια, μας παρέσυρε στον σκοτεινό τους, προκλητικό, αφτιασίδωτο κόσμο, ενώ με πυρετώδεις ρυθμούς, ο Cher κοπανιόταν πίσω από τα πλήκτρα και το drum machine, έριχνε τη μουσική που δημιουργούσε αυτή την απόκοσμη, μεταφυσική αίσθηση, η οποία κορυφωνόταν όταν η Gabel ακουγόταν σαν να κλαίει και να ουρλιάζει στο μικρόφωνο.
Επί ένα μισάωρο κι για 7-8 κομμάτια, ο κόσμος, γύρω, έσβησε και το έρεβός τους, μάς τράβηξε μέσα του, αφήνοντάς μας ξέπνοους, να αναρωτιόμαστε πού βρισκόμαστε, στο τέλος της εμφάνισής τους, κατά το οποίο, μάς ευχαρίστησαν θερμά και είπαν πως χάρηκα που βρέθηκαν εδώ. Κι εμείς το ίδιο, θα προσθέσω, καθώς και που είχαν την ευκαιρία να παίξουν και μπροστά σε μεγάλο κοινό, τρεις μέρες σερί, αφού αν έρχονταν μόνοι τους, για πρώτη φορά (το λέω έτσι, γιατί αν ξανάρθουν μελλοντικά, πράγμα που θα θέλαμε, τώρα που τους είδε τόσος κόσμος, όλο και κάποιος από αυτόν, θα έρθει και τότε), θα έπαιζαν πχ στο Temple για καμιά τριανταριά άτομα και θα ήταν κρίμα. Πολύ μου άρεσαν, και μουσικά και επί σκηνής. Μου θύμισαν τους Youth Code (που είχαμε τη χαρά να τους δούμε, λίγοι και καλοί πάλι, προ τετραετίας, στο Temple), αλλά στο πιο harsh/noise, ως προς τον ήχο τους. Μακάρι να τους ξαναδούμε σύντομα στα μέρη μας (από ότι είδα, το φθινόπωρο θα περιοδεύσουν στην Ευρώπη πάλι, με μια άλλη μπάντα - διοργανωτές, ετοιμαστείτε!)
25 λεπτά μετά, όλα ήταν έτοιμα για να υποδεχθούν το πρωταγωνιστικό δίδυμο της βραδιάς: η σκηνή είχε αδειάσει (μόνο ο εξοπλισμός του Muller, υπήρχε στην άκρη, δεξιά) και πάνω της είχαν στρωθεί δυο χαλιά, υποθέτω για να δοθεί μια οικεία αίσθηση. Ο κόσμος είχε γεμίσει τον κάτω χώρο, αλλά και τον εξώστη, όντας ετοιμοπόλεμος, με το μεγαλύτερο μέρος του, να περιμένει να τους δει για πρώτη φορά ζωντανά. Στις 23:10, λοιπόν και εν μέσω επευφημιών και του ‘Keep Driving’ να ακούγεται ως εισαγωγή, οι Boy Harsher, πατούν ξανά, ύστερα από τρία ολόκληρα χρόνια, σε αθηναϊκό έδαφος και ανεβαίνουν στη σκηνή για να μας θυμίσουν πως είναι η πραγματική μουσική του σήμερα.
Από την πρώτη στιγμή, κατέστη σαφές το εξής σημαντικό και ανέλπιστο: ο ήχος τους, ήταν πραγματικά εξαιρετικός. Και η μουσική ακουγόταν απρόσκoπτα, αλλά κυρίως, η τόσο ιδιαίτερη φωνή της Matthews. Τέλειος ήχος άλλα και τέλειος φωτισμός, άκρως ταιριαστός με το show τους, για το οποίο είχαν επιστρατευτεί και επιπλέον φώτα από αυτά του χώρου, και είχαν προστεθεί στη σκηνή, χωρίς φυσικά να λείπει και η μηχανή καπνού, που γέμιζε τον χώρο, δημιουργώντας τις κατάλληλες συνθήκες για ό,τι θα ακολουθούσε - βοήθησε και το φακουδάκι της, με το οποίο φώτιζε το κοινό.
Φυσικά, μιλάω για το σκοτεινό, ερωτικό, λάγνο κλίμα που δημιουργείται όπου και όποτε ακούγεται η ηλεκτρονική, dark wave, synth wave μουσική των Boy Harsher, ιδίως όταν αυτό γίνεται ζωντανά, όπως εκείνη τη μέρα στο Anodos, όπου μέσα του, η θερμοκρασία ανέβηκε κατακόρυφα, με τον χώρο εκατοντάδων σωμάτων ατόμων που λικνίζονταν στους αισθησιακούς ρυθμούς του αμερικανικού ντουέτου, οι οποίοι έκαναν το δάπεδο του χώρου να σείεται από τον χορό (και δικαίως, αφού και η Jae ευχαρίστησε τον κόσμο που ήρθε και τον ρώτησε αν θέλει να χορέψει, κάνοντας η ίδια την αρχή) καθώς έρχονταν από τη σκηνή, η οποία λουζόταν σε μονόχρωμο φως, ανά φάση, με τα κυρίαρχα χρώματα να είναι το χαρακτηριστικό τους κόκκινο, το πράσινο και το μπλε.
Με έναν αέρα που δεν είχαν την πρώτη φορά, πραγματικά σάρωσαν τη σκηνή. Και δεν το λέω μόνο με την κυριολεκτική έννοια, αφού η Jae πραγματικά την άλωσε, πηγαίνοντας πάνω κάτω, πλησιάζοντας το κοινό κλπ, αλλά και μεταφορικά, αφού φαίνεται πια, πως με τα χρόνια, τις αμέτρητες συναυλίες και τις συνεχείς περιοδείες, ‘του έχουν πάρει τον αέρα’ του όλου θέματος, αφού δε φοβούνται, δε διστάζουν, δε δείχνουν συγκρατημένοι και αυτό, μόνο καλό είναι. Χρειάζονταν έτσι λίγο να ξεφοβηθούν και μπράβο τους που το κατάφεραν. Είναι, άλλωστε, λογικό που δεν είχαν φτάσει σε τέτοιο σημείο εξαρχής, αφού πριν ασχοληθούν με τη μουσική, δεν είχαν καμία σχέση με ό,τι έχει να κάνει με έκθεση στο κοινό και συσχετισμό με αυτό, οπότε τώρα είναι υπέροχο που κατάφεραν να ξεπεράσουν και αυτή τη σκόπελο και που τους είδαμε τώρα κι εδώ, ενώ είναι στα καλύτερά τους. Άλλωστε, κι οι ίδιοι είπαν πως ‘η Αθήνα είναι από τα αγαπημένα τους μέρη’, οπότε η χαρά για το ότι έγινε όντως, επιτέλους, αυτό το λάιβ, ήταν αμοιβαία.
Με το κοινό να χτυπιέται, να ξέρει απ’ έξω και τους στίχους και να τους βροντοφωνάζει κιόλας, ενώ οι Boy Harsher απολάμβαναν αυτό που συνέβαινε (το οποίο, ίσως να μην το φαντάζονταν καν, κάποτε), η βραδιά έφτανε ανά στιγμές, σε παροξυσμικά, σχεδόν (εγκεφαλικά μιλώντας) οργασμικά επίπεδα, ενώ ακούστηκαν τραγούδια από όλες τις μέχρι τώρα κυκλοφορίες τους (και όχι μόνο της τελευταίας τους πχ, του ‘The Runner’, που σύμφωνα με τους ίδιους, δεν αποτελεί κυκλοφορία τυπικού δίσκου τους, αλλά soundtrack της ομώνυμης ταινίας μικρού μήκους, την οποία έγραψαν και σκηνοθέτησαν οι ίδιοι – έχουν κάνει αμφότεροι, σπουδές κινηματογράφου, εκεί γνωρίστηκαν – και η οποία, προβλήθηκε για μία και μόνο φορά, τον περασμένο Ιανουάριο, και στη χώρα μας, στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος, σε διοργάνωση της 3 Shades Of Black, η οποία και έγινε sold out) και ευτυχώς, γιατί ποιο κομμάτι να πρωτοδιαλέξει κανείς; Όχι ότι έχουν την αναρίθμητη δισκογραφία, αλλά και πάλι, κάθε τους δουλειά είναι εξαιρετική, κάθε τους κομμάτι είναι ένα κι ένα, όλα αγαπημένα!
Κι εκεί που ο χώρος είχε μεταμορφωθεί σε ένα βερολινέζικο dark post punk club, καταλάβαμε πως δυστυχώς έφτανε το τέλος, όταν μετά από έντεκα τραγούδια, αποχώρησαν από τη σκηνή. Ευτυχώς και φυσικά, όχι για πολύ, αφού το πλήθος τους καλούσε πίσω ασταμάτητα κι εκείνοι επέστρεψαν για το καθιερωμένο encore. Πριν συνεχίσουν, όμως, ανέβασαν μια κοπέλα από την παραγωγή (μάλλον) να μεταφράσει τα εξής που είπε η Jae: πως είναι πολύ χαρούμενοι που είναι εδώ, αλλά δυστυχώς, πρέπει να ακυρώσουν την περιοδεία τους, διότι ενημερώθηκαν πως η μητέρα της είναι άρρωστη και πως σταματούν εδώ, αυτό είναι το τελευταίο λάιβ και γυρίζουν πίσω, διακόπτοντας προσωρινά το παγκόσμιο τουρ τους.
Ο κόσμος, φυσικά και συγκινήθηκε κι εκείνη είπε πως τώρα θα προσπαθήσει να πει ένα πολύ δύσκολο, για εκείνη, τραγούδι. Αυτό, δεν ήταν άλλο από το υπέροχο και συναισθηματικό ‘The Look You Gave (Jerry)’, με τον χαρακτηριστικό στίχο ‘I’m coming home, I’m coming home, just tell me when’. Προφανώς, το είχε συνδεδεμένο στο μυαλό της, με τη μητέρα της, για αυτό και είπε πως είναι δύσκολο για αυτήν και προφανώς, για αυτό και κατά της διάρκεια της εκτέλεσης, έσπασε, λύγισε, τα δάκρυα κυλούσαν ποτάμι από τα μάτια της, οι λυγμοί συντάραξαν το σώμα της και το κοινό, από κάτω, την αγκάλιασε με την αγάπη του, χειροκροτώντας την, με εκείνη να απαντάει: ‘Σας ευχαριστώ, είναι πολύ δύσκολο. Άλλο ένα κομμάτι, έχουμε ακόμα’.
Το κομμάτι αυτό, του κλεισίματος της συναρπαστικής αυτής βραδιάς, δε θα μπορούσε να είναι άλλο από το κομμάτι – σταθμός της οκταετούς καριέρας τους, το μουσικό σήμα – κατατεθέν τους που τούς σύστησε σε όλους, το σκοτεινό, χορευτικό, σεξουαλικό ‘Pain’, από το πρώτο τους ep ‘Lesser Man’ (2014). Με το που ακούστηκαν τα πρώτα δευτερόλεπτα, όλοι άρχισαν να ουρλιάζουν, αναγνωρίζοντάς του, η Jae άφησε για λίγο στην άκρη, τον πόνο της και άρχισε να χτυπιέται στο ρεφρέν ‘Pain, always pain!’. Προχώρησε στο μπροστινό μέρος της σκηνής, σκαρφάλωσε στο κάγκελο ενώ οι fans την κρατούσαν και τραγούδησε από πάνω τους με τον κόσμο να εκστασιάζεται, υπογραμμίζοντας έτσι, πέρα από το πόσο δημοφιλείς έχουν γίνει πια, και το πόσο αγαπητοί, είναι παράλληλα (πράγμα που δικαιώνει το ότι τους αγάπησα από όταν άκουσα πρώτη φορά το ‘Pain’, 7 ολόκληρα χρόνια πριν).
Το τέλος έφτασε, πέταξε τα χαρτιά της στο κοινό και μας χαιρέτησαν μαζί και οι δύο, με το κοινό να ξεσπά σε θερμά χειροκροτήματα, όντας ξέπνοο, τρελαμένο και ευχαριστημένο. Πολλοί από τον κόσμο, δεν είχαν ιδέα τι θα ζήσουν και χαίρομαι που το έζησα δίπλα τους. Μία ώρα είχε περάσει και 13 κομμάτια είχαμε ακούσει και δεν καταλάβαμε καν πως πέρασε η ώρα. Ένα τέταρτο μετά τις 12, η Πειραιώς πλημμύρισε ευτυχισμένα πρόσωπα (αν και κάποια, παραπονιούνταν πως ήταν λίγη η μια ώρα, αφενός επειδή δεν ξέρουν πως πάει στα live αυτών των μουσικών ειδών, αφετέρου επειδή δεν είχαν έρθει την πρώτη φορά, με τα 7 τραγούδια και τα 40 λεπτά).
Εδώ να λέμε πως ήμασταν και τυχεροί που επιτέλους, καταφέραμε να τους ξαναδούμε, μετά από τόσες αναβολές και μάλιστα, στο τσακ πάλι ε; Στην κόψη του χρόνου, αφού ήμασταν η τελευταία τους εμφάνιση πριν τη μερική ακύρωση του τουρ τους (όντως, όπως ανακοίνωσαν τις επόμενες μέρες, γύρισαν πίσω και αναγκάστηκαν να ακυρώσουν πολλές εμφανίσεις τους στην Ευρώπη, αλλά πάλι καλά, το θέμα υγείας δεν πρέπει να ήταν και πολύ σοβαρό, αφού στα τέλη του μήνα, επέστρεψαν και συνέχισαν το τουρ τους – εύχομαι να τους πάνε όλα καλά, και με την υγεία και με την περιοδεία).
Μια υπέροχη εμπειρία, λίγο πριν το καλοκαίρι. Ελπίζω να τους ξαναδούμε σύντομα, σε ακόμα μεγαλύτερο χώρο κι εδώ, να ευχαριστήσουμε και την αγαπημένη 3 Shades Of Black, και που τους (ξανα)έφερε και για τις πάντα υπέροχες συναυλίες της, όχι μόνο ως προς την επιλογή των ονομάτων, αλλά και ως προς τη διοργάνωσή τος, αφού ως συνήθως, έτσι και τώρα, όλα πήγαν καλά, από κάθε άποψη, τη μέρα εκείνη. Ο χώρος ήταν μια χαρά, τα φώτα και ο ήχος εξαιρετικά, το πρόγραμμα παρέκκλινε ελάχιστα, στα λογικά πλαίσια μόνο και μείναμε σε όλα, ευχαριστημένο, σε γενικές γραμμές, το ίδιο νομίζω και οι μπάντες, που δεν είναι τυχαίο που την εμπιστεύονται, την αγαπούν και περνούν επίσης, πάντα καλά. Ραντεβού το χειμώνα, σε έναν επιτέλους, κάπως πιο φυσιολογικό, συναυλιακά μιλώντας, χειμώνα, με περισσότερες υπέροχες συναυλίες!
SETLIST:
1) Keep Driving
2) Give Me A Reason
3) Morphine
4) Fate
5) Westerners
6) Come Closer
7) Tower
8) Wicked Game (Chris Isaak cover)
9) Tears
10) LA
11) Modulations
Encore:
12) The Look You Gave (Jerry)
13) Pain
Κείμενο: Πάνος Σταυρουλάκης
Φωτογραφίες: Νίκος Μαθιόπουλος
Σημείωση συντάκτη:
Δυστυχώς, λόγω ενός σοβαρού οικογενειακού προβλήματος υγείας που με κράτησε μακριά από τα πάντα για αρκετό καιρό, σημειώθηκε μεγάλη καθυστέρηση στη δημοσίευση της παρούσας ανταπόκρισης. Λυπάμαι ειλικρινά για αυτό και απολογούμαι δημοσίως, στο site μας, στους διοργανωτές της συναυλίας και στους αναγνώστες μας, αλλά όλοι καταλαβαίνετε πως υπήρξαν λόγοι ανωτέρας βίας. Ευχαριστώ θερμά άπαντες για την κατανόηση και εύχομαι ολόψυχα, καλό καλοκαίρι.
____






















