Μια από τις -προσωπικά- πλέον πολυαναμενόμενες συναυλίες όλων των εποχών, είχαμε τη χαρά να απολαύσουμε όσοι βρεθήκαμε στις 23.09.2022 στο Anodos Live Stage.
Μια συναυλία που αναμένεται να τη συζητάμε για πολύ καιρό, καθώς την περιμέναμε έως και 20 χρόνια! Μετά την προηγούμενη εμφάνισή τους το μακρινό 2002, τίποτα δε μαρτυρούσε ότι ένα τόσο αγαπημένο συγκρότημα θα έκανε τόσα χρόνια να ξαναπαίξει μπροστά στο ελληνικό κοινό.
Κι η αλήθεια είναι πως υπήρξαν στιγμές που ο χρόνος έδειξε να έχει σταματήσει, η ενέργεια του Murdoch επί σκηνής (ή ακόμη και όταν ισορρόπησε πάνω στο διαχωριστικό κιγκλίδωμα του χώρου των φωτογράφων με την αρένα της συναυλίας) έδειχνε αστείρευτη, ενώ και ο κόσμος το απολάμβανε σαν να βρισκόμαστε λ.χ. στο 2005.
Αλλά για να βάζουμε τα πράγματα στη σειρά τους, η βραδιά άρχισε αρκετά καλά γύρω στις 21.00 με τις μουσικές της Amalia and the Architects. Στο 25λεπτο που ακολούθησε, η μπάντα έδωσε μια περιεκτική performance που ζέστανε το κοινό, καθώς συντονιζόταν αρμονικά με τα ακούσματα του.
[caption id="attachment_159037" align="aligncenter" width="770"]

Highlight της σχεδόν ημίωρης support εμφάνισής τους: η εκτέλεση του πραγματικά ξεχωριστού «Save our heads» η οποία έδωσε για καλά παλμό σε ένα ετερόκλητο κοινό, που έδειξε την ανυπομονησία του για λίγη «αγνή» indie διασκέδαση. Τολμώ επίσης να πω ότι τα τραγούδια της μπάντας αυτής αξίζουν μεγαλύτερης προσοχής από το κοινό, πλην ίσως μια μικρής αδυναμίας που διέκρινα στην RadioPepper-ική διασκευή του «Blister in the sun» των Violent Femmes (και η οποία δε με άγγιξε ιδιαίτερα).

Ακολουθώντας την αρχική προσωπική μου εκτίμηση, οι Belle and Sebastian εμφανίστηκαν στις 22.00 ακριβώς, μπαίνοντας με το αγαπημένο, ultra μελωδικό “Dog on wheels” (το πρώτο EP τους). Κατάφεραν έτσι να «κλείσουν το μάτι» στους παλιότερους θαυμαστές τους, δείχνοντας τις προθέσεις τους να γεφυρώσουν το χρονικό χάσμα και όχι τόσο να προμοτάρουν τον νέο δίσκο τους (παρότι υπήρχε video wall πίσω, που διαρκώς μας θύμιζε τον τίτλο του - Α bit of previous).

Επόμενο στη σειρά ήταν το “I’m a cuckoo” (από τον 6ο δίσκο τους) το οποίο εμμέσως προκάλεσε το κοινό να αρχίζει να «ξεκολλά παπούτσια» από το πάτωμα. Η πρώτη ενότητα τραγουδιών έκλεισε με το “Unnecessary drama” και το “Young and stupid” από τον τελευταίο δίσκο τους, με τον Murdoch να μεταφέρεται προσωρινά στα πλήκτρα του για τη συνέχεια του live. Ακολούθησε μια σύντομη κουβέντα με τα τυπικά ελληνικά του να απευθύνονται στο κοινό και τον ίδιο να δείχνει φωτογραφίες (κυρίως από την περιοχή του κέντρου) της Αθήνας, που είχε τραβήξει κατά την προηγούμενη επίσκεψή τους (το 2002).

Αφού αντιλήφθηκε κι ο ίδιος ότι είχαν περάσει πολλά χρόνια από τότε, μας σύστησε τον Δημήτρη, τον Έλληνα session τρομπετίστα «που σίγουρα θα φορούσε πάνες την προηγούμενη φορά που είχαν έρθει» (lol).

Ο Murdoch είχε ήδη πετάξει το σακάκι του, ενώ η ενέργεια του γέμιζε τη σκηνή, ακόμη και στα πιο «γλυκά» κομμάτια τους, όπως το “She’s losing it” που ακολούθησε.
[caption id="attachment_159044" align="aligncenter" width="770"]

Σειρά να τραγουδήσει πήρε η Sarah Martin, άλλο ένα κομμάτι από τον νέο δίσκο τους, το “Reclaim the night”.
[caption id="attachment_159042" align="aligncenter" width="770"]

Ακολούθησε το (οριακά χορευτικό) “I want the world to stop”, ένα κομμάτι με πολλές ώρες πτήσης στα ελληνικά ραδιόφωνα από το 2010 που κυκλοφόρησε. Η υποδοχή του από το κοινό εν πολλοίς εξηγούσε τον άτυπο διχασμό μεταξύ όσων αναγνώριζαν τα παλιότερα τραγούδια τους κι όσων έδειξαν να «αφυπνίζονται» στο άκουσμά του. Πραγματικά το Anodos σείστηκε για τα καλά στο ντέφι του Stuart Murdoch, ενώ και η μπάντα έδειξε να απολαμβάνει την ευρεία αποδοχή του.
[caption id="attachment_159043" align="aligncenter" width="770"]

Για να βγουν οι απαραίτητες ανάσες, η μπάντα «θυμήθηκε τα παλιά», παίζοντας το “Piazza New York Catcher”, ένα από τα πιο μελωδικά κομμάτια του “Dear catastrophe waitress”. Ακολούθως βούτηξε ακόμη πιο βαθιά στο παρελθόν του, παίζοντας το “Stars of track and field” από το “Tigermilk”, ικανοποιώντας ίσως και τους πιο απαιτητικούς θαυμαστές τους. Ειδικότερα, στο τέλος του κομματιού, δόθηκε ένα περιθώριο στους μουσικούς να ξεδιπλώσουν το αυτοσχεδιαστικό μουσικό ταλέντο τους.
Σειρά τώρα πήρε ο Stevie Jackson να πει το “Chickfactor”, από τον δίσκο “The boy with the arab strap”, ενώ ακολούθησε το “Another sunny day” από το “The life pursuit” και μια ευχάριστη καταβύθιση στο παρελθόν, με το γλυκόπικρο “The boy with the arab strap” (του ομώνυμου δίσκου). Στο σημείο αυτό, όλο το κοινό χειροκροτούσε ρυθμικά, επιτρέποντας να αναδυθεί ένα απίστευτο συναίσθημα οικουμενικότητας της pop μουσικής της πρώτης περιόδου των Belle And Sebastian. Ο Murdoch είχε πλέον αντιληφθεί τη δυναμική του κοινού που είχε μπροστά του, οπότε στο επόμενο τραγούδι (Dear catastrophe waitress) ήθελε πλέον να γίνει ένα μαζί του, κάνοντας την περίοδο του κορονοϊού να φαίνεται μια κακή παρένθεση. Κατέβηκε από τη σκηνή, ανέβηκε στο μεταλλικό κιγκλίδωμα και ισορρόπησε κατά μήκος του δίνοντας και παίρνοντας χειραψίες (και στήριγμα βέβαια στο παράτολμο εγχείρημά του).
[caption id="attachment_159048" align="aligncenter" width="770"]

Tα τελευταία τραγούδια (πριν το encore) ήταν τα “The wrong girl” (2000), “I didn’t see it coming” (2010) & άλλο ένα από τα καλύτερα τραγούδια του “If you are feeling sinister”, το αριστουργηματικό, αυτοαναφορικό “Get me away from here, I’m dying”.
Ο κόσμος πλέον είχε βουτήξει σε μια απίστευτη pop ευδαιμονία, ενώ είχαν συμπληρωθεί μόλις και μετά βίας 70 λεπτά, πριν ψελλίσει δειλά-δειλά η μπάντα ότι η συναυλία ολοκληρώθηκε. Το ρυθμικό χειροκρότημα τους έφερε γρήγορα πίσω για την τελική ευθεία: τρία ακόμη κομμάτια, όλα σαν παραγγελίες από fansite. Πρώτο έπαιξαν το “Sleep the clock around” (από The boy with the arab strap), έπειτα το “Le pastie de la bourgeoisie”, ένα αρκετά συναυλιακό τους τραγούδι, το οποίο εκτέλεσε ο Stevie Jackson και τελευταίο το “Judy and the dream of horses” (από το “If you’re feeling sinister”).

Στο σύνολό της, ήταν μια συναυλία που ικανοποίησε απόλυτα όποιον κι αν πήγε, από τον παλιότερο θαυμαστή των B & S, έως τον πιο σύγχρονο. Η εμφάνισή τους είχε ενέργεια και αρμονικό μουσικό δέσιμο, ενώ οι B & S εισέπραξαν αρκετή ζεστασιά από το κοινό, για τα 90 λεπτά πραγματικής μουσικής απόλαυσης που μας προσέφεραν.
Το μόνο οξύμωρο; Ότι η εμφάνιση αυτή ήταν μέρος της farewell περιοδείας τους. Η αγάπη του κοινού δόθηκε τόσο απλόχερα, που σίγουρα θα έβαλε σε σκέψεις τον ανήσυχο Stuart Murdoch, αν άξιζε να περιμένουμε τόσο πολύ για να τους απολαύσουμε από κοντά.